Η χώρα αυτή έθεσε σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα που ανταμείβει με χρήματα τους πολίτες οι οποίοι καταγράφουν τον χρόνο που περνούν με ένα βιβλίο στο χέρι.
- Ειδικοί εκτιμούν πως η χρηματική ανταμοιβή, αν και μικρή, μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο για τη δημιουργία της συνήθειας της ανάγνωσης, ιδιαίτερα στους νεότερους, καθώς η σταθερή επανάληψη μιας συμπεριφοράς την καθιστά με τον χρόνο πιο αυτόματη.
- Το κεντρικό ερώτημα είναι εάν η συνήθεια θα παραμείνει μετά την παύση της ανταμοιβής. Η πληρωμή δεν λειτουργεί ως μισθός, αλλά ως έναυσμα που αναγνωρίζει την προσπάθεια και ωθεί τους αναγνώστες να ξεκινήσουν.
- Το στοιχείο της παιχνιδοποίησης, με ημερήσιους στόχους και ορατή πρόοδο, ίσως είναι πιο αποτελεσματικό από τα χρήματα. Αυτή η βραχυπρόθεσμη ανταμοιβή μιμείται την άμεση ικανοποίηση που προσφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
- Στο Ηνωμένο Βασίλειο ήδη εφαρμόζονται προγράμματα με συμβολικές ανταμοιβές, όπως πιστοποιητικά. Επιστήμονες προτείνουν πειραματικές δοκιμές που θα συγκρίνουν την απόδοση διαφορετικών κινήτρων, όπως χρήματα, δωρεάν βιβλία ή απλή συλλογή πόντων.
Μπορεί η λύση στην κρίση της ανάγνωσης να βρίσκεται στο... πορτοφόλι μας; Η Σιγκαπούρη αποφάσισε να το δοκιμάσει. Αυτόν τον μήνα η κυβέρνηση της χώρας έθεσε σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα που ανταμείβει με πραγματικά χρήματα τους πολίτες οι οποίοι καταγράφουν σε κυβερνητική ιστοσελίδα τον χρόνο που περνούν με ένα βιβλίο στο χέρι. Ο στόχος είναι σαφής: να αφήσουν οι άνθρωποι το κινητό και να ξαναπιάσουν τη σελίδα.
Κανείς δεν θα πλουτίσει πάντως από την ανάγνωση
Κανείς δεν θα πλουτίσει πάντως από την ανάγνωση. Για να κερδίσει κάποιος ένα δολάριο Σιγκαπούρης, περίπου 0.69 ευρώ, πρέπει να συμπληρώσει 50 συνεδρίες ανάγνωσης διάρκειας τουλάχιστον 15 λεπτών. Επιτρέπεται μάλιστα μόνο μία καταγραφή την ημέρα. Παρά το ισχνό ποσό, ειδικοί της συμπεριφορικής επιστήμης και ψυχολόγοι που μίλησαν στον Guardian εκτιμούν ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα μπορεί να δώσει ώθηση σε μια συνήθεια που βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση.
Ο ψυχολόγος Τζόναθαν Χάιντ, συγγραφέας του μπεστ σέλερ «The Anxious Generation» για τις επιπτώσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην ψυχική υγεία των νέων, σημειώνει ότι ορισμένα παιδιά κινητοποιούνται έντονα από τα χρήματα και ότι «όλα τα παιδιά ανταποκρίνονται σε κάποιον βαθμό στις ανταμοιβές». Έτσι, για τους νεότερους, το πρόγραμμα «πιθανότατα θα έχει κάποια ευεργετική επίδραση στη δημιουργία συνήθειας ανάγνωσης». Η Λόρι Μπαρίλε, αναπληρώτρια καθηγήτρια Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Γουόρικ, προσθέτει ότι «υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις πως η σταθερή επανάληψη μιας συμπεριφοράς μπορεί να την κάνει με τον καιρό πιο αυτόματη».
Θα αποκτήσουν μια συνήθεια που θα επιβιώσει;
Αν οι συμμετέχοντες ανακαλύψουν ότι η ανάγνωση είναι «ευχάριστη από μόνη της», η συνήθεια θα μείνει, λέει ο Χάιντ. Για κάποιους όμως η χρηματική ανταμοιβή θα περάσει το μήνυμα ότι διαβάζουν μόνο για το εξωτερικό κίνητρο, και όταν σταματήσουν τα χρήματα, θα σταματήσει και το διάβασμα. Η Μπαρίλε συμφωνεί ότι το πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα δεν είναι αν οι άνθρωποι θα διαβάζουν περισσότερο όσο πληρώνονται, αλλά αν το πρόγραμμα θα τους βοηθήσει να αποκτήσουν μια συνήθεια που θα επιβιώσει όταν η ανταμοιβή πάψει να υπάρχει.
Το χαμηλό ποσό δεν σημαίνει απαραίτητα αποτυχία, επισημαίνει ο Ίβο Βλάεβ, καθηγητής Συμπεριφορικής Ψυχολογίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σιγκαπούρης. «Ένα από τα ενδιαφέροντα ευρήματα της συμπεριφορικής επιστήμης είναι ότι τα κίνητρα δεν λειτουργούν πάντα ανάλογα με τη χρηματική τους αξία», εξηγεί. Κατά τον ίδιο, το πρόγραμμα δεν πρέπει να ιδωθεί ως «πληρωμή για διάβασμα» με τη συμβατική οικονομική έννοια, αφού ένα δολάριο κάθε λίγες εβδομάδες προφανώς δεν αποζημιώνει τον χρόνο που επενδύεται.
