Δημοσιογράφος ερεύνησε τη βίαιη ζωή του Ίλιτς Ραμίρες Σάντσες, γνωστού ως Κάρλος το Τσακάλι, για το νέο βιβλίο του που κυκλοφορεί εδώ και μερικά 24ωρα.
- Ο δημοσιογράφος Τζόμπι Γουόρικ εξασφάλισε πρόσβαση στον Κάρλος, ο οποίος εκτίει τρεις ισόβιες ποινές. Ο άλλοτε διαβόητος τρομοκράτης ισχυρίζεται σήμερα ότι έχει αμνησία για τα περισσότερα εγκλήματά του, περιλαμβανομένων δολοφονιών αστυνομικών και βομβιστικών επιθέσεων.
- Παρότι οργίζεται για την τηλεοπτική του εικόνα, ελάχιστη ομοιότητα έχει πλέον με τον νεαρό τρομοκράτη που το 1975 ηγήθηκε της επίθεσης στη σύνοδο του ΟΠΕΚ, σκοτώνοντας τρεις ανθρώπους και κρατώντας δεκάδες ομήρους σε μια θεαματική επιχείρηση.
- Ο Κάρλος ομολόγησε στον συγγραφέα ότι σκότωσε 83 ανθρώπους με τα χέρια του και διέταξε τον θάνατο χιλίων άλλων. Η μόνη του λύπη είναι ότι δεν εξόντωσε τους πράκτορες που τον εντόπισαν και τον συνέλαβαν στο Σουδάν.
- Θεωρείται αρχέτυπο της κρατικά υποστηριζόμενης τρομοκρατίας, θέτοντας πρότυπα για οργανώσεις όπως η Αλ Κάιντα. Στην ουσία παραμένει ένας νάρκισσος εγκληματίας, του οποίου η μόνη μετάνοια αφορά την αποτυχία του να τιμωρήσει όσους τον πρόδωσαν.
Ακόμη και τώρα, στα 76 του χρόνια, ο Κάρλος το Τσακάλι εξακολουθεί να προξενεί, εξίσου, αποτροπιασμό αλλά και μια περίεργη γοητεία. Στους διαδρόμους των Κεντρικών Φυλακών του Ποασί, έξω από το Παρίσι, όλοι, από τον διευθυντή μέχρι τους φύλακες και τους άλλους τρόφιμους, αναγνωρίζουν αμέσως τη βαθιά, τραχιά πλέον φωνή του κρατουμένου με αριθμό 11939. Εκεί, τουλάχιστον, ο Κάρλος παραμένει η απόλυτη διασημότητα.
Η πρόσβαση δεν ήταν εύκολη
Ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τζόμπι Γουόρικ πέρασε δύο χρόνια ερευνώντας τη βίαιη ζωή και καριέρα του Ίλιτς Ραμίρες Σάντσες, γνωστού σε όλον τον κόσμο ως Κάρλος το Τσακάλι, για το βιβλίο του που κυκλοφορεί εδώ και μερικά 24ωρα, από τις 27 Αυγούστου. Τον Μάρτιο του 2025 κατάφερε κάτι σπάνιο: μια συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο με τον κρατούμενο, ο οποίος εκτίει τρεις ισόβιες ποινές έπειτα από τη σύλληψή του το 1994.
Η πρόσβαση δεν ήταν εύκολη. Χρειάστηκαν μήνες αιτημάτων, ενώ ο συγγραφέας δέχθηκε αυστηρούς όρους, όπως την απαγόρευση χρήσης κάμερας ή μαγνητοφώνου και τη δέσμευση να μη δημοσιεύσει αυτούσια συνέντευξη που θα έδινε στον Κάρλος βήμα να επαναλάβει τους ψευδείς ισχυρισμούς του για τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε. Ο Γουόρικ απέκτησε ωστόσο πρόσβαση σε ώρες κρυφά ηχογραφημένων τηλεφωνικών συνομιλιών του Κάρλος με τον Ισραηλινό σκηνοθέτη Γιαρόν Νίσκι.
Σε ένα άνετο αλλά μοναχικό κελί
Μέσα σε ένα δωμάτιο στο μέγεθος μεγάλης ντουλάπας, ο δημοσιογράφος διαπίστωσε γρήγορα ότι μια παραδοσιακή συνέντευξη έχει περιορισμένη αξία στην αναζήτηση της αλήθειας για τον άνθρωπο. Ο Κάρλος περνά τις μέρες του σε ένα άνετο αλλά μοναχικό κελί, με ελάχιστους επισκέπτες, και στη συνομιλία επαναλαμβάνεται συχνά, χάνοντας το νήμα ιστοριών από παλιά.
Για ορισμένα από τα εγκλήματά του λέει ότι δεν θυμάται, όπως έκανε στην πρώτη του δίκη το 1994 σχετικά με τη δολοφονία δύο αστυνομικών και ενός πληροφοριοδότη το 1975. Σε επόμενες δίκες ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει τίποτα ούτε για την επίθεση με χειροβομβίδα σε εμπορικό κέντρο στο Παρίσι το 1974, ούτε για το κύμα βομβιστικών επιθέσεων στη Δυτική Ευρώπη και τον Λίβανο μετά το 1982. Οι δίκες κατέληξαν σε τρεις ισόβιες ποινές.
