Συνεχίζεται μια δικαστική μάχη άνω των 15 ετών για την ανάκτηση της λεγόμενης «Συλλογής Χέρτσογκ», εκτιμώμενης αξίας περίπου 100 εκατ. δολαρίων.
- Η οικογένεια Χέρτσογκ, θύμα ναζιστικής λεηλασίας, διεκδικεί εδώ και 15 χρόνια την συλλογή της, αξίας 100 εκατομμυρίων δολαρίων, με τον εγγονό της Elizabeth Herzog να συνεχίζει τον αγώνα.
- Η οικογένεια κατέφυγε στις ΗΠΑ μετά την απώλεια της συλλογής, αλλά η ανάμνηση παρέμεινε ζωντανή, με την Elizabeth Herzog να διατηρεί εικόνες των έργων. Μετά τον θάνατό της, η διεκδίκηση συνεχίζεται.
- Τα έργα εκτίθενται σε ουγγρικά μουσεία, παρά τις νομικές προσπάθειες της οικογένειας. Μια νέα αμερικανική νομοθεσία θα μπορούσε να βοηθήσει, προσφέροντας ελπίδα για την επιστροφή των έργων.
- Ο De Csepel επιθυμεί την επιστροφή της συλλογής ως νίκη κατά του ναζισμού και του αντισημιτισμού, με σκοπό να εκτεθούν τα έργα σε δημόσιο ίδρυμα για να είναι προσβάσιμα στο κοινό, τιμώντας τη μνήμη της γιαγιάς του.
Η οικογένεια Herzog [Χέρτσογκ], μια από τις σημαντικότερες εβραϊκές οικογένειες συλλεκτών έργων τέχνης στην προπολεμική Ευρώπη, δεν καταθέτει εύκολα τα όπλα αναφορικά με την επιστροφή έργων τέχνης που λεηλατήθηκαν κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής της Ουγγαρίας το 1944. Τα νήματα κίνει ο David De Csepel, εγγονός της Elizabeth Herzog, ο οποίος συνεχίζει απρόσκοπτα μια δικαστική μάχη άνω των 15 ετών για την ανάκτηση της λεγόμενης «Συλλογής Χέρτσογκ», εκτιμώμενης αξίας περίπου 90 εκατ. ευρώ.
Μία από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές συλλογές τέχνης
Πριν από την εισβολή των ναζιστικών δυνάμεων στην Ουγγαρία, η οικογένεια Herzog διέθετε μία από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές συλλογές τέχνης στην Ευρώπη, με περισσότερα από 40 έργα, μεταξύ των οποίων πίνακες του Γκουστάβ Κουρμπέ και θρησκευτικές απεικονίσεις υψηλής καλλιτεχνικής αξίας. Τα έργα βρίσκονταν σε οικογενειακή έπαυλη στη Βουδαπέστη, μέχρι τη στιγμή που οι δυνάμεις του Χίτλερ κατέλαβαν τη χώρα και προχώρησαν στην κατάσχεσή τους.
Υπό τον φόβο διώξεων, η Χέρτσογκ εγκατέλειψε την Ουγγαρία μαζί με την οικογένειά της και τελικά εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου απέκτησαν αμερικανική υπηκοότητα τη δεκαετία του 1950. Ωστόσο, η απώλεια της συλλογής παρέμεινε καθοριστικό στοιχείο της ζωής της. Όπως περιγράφει ο εγγονός της, «είχε κολλήσει με σελοτέιπ τις καρτ ποστάλ όλων των χαμένων έργων στους τοίχους του διαμερίσματός της στο Μανχάταν». Ο ίδιος θυμάται ότι ως παιδί παρατηρούσε τις εικόνες αυτές, ενώ εκείνη του εξηγούσε τη θέση κάθε έργου στο παλιό οικογενειακό σπίτι: «Αυτό ήταν στην τραπεζαρία, αυτό στο σαλόνι, αυτό ήταν το αγαπημένο του πατέρα μου».
Η Χέρτσογκ πέθανε το 1994 χωρίς να δει την επιστροφή των έργων. «Δεν πιστεύω ότι θεωρούσε τότε πως κάτι τέτοιο ήταν εφικτό», σημειώνει ο De Csepel. Σήμερα, περισσότερα από 80 χρόνια μετά τη λεηλασία, τα έργα εξακολουθούν να εκτίθενται σε τρία ουγγρικά κρατικά μουσεία, μεταξύ των οποίων το Mουσείο Καλών Τεχνών και η Εθνική Πινακοθήκη, χωρίς να έχει επιτευχθεί συμφωνία αποκατάστασης.