Η πληρωμή «ίσως λειτουργεί περισσότερο ως έναυσμα παρά ως μισθός». Καταγράφοντας τον χρόνο τους και μαζεύοντας πόντους, οι αναγνώστες λαμβάνουν ένα άμεσο σήμα ότι η προσπάθειά τους αναγνωρίζεται, ότι το σερί τους συνεχίζεται και ότι πλησιάζουν έναν στόχο. Και από τη στιγμή που κάποιος έχει ξεκινήσει να διαβάζει, «οι εγγενείς ανταμοιβές της δραστηριότητας μπορούν να πάρουν τη σκυτάλη».
Τα μακροπρόθεσμα οφέλη της ανάγνωσης
Τα μακροπρόθεσμα οφέλη της ανάγνωσης είναι γνωστά σε όλους. Το έξυπνο στοιχείο του σχεδίου της Σιγκαπούρης είναι ότι εισάγει μια βραχυπρόθεσμη ανταμοιβή, που μιμείται την άμεση δόση ντοπαμίνης του ατελείωτου σκρολαρίσματος. Ο Πάτρικ Τέιλορ, διευθυντής εκπαίδευσης του Behavioural Insights Team, της ομάδας που γεννήθηκε στο γραφείο του Ντέιβιντ Κάμερον και έγινε γνωστή ως «nudge unit», θεωρεί μάλιστα ότι το παιχνιδοποιημένο σκέλος μπορεί να είναι πιο έξυπνο από την ίδια τη χρηματική ανταμοιβή.
Όπως λέει, αυτό που μπορεί να κάνει το πρόγραμμα επιτυχημένο είναι «ένας διαχειρίσιμος ημερήσιος στόχος 15 λεπτών, χτισμένος γύρω από υπάρχουσες ρουτίνες όπως η διαδρομή για τη δουλειά ή η ώρα πριν από τον ύπνο, με σερί και καταγραφή που κρατούν την πρόοδο ορατή».
Το πρόγραμμα ίσως αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικό για όσους κάποτε διάβαζαν και σταμάτησαν.
«Αν οι άνθρωποι έχουν ήδη εσωτερικό κίνητρο να διαβάσουν, αυτό μπορεί να αρκεί για να τους σπρώξει να διαβάσουν λίγο περισσότερο» λέει η Κέιτι Μίλκμαν, καθηγήτρια στη σχολή Wharton του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια. Ο Βλάεβ συμπληρώνει ότι όταν κάποιος θέλει να διαβάσει αλλά αποτυγχάνει επανειλημμένα να ξεκινήσει, «μια μικρή άμεση ανταμοιβή μπορεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στην πρόθεση και την πράξη».
Στο Ηνωμένο Βασίλειο προγράμματα ανταμοιβής χωρίς χρήματα λειτουργούν εδώ και χρόνια, όπως τα πολύχρωμα πιστοποιητικά στα δημοτικά σχολεία, όπου, κατά την Μπαρίλε, η αξία προέρχεται κυρίως από την αναγνώριση και την αίσθηση του επιτεύγματος. Η Καλοκαιρινή Πρόκληση Ανάγνωσης της Reading Agency μοιράζει επίσης σήματα και διπλώματα στα παιδιά που διαβάζουν.
Ένα βρετανικό πιλοτικό πρόγραμμα στα πρότυπα της Σιγκαπούρης θα μπορούσε, όπως προτείνει η Μπαρίλε, να συγκρίνει μικρές χρηματικές ανταμοιβές με συμβολικές, όπως πιστοποιητικά και σήματα, αλλά και με την παιχνιδοποίηση, τον καθορισμό στόχων και την ανατροφοδότηση για την πρόοδο. Ο Τέιλορ συμφωνεί ότι τέτοια σχήματα πρέπει να δοκιμάζονται πειραματικά, «ώστε να μάθουμε τι λειτουργεί και γιατί».
Ο Χάιντ προτείνει και συγκεκριμένες παραλλαγές. Κάποια παιδιά θα μπορούσαν να πληρώνονται σε μετρητά, άλλα με δωρεάν βιβλία της επιλογής τους, «ώστε να βλέπουν τα βιβλία ως ανταμοιβή και όχι τα χρήματα ως ανταμοιβή για το διάβασμα», και άλλα απλώς να παροτρύνονται να διαβάζουν για να μαζέψουν πόντους σε έναν διαγωνισμό, χωρίς χρήματα. Μια τέταρτη ομάδα θα αποτελούσε την πραγματική ομάδα ελέγχου: δεν θα γινόταν τίποτα, πέρα από τη μέτρηση των βιβλίων που διαβάζουν.
Μένει πάντως το ερώτημα αν οι κυβερνήσεις πρέπει να πληρώνουν για κάτι που παραδοσιακά θεωρείται ψυχαγωγία. Η Μίλκμαν το βλέπει αλλιώς: «Επιδοτούμε, ακόμη και επιβάλλουμε, πολλές άλλες μορφές εκπαίδευσης». Γιατί όχι και την ανάγνωση;