Στη νοτιοανατολική Τουρκία, κοντά στα σύνορα με τη Συρία, η πόλη του Γκαζιαντέπ διατηρεί μια γαστρονομική παράδοση που προηγείται κατά χιλιετίες του ίδιου του καφέ.
Στη νοτιοανατολική Τουρκία, κοντά στα σύνορα με τη Συρία, η πόλη του Γκαζιαντέπ διατηρεί μια γαστρονομική παράδοση που προηγείται κατά χιλιετίες του ίδιου του καφέ.
Πρόκειται για τον μενενγκίτς, ένα ρόφημα χωρίς καφεΐνη που παρασκευάζεται από άγριο φιστίκι και εξακολουθεί να καταναλώνεται καθημερινά, όχι μόνο ως γεύση, αλλά και ως παραδοσιακό γιατρικό. Η σημασία του είναι τέτοια ώστε το 2024 αναγνωρίστηκε επίσημα από την Ευρωπαϊκή Ένωση με καθεστώς γεωγραφικής ένδειξης.
Σε ένα από τα παλαιότερα καφέ στον κόσμο
Κεντρικό σημείο αναφοράς για τον μενενγκίτς στο Γκαζιαντέπ είναι το Tahmis Kahvesi, ένα καφενείο που λειτουργεί αδιάλειπτα από το 1635 και θεωρείται ένα από τα παλαιότερα στον κόσμο. Σε έναν χώρο με βιτρό παράθυρα, ξυλόσομπα και μικρά φλιτζάνια διακοσμημένα με γεωμετρικά μοτίβα, οι θαμώνες πίνουν είτε τον κλασικό τουρκικό καφέ είτε το τοπικό ρόφημα από τερέβινθο. Ο μενενγκίτς ξεχωρίζει για την παχύρρευστη υφή του, τον πλούσιο αφρό και τη γεύση που θυμίζει ξηρό καρπό με ελαφριά πικράδα.
Το ρόφημα παρασκευάζεται από τον καρπό της τερέβινθου, ενός άγριου είδους φιστικιάς που φύεται αυτοφυής στη νοτιοανατολική Ανατολία. Οι καρποί συλλέγονται, καβουρδίζονται και αλέθονται σε πάστα, η οποία στη συνέχεια βράζεται με νερό ή γάλα.
Αν και καταναλώνεται και σε άλλες περιοχές της Τουρκίας, καθώς και στο Ιρακινό Κουρδιστάν όπου είναι γνωστό ως qazwan, στο Γκαζιαντέπ θεωρείται στοιχείο πολιτισμικής ταυτότητας.
Για τους κατοίκους της πόλης, ο μενενγκίτς δεν είναι απλώς εναλλακτικός καφές. Η γαστρονομική ερευνήτρια Φιλίζ Χοσούκογλου, που μεγάλωσε στο Γκαζιαντέπ, εξηγεί ότι το ρόφημα συνδέεται παραδοσιακά με την υγεία.
Όταν κάποιος παρουσίαζε συμπτώματα κρυολογήματος, ο μενενγκίτς ήταν η αυτονόητη επιλογή. Σε κοινωνικές περιστάσεις κυριαρχούν το τσάι και ο καφές, αλλά σε περιπτώσεις ασθένειας, το συγκεκριμένο ρόφημα είχε ξεχωριστή θέση.
Η παρουσία του μενενγκίτς στην καθημερινότητα της πόλης είναι έντονη. Στα σκεπαστά παζάρια του Γκαζιαντέπ, ο ήχος των μύλων που αλέθουν τον καρπό αποτελεί σταθερό υπόβαθρο, ενώ καλάθια γεμάτα γαλαζοπράσινα φρούτα ξεχειλίζουν στους πάγκους των εμπόρων. Η εικόνα αυτή παραπέμπει σε μια παράδοση που παραμένει ζωντανή παρά τις αλλαγές των καιρών.
Ένας από τους ανθρώπους που συνέβαλαν στη διατήρησή της είναι ο Μουσταφά Ζορ, 86 ετών, ο οποίος παράγει μενενγκίτς από τη δεκαετία του 1970. Στο μικρό του κατάστημα διατηρεί βάζα με αλεσμένη πάστα, έτοιμη για κατανάλωση. Όπως εξηγεί, οι γνώσεις γύρω από τον μενενγκίτς μεταδίδονταν προφορικά από τις γυναίκες της οικογένειας. Οι γιαγιάδες λειτουργούσαν ως θεραπευτές, γνωρίζοντας πώς να ενσωματώνουν τον καρπό σε ροφήματα και φαγητά για την ενίσχυση του οργανισμού.
Η επιστημονική έρευνα μόλις πρόσφατα άρχισε να εξετάζει συστηματικά τις ιδιότητες της τερέβινθου. Αν και οι κλινικές μελέτες σε ανθρώπους παραμένουν περιορισμένες, δεδομένα δείχνουν ότι ο καρπός είναι πλούσιος σε πρωτεΐνες και μέταλλα, ενώ παρουσιάζει αντιοξειδωτικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Τα ευρήματα αυτά ενισχύουν τη φήμη του μενενγκίτς ως χειμερινού τονωτικού, αν και η παραδοσιακή του χρήση προηγείται κατά πολύ της σύγχρονης επιστήμης.
Οι ρίζες του ροφήματος φαίνεται να φτάνουν βαθιά στην προϊστορία. Στον νεολιθικό χώρο του Γκιομπεκλί Τεπέ, περίπου δύο ώρες ανατολικά του Γκαζιαντέπ, αρχαιολόγοι έχουν εντοπίσει κατάλοιπα άγριων φιστικιών ανάμεσα σε μεγαλιθικές κατασκευές ηλικίας σχεδόν 12.000 ετών. Εκτιμάται ότι το τοπίο εκείνης της εποχής ήταν πιο δασώδες, επιτρέποντας στους κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες να συλλέγουν καρπούς, τους οποίους άλεθαν με πέτρινα εργαλεία. Η ανακάλυψη χιλιάδων μυλόπετρων στον χώρο ενισχύει την υπόθεση ότι παρόμοιες πάστες παρασκευάζονταν ήδη από τη νεολιθική περίοδο.
Στο πέρασμα των αιώνων, ο μενενγκίτς χρησιμοποιήθηκε με πολλούς τρόπους: ως μπαχαρικό, σε ψωμιά και γλυκίσματα, σε πιλάφια, για την παραγωγή λαδιού ή σε συνδυασμό με πετιμέζι και αλεύρι για την παρασκευή γλυκών. Σύμφωνα με ερευνητές, πολλές από αυτές τις χρήσεις κινδυνεύουν να χαθούν. Ωστόσο, το ρόφημα παραμένει σταθερά παρόν στην καθημερινότητα της πόλης.
Από παραδοσιακά καφενεία έως σύγχρονους χώρους συνάντησης, ο μενενγκίτς συνεχίζει να σερβίρεται σε αφρισμένα φλιτζάνια. Στο Menengiç Kafe, ένα αρχοντικό του 1900 στο ιστορικό κέντρο του Γκαζιαντέπ, ο ιδιοκτήτης Ζεϊνέλ Αμπιντίν Ταχτάτσι συνοψίζει τη σημασία του ροφήματος με μια φράση: για τους κατοίκους της πόλης, ο μενενγκίτς δεν είναι απλώς μια συνήθεια, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς τους.