Η οικογένεια έχει προσφύγει επανειλημμένα στη δικαιοσύνη, τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και διεθνώς, σε μια διαδικασία που ο De Csepel χαρακτηρίζει «βασανιστική». Η νομική ομάδα του υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς την προέλευση των έργων και τον τρόπο με τον οποίο αφαιρέθηκαν. «Δεν είναι καν αντικείμενο διαφωνίας από πού προέρχονται αυτά τα έργα», δηλώνει. «Αναφέρεται σε κάθε βιβλίο ιστορίας τέχνης της περιόδου».
Σημαντική εξέλιξη θεωρείται πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία στις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία εγκρίθηκε από τη Γερουσία το 2026 με διακομματική υποστήριξη. Το νομοθέτημα αίρει εμπόδια, όπως η παραγραφή, για θύματα ναζιστικών λεηλασιών που επιδιώκουν αποζημίωση ή επιστροφή περιουσιακών στοιχείων. Η τελική έγκριση εκκρεμεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, ωστόσο ο De Csepel εκφράζει συγκρατημένη αισιοδοξία: «Έχουμε καλές πιθανότητες επιτυχίας. Πιστεύω στο δικαστικό μας σύστημα και ότι, με τα στοιχεία μπροστά τους, θα αποδοθεί δικαιοσύνη».
«Θα ήταν μια νίκη απέναντι στον ναζισμό»
Η προσωπική διάσταση της υπόθεσης παραμένει επίσης αρκετά κεντρική για τον ίδιο. «Θα ήταν μια νίκη απέναντι στον ναζισμό και σε αυτό που εκπροσωπούσε, αλλά και απέναντι στο σύγχρονο αίσθημα αντισημιτισμού», δηλώνει, προσθέτοντας ότι αισθάνεται πως συνεχίζει κάτι που η γιαγιά του θεωρούσε εξαιρετικά σημαντικό.
Ο ίδιος επισκέφθηκε επανειλημμένα τα μουσεία όπου εκτίθενται τα έργα κατά την παιδική του ηλικία. Θυμάται ότι στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 υπήρχαν επιγραφές που ανέφεραν την προέλευση των έργων από τη συλλογή Herzog. «Θα έπρεπε να έγραφαν ότι είχαν κλαπεί από τη συλλογή Herzog», σχολιάζει. Πριν από δύο χρόνια επέστρεψε στην Ουγγαρία μαζί με τα παιδιά του, προκειμένου να τους δείξει τα έργα για πρώτη φορά.
Η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ και η ένταξη της Ουγγαρίας σε δυτικούς θεσμούς, όπως το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, δημιούργησαν προσδοκίες για επίλυση της υπόθεσης. «Πιστεύαμε ότι θα σεβαστούν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας και τις αρχές που θεωρούμε δεδομένες στη Δύση», σημειώνει. Ωστόσο, η επιστροφή των έργων δεν έχει προχωρήσει.
Η νομική εκπρόσωπος της οικογένειας, Alycia Regan Benenati, επισημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση ως προς το ιστορικό της λεηλασίας και ότι τα έργα αφαιρέθηκαν κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής χωρίς ποτέ να επιστραφούν.
«Το ζήτημα δεν είναι οικονομικό»
Παρά την υψηλή οικονομική αξία της συλλογής, ο De Csepel υπογραμμίζει ότι το ζήτημα δεν είναι οικονομικό. «Δεν με ενδιαφέρουν τα χρήματα», αναφέρει, τονίζοντας ότι στόχος του είναι να αντιταχθεί στην αδικία που υπέστη η οικογένειά του. «Οι Ναζί ήταν οι καλύτεροι στο να διαχωρίζουν, να καταπιέζουν και να δολοφονούν. Αυτή η λογική ότι η ισχύς επιβάλλεται παραμένει στις κοινωνίες μας και αυτό είναι που προσπαθώ να αντιμετωπίσω».
Σε περίπτωση επιστροφής των έργων, δηλώνει ότι δεν σκοπεύει να τα κρατήσει σε ιδιωτικό χώρο, αστειευόμενος ότι φοβάται πιθανές καταστροφές από τα παιδιά του. Αντίθετα, επιθυμεί να εκτεθούν σε δημόσιο ίδρυμα, όπως μουσείο ή πανεπιστήμιο στις Ηνωμένες Πολιτείες, ώστε να είναι προσβάσιμα στο κοινό.
Η συμβολική σημασία της επιστροφής παραμένει καθοριστική για όλη την οικογένεια. «Θα έφερνε ένα αίσθημα ολοκλήρωσης», σημειώνει, περιγράφοντας την υποθετική συνομιλία που θα ήθελε να είχε με τη γιαγιά του: «Κατάφερα να το ολοκληρώσω για σένα. Κατάφερα να φέρω λίγη ειρήνη. Επιστράφηκε στην οικογένεια, όπως ίσως ονειρευόσουν».