Ο Κάρλος εξακολουθεί να οργίζεται με όσους θεωρεί ότι πρόσβαλαν τον χαρακτήρα του, ακόμη και για ζητήματα φαινομενικά ασήμαντα. Εξακολουθεί να αγανακτεί με την τηλεοπτική σειρά του 2010 που τον απεικόνιζε να κάνει χρήση ναρκωτικών, χαρακτηρίζοντάς τη «βρόμικη και σκόπιμη διαστρέβλωση», ενώ τον ενοχλεί ιδιαίτερα μια γυμνή σκηνή στην ίδια σειρά.
Η εισβολή σε σύνοδο υπουργών του ΟΠΕΚ στη Βιέννη
Ελάχιστη ομοιότητα έχει πια με τον νεαρό μαχητή που στις 21 Δεκεμβρίου 1975 εισέβαλε επικεφαλής μιας ομάδας έξι τρομοκρατών σε σύνοδο υπουργών του ΟΠΕΚ στη Βιέννη, σκοτώνοντας τρεις ανθρώπους και κρατώντας 62 ομήρους, ανάμεσά τους ανώτατα στελέχη ενέργειας από σχεδόν κάθε σημαντική πετρελαιοπαραγωγό χώρα του πλανήτη.
Τότε, μόλις 26 ετών, με δερμάτινο παλτό και μπερέ, θύμιζε τον Τσε Γκεβάρα. Παρότι εκτέλεσε εν ψυχρώ έναν τραυματισμένο όμηρο, στη συνέχεια απολογήθηκε στους υπόλοιπους για την «ταλαιπωρία» και τους μοίρασε τσιγάρα, ενώ μιλούσε άπταιστα αγγλικά, γαλλικά, αραβικά και ισπανικά. Σε μια νεαρή γραμματέα που έκλαιγε υστερικά είπε ότι μπορεί να φύγει, «είναι πολύ όμορφη για να πεθάνει», και εκείνη έφυγε χωρίς κανείς να την εμποδίσει.
Παρά τους ισχυρισμούς περί αμνησίας για πολλά άλλα εγκλήματα, η επίθεση στον ΟΠΕΚ έχει μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη του, μαζί με την οργή του για την «προδοσία» του Μουαμάρ Καντάφι, ο οποίος είχε οργανώσει την επιχείρηση αλλά τον εγκατέλειψε αργότερα. Για τη δολοφονία όμως του Λίβυου οικονομολόγου, που πυροβόλησε ο ίδιος στα πρώτα λεπτά της επιχείρησης, λέει ότι δεν θυμάται.
«Σκότωσα 83 ανθρώπους με τα ίδια μου τα χέρια»
Στη διάρκεια της συνάντησης, ο Κάρλος πρόσφερε στον συγγραφέα έναν λογαριασμό που κρατά στο μυαλό του εδώ και τρεις δεκαετίες. «Σκότωσα 83 ανθρώπους με τα ίδια μου τα χέρια», είπε. «Άλλοι χίλιοι σκοτώθηκαν με δικές μου εντολές». Υποστήριξε ότι όλοι οι θάνατοι ήταν δικαιολογημένοι, με μόνη λύπη του το γεγονός ότι ορισμένοι εχθροί του διέφυγαν. Αναφερόμενος στους Αμερικανούς και Γάλλους πράκτορες που εντόπισαν το κρησφύγετό του στο Χαρτούμ το 1994, ενώ ανάρρωνε από εγχείρηση, δήλωσε ότι θα έπρεπε να τους είχε σκοτώσει, ώστε να μη βρίσκεται σήμερα στη φυλακή.
Ο πραγματικός Κάρλος αποτέλεσε το ανθρώπινο πρόσωπο μιας νέας, επικίνδυνης μορφής διεθνούς τρομοκρατίας που έθεσε το πρότυπο για μεταγενέστερες οργανώσεις, όπως η Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος. Ως επικεφαλής της δικής του συμμορίας, έγινε επίσης το αρχέτυπο μιας κρατικά υποστηριζόμενης τρομοκρατίας, αξιοποιώντας τις αντιπαλότητες μεταξύ κυβερνήσεων για όπλα, καταφύγια και χρήματα, ζώντας πολυτελώς σε πρωτεύουσες της Ανατολικής Ευρώπης, όπου κομμουνιστές ηγέτες επέτρεπαν τη δράση του.
Παρότι διατηρεί ακόμη την ταυτότητα του «επαναστάτη», ο Κάρλος είναι στην ουσία ένας εγκληματίας με έντονο ναρκισσισμό, που σκότωνε χωρίς συναίσθημα και επιθυμούσε πάντα δημοσιότητα και μια ζωή πολυτέλειας. Στα χρόνια της φυλάκισής του, η μόνη του μετάνοια δεν αφορά τα αθώα θύματά του, αλλά την αποτυχία του να τιμωρήσει όσους τον πρόδωσαν. «Θα έπρεπε να είχα σκοτώσει μερικούς ακόμη», είπε στον συγγραφέα.