Ένας αθλητής κείτεται νεκρός στον αγωνιστικό χώρο, ο αντίπαλός του έχει δηλώσει παράδοση και οι κριτές καλούνται να ανακηρύξουν τον νικητή.
- Ο Αρριχίων ο Φιγαλεύς, ήδη δύο φορές Ολυμπιονίκης στο παγκράτιο το 572 και 568 π.Χ., έφτασε στην Ολυμπία για να διεκδικήσει την τρίτη του νίκη. Η πόλη του διατήρησε ζωντανή τη μνήμη του με ανδριάντα στην αγορά.
- Στον τελικό, ο αντίπαλός του τον παγίδευσε σε μια λαβή στραγγαλισμού. Ο Αρριχίων, χρησιμοποιώντας τις τελευταίες του δυνάμεις, του εξάρθρωσε ένα δάχτυλο, προκαλώντας τόσο πόνο ώστε εκείνος να παραδοθεί, τη στιγμή που ο ίδιος πέθαινε.
- Μετά τη λήξη, οι Ελλανοδίκες αντιμετώπισαν μια πρωτοφανή κατάσταση. Στέφοντας το νεκρό σώμα του Αρριχίωνα, τον ανακήρυξαν νικητή, καθώς αυτός ήταν που είχε εξαναγκάσει τον αντίπαλό του σε παράδοση πριν εκπνεύσει.
- Η μνήμη του θρυλικού αθλητή διατηρήθηκε για αιώνες. Ο Παυσανίας είδε τον ανδριάντα του στη Φιγάλεια, ενώ σήμερα εκτίθεται στην Ολυμπία ένας αρχαϊκός κούρος της εποχής του που του αποδίδεται.
Η σκηνή θα μπορούσε να προέρχεται από ταινία, όμως σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές εκτυλίχθηκε στην Ολυμπία το 564 π.Χ. Πρωταγωνιστής ήταν ο Αρριχίων –ή Αρραχίων– από τη Φιγάλεια, ένας από τους σημαντικότερους παγκρατιαστές της εποχής του.
Είχε ήδη στεφθεί δύο φορές Ολυμπιονίκης και διεκδικούσε την τρίτη συνεχόμενη νίκη του. Στον τελευταίο αγώνα, όμως, ο αντίπαλός του τον εγκλώβισε σε μια ασφυκτική λαβή. Ο Αρριχίων, λίγο πριν χάσει τη ζωή του, κατάφερε να του προκαλέσει τόσο έντονο πόνο ώστε εκείνος να παραδοθεί.
Όταν όλα τελείωσαν, ο ένας είχε δηλώσει την ήττα του. Ο άλλος ήταν νεκρός. Οι Ελλανοδίκες έδωσαν τη νίκη στον Αρριχίωνα.
Ποιος ήταν ο Αρριχίων ο Φιγαλεύς
Για τη ζωή του έξω από τους αθλητικούς αγώνες γνωρίζουμε ελάχιστα. Γνωρίζουμε, όμως, ότι καταγόταν από τη Φιγάλεια, σημαντική πόλη της αρχαίας Αρκαδίας, στην επικράτεια της οποίας βρισκόταν και ο περίφημος ναός του Επικούριου Απόλλωνα.
Ο Παυσανίας, που επισκέφθηκε την περιοχή πολλούς αιώνες αργότερα, αναφέρει ότι στην αγορά της Φιγάλειας βρισκόταν ανδριάντας του Αρριχίωνα. Η πόλη, δηλαδή, είχε διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη του αθλητή πολύ μετά τον θάνατό του.
Όταν ο Αρριχίων έφθασε στην Ολυμπία το 564 π.Χ., δεν ήταν άγνωστος. Είχε ήδη κατακτήσει δύο νίκες σε Ολυμπιακούς Αγώνες στο παγκράτιο, το 572 και το 568 π.Χ., και διεκδικούσε για τρίτη φορά τον κότινο.
Το παγκράτιο, το πιο σκληρό θέαμα των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων
Για να καταλάβει κανείς πώς μπορούσε ένας αθλητικός αγώνας να έχει τέτοια κατάληξη, πρέπει να γνωρίζει τι ακριβώς ήταν το παγκράτιο.
Το αγώνισμα συνδύαζε στοιχεία πυγμαχίας και πάλης και είχε ελάχιστους περιορισμούς. Οι αθλητές μπορούσαν να χτυπούν, να παλεύουν στο έδαφος, να εφαρμόζουν λαβές και στραγγαλισμούς. Σύμφωνα με τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή, ανάμεσα στις βασικές απαγορεύσεις ήταν το δάγκωμα και τα χτυπήματα στα μάτια.
Δεν υπήρχε βαθμολογία όπως στα σύγχρονα μαχητικά αθλήματα. Στόχος ήταν να εξαναγκαστεί ο αντίπαλος σε παράδοση ή να μην μπορεί πλέον να συνεχίσει.
Σε αυτόν τον εξαιρετικά σκληρό κόσμο, ο Αρριχίων είχε καταφέρει να γίνει δύο φορές πρωταθλητής.
Ο τελευταίος αγώνας του Αρριχίωνα
Η πιο γνωστή περιγραφή της μοιραίας αναμέτρησης προέρχεται από τον Παυσανία.
Ο Αρριχίων είχε φτάσει στην τελική φάση και απέναντί του βρισκόταν ο τελευταίος αντίπαλος που είχε απομείνει στη διοργάνωση. Το όνομα του άνδρα δεν διασώθηκε.
Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο αντίπαλος κατάφερε να αποκτήσει πλεονεκτική θέση: τύλιξε τα πόδια του γύρω από τον Αρριχίωνα και ταυτόχρονα πίεζε με τα χέρια του τον λαιμό του.
Ο Φιγαλεύς παγκρατιαστής άρχισε να ασφυκτιά. Αντί, όμως, να παραδοθεί, χρησιμοποίησε τις τελευταίες του δυνάμεις για να επιτεθεί στο πόδι του αντιπάλου. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι του εξάρθρωσε ένα δάχτυλο. Ο πόνος ήταν τέτοιος ώστε ο άνδρας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον αγώνα. Την ίδια στιγμή, ο Αρριχίων πέθανε από ασφυξία.
Η μεταγενέστερη αφήγηση του Φιλόστρατου δίνει ακόμη πιο δραματικές λεπτομέρειες και περιγράφει διαφορετικά τον τραυματισμό, κάνοντας λόγο για βίαιη κίνηση στο πόδι και εξάρθρωση. Ο πυρήνας, όμως, της ιστορίας παραμένει ο ίδιος: ο αντίπαλος παραδόθηκε και ο Αρριχίων πέθανε σχεδόν ταυτόχρονα.
Η φράση του προπονητή που πέρασε στον θρύλο
Στον «Γυμναστικό» του Φιλόστρατου εμφανίζεται και μία από τις πιο χαρακτηριστικές λεπτομέρειες της ιστορίας.
Ο προπονητής του Αρριχίωνα, Ερυξίας, βλέποντας τον αθλητή του να βρίσκεται κοντά στην παράδοση, φέρεται να τον ενθάρρυνε να συνεχίσει, λέγοντάς του ουσιαστικά πόσο σπουδαίο «επιτύμβιο» θα ήταν να μπορεί κανείς να πει ότι δεν παραδόθηκε στην Ολυμπία.
Η συγκεκριμένη φράση καταγράφηκε αιώνες μετά το γεγονός και δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο ότι ειπώθηκε ακριβώς έτσι. Δείχνει, ωστόσο, πώς η μορφή του Αρριχίωνα είχε ήδη μετατραπεί σε σύμβολο μιας ακραίας αντίληψης για την τιμή, την αντοχή και την αθλητική δόξα.
Πώς ένας νεκρός ανακηρύχθηκε νικητής
Με τη λήξη της αναμέτρησης οι Ελλανοδίκες βρέθηκαν μπροστά σε μια παράδοξη κατάσταση.
Ο ένας από τους δύο αθλητές ήταν ζωντανός, αλλά είχε παραδεχθεί την ήττα του. Ο άλλος είχε πεθάνει, αλλά ήταν εκείνος που είχε εξαναγκάσει τον αντίπαλο σε παράδοση. Η απόφασή τους έγραψε ιστορία.
Ο Παυσανίας αναφέρει ξεκάθαρα ότι οι Ηλείοι στεφάνωσαν και ανακήρυξαν νικητή το νεκρό σώμα του Αρριχίωνα. Έτσι, ο παγκρατιαστής από τη Φιγάλεια κατέκτησε μετά θάνατον την τρίτη ολυμπιακή νίκη του.
Δεν κέρδισε επειδή πέθανε. Κέρδισε επειδή, πριν πεθάνει, είχε αναγκάσει τον αντίπαλό του να εγκαταλείψει.
Ο ανδριάντας του Αρριχίωνα και η μνήμη ενός θρυλικού αθλητή
Η ιστορία του δεν χάθηκε μαζί του. Ο Παυσανίας είδε αιώνες αργότερα τον ανδριάντα του στην αγορά της Φιγάλειας, ενώ στην περιοχή έχει βρεθεί κορμός αρχαϊκού κούρου που αποδίδεται στον περίφημο παγκρατιαστή.
Το γλυπτό χρονολογείται περίπου στο 570-560 π.Χ., δηλαδή στην ίδια περίοδο με τις ολυμπιακές νίκες του Αρριχίωνα, και σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων της Αρχαιότητας στην Ολυμπία. Δεν μπορεί, ωστόσο, να θεωρηθεί βέβαιο ότι πρόκειται για το ίδιο ακριβώς γλυπτό που είδε και περιέγραψε ο Παυσανίας.
Οι πιο θεαματικές λεπτομέρειες της τελευταίας αναμέτρησης έφτασαν σε εμάς μέσα από συγγραφείς που έζησαν αιώνες αργότερα και, επομένως, χρειάζονται την ανάλογη ιστορική επιφύλαξη.
Ο βασικός πυρήνας της ιστορίας, όμως, παραμένει εντυπωσιακός ακόμη και χωρίς τον θρύλο: ένας δύο φορές Ολυμπιονίκης μπήκε στον αγωνιστικό χώρο διεκδικώντας τον τρίτο του τίτλο, παγιδεύτηκε σε μια θανατηφόρα λαβή και, στις τελευταίες στιγμές της ζωής του, ανάγκασε τον άνθρωπο που τον σκότωνε να παραδοθεί.
Όταν ανακοινώθηκε ο νικητής, ο Αρριχίων δεν μπορούσε πια να ακούσει το όνομά του. Είχε πεθάνει, παρ' όλα αυτά, είχε κερδίσει.