Ο Μάρτι Ράισμαν πίσω από το «Marty Supreme» - Η αληθινή ιστορία του αθλητή που υποδύεται ο Τιμοτέ Σαλαμέ - iefimerida.gr

Ο Μάρτι Ράισμαν πίσω από το «Marty Supreme» - Η αληθινή ιστορία του αθλητή που υποδύεται ο Τιμοτέ Σαλαμέ

Ο Τιμοτέ Σαλαμέ να υποδύεται τον Μάρτι Μάουζερ, έναν χαρακτήρα βασισμένο στον πραγματικό πρωταθλητή Μάρτι Ράισμαν / WIKIPEDIA
Ο Τιμοτέ Σαλαμέ να υποδύεται τον Μάρτι Μάουζερ, έναν χαρακτήρα βασισμένο στον πραγματικό πρωταθλητή Μάρτι Ράισμαν / WIKIPEDIA

Ο Μάρτι Ράισμαν ήταν, όπως τον περιγράφουν όσοι τον γνώρισαν ή τον μελέτησαν, μια φιγούρα... «larger-than-life». Γρήγορος, καυστικός, λιπόσαρκος, κουβαλούσε το παρατσούκλι «The Needle», ήτοι «η βελόνα».

Ο Μάρτι Ράισμαν, ένας από τους κορυφαίους Αμερικανούς παίκτες επιτραπέζιας αντισφαίρισης από τη δεκαετία του 1940 έως τις αρχές του 1950, είχε μια επιθυμία που ταίριαζε απόλυτα στο ταμπεραμέντο του: να γίνει ταινία η ζωή του. «Πάντα ήλπιζε ότι θα γινόταν ένα φιλμ για εκείνον», λέει ο Στιβ Γκραντ, εκδότης ενός αυτοεκδιδόμενου περιοδικού αφιερωμένου στην ιστορία του αθλήματος.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Την ειρωνεία την ολοκλήρωσε ο χρόνος. Η ταινία έρχεται, αλλά όχι ως κλασική βιογραφία. Το «Marty Supreme», σε σκηνοθεσία Τζος Σάφντι, μετατρέπει τον Ράισμαν σε αφετηρία, έμπνευση και... «τυπάρα», με τον Τιμοτέ Σαλαμέ να υποδύεται τον Μάρτι Μάουζερ, έναν φανταστικοποιημένο χαρακτήρα βασισμένο στον πραγματικό πρωταθλητή Ράισμαν. Η ταινία υπόσχεται να αναβιώσει την υποκουλτούρα της Νέας Υόρκης των 1950s, όπου το πινγκ-πονγκ δεν ήταν απλώς άθλημα αλλά εργαλείο επιβίωσης, τζόγου, παράστασης και κοινωνικού θεάματος.

Μια φιγούρα «larger-than-life»

Ο Ράισμαν ήταν, όπως τον περιγράφουν όσοι τον γνώρισαν ή τον μελέτησαν, μια φιγούρα... «larger-than-life». Γρήγορος, καυστικός, λιπόσαρκος, κουβαλούσε το παρατσούκλι «The Needle», ήτοι «η βελόνα», συνδυάζοντας την κοφτερή ατάκα με την εξίσου κοφτερή κίνηση. Γεννημένος την 1η Φεβρουαρίου 1930, ξεκίνησε να παίζει σε ηλικία 9 ετών, ύστερα από κάτι που ο ίδιος αποκάλεσε «νευρικό κλονισμό».

Αυτό που άρχισε ως αυτο-θεραπεία για το άγχος, γρήγορα εξελίχθηκε σε σκηνή πάνω στην οποία μπορούσε να ξεδιπλώσει τα αντανακλαστικά του, την ευφράδεια, την προκλητική του αυτοπεποίθηση και μια σωματική δύναμη που πολλοί θεωρούσαν ασυνήθιστη για το σώμα του. Αν οι μεγάλοι αθλητές συνήθως χτίζουν μύθο από τις νίκες τους, ο Ράισμαν χτίζει μύθο από το πώς ζούσε ανάμεσα στις νίκες: με φανταχτερά, ακριβά κοστούμια, με καπέλα τύπου fedora, με μια αίσθηση ότι ο αγώνας είναι και παράσταση.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Τα νούμερα επιβεβαιώνουν ότι το «σόου» του δεν ήταν υποκατάστατο επιδόσεων. Από το 1946 έως το 2002, ο Ράισμαν κέρδισε 22 μεγάλους τίτλους, ανάμεσά τους δύο U.S. Opens και ένα British Open. Στη συλλογική μνήμη της αμερικανικής επιτραπέζιας αντισφαίρισης, παραμένει ο άνθρωπος που κέρδισε εθνικό πρωτάθλημα σε άθλημα ρακέτας ως ο γηραιότερος νικητής, όταν κατέκτησε τίτλο το 1997, σε ηλικία 67 ετών. «Θεωρείται ο πιο φανταχτερός και πιθανότατα ο πιο γνωστός Αμερικανός παίκτης εκείνων των χρόνων», λέει ο Λάρι Χότζες, συγγραφέας, παίκτης και προπονητής του αθλήματος. Και αυτή η αναγνωρισιμότητα δεν ήταν τυχαία: ο Ράισμαν είχε ταυτόχρονα την αθλητική ικανότητα και το ένστικτο του μάνατζερ-διαφημιστή, του ανθρώπου που ξέρει να τραβά το βλέμμα.

Η ταινία του Σάφντι δεν επιχειρεί να «αποδώσει δικαιοσύνη» σε κάθε πραγματικό γεγονός. Ο Λίο Λι, σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ «Fact or Fiction: The Life and Times of a Ping-Pong Hustler» (2014), είναι κατηγορηματικός: δεν πρόκειται για βιογραφία. «Η ταινία έχει τον δικό της κινητήρα», λέει. «Τα γενικά περιγράμματα υπάρχουν, αλλά έχει τη δική της ατζέντα και τον δικό της δρόμο». Ο Σάφντι επικοινώνησε με τον Λι κατά την ανάπτυξη του project, αναζητώντας πληροφορίες για τον Ράισμαν και για τις συνεντεύξεις που είχε πάρει από τον ίδιο λίγο πριν τον θάνατό του, τον Δεκέμβριο του 2012, σε ηλικία 82 ετών.

Ο σκηνοθέτης μεγάλωσε παίζοντας πινγκ-πονγκ

Ο σκηνοθέτης, όπως έχει εξηγήσει αλλού, μεγάλωσε παίζοντας πινγκ-πονγκ και γοητευόταν από «μια υποκουλτούρα από αταίριαστους ανθρώπους» στη Νέα Υόρκη που μαζεύονταν και έπαιζαν για χρήματα. Όταν η σύζυγός του αγόρασε το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Ράισμαν, «The Money Player» (1974), ο Σάφντι το έδειξε στον Σαλαμέ, ο οποίος σχολίασε ότι έμοιαζε εντυπωσιακά με το πορτρέτο του εξωφύλλου. Η επιλογή δεν ήταν να ειπωθεί η ιστορία «όπως έγινε», αλλά να γυριστεί «μια ταινία σε αυτόν τον κόσμο».

Κάποια βιογραφικά στοιχεία, ωστόσο, περνούν αυτούσια ή μετασχηματισμένα στο σενάριο. Ο Μάουζερ στην ταινία ξεκινά ως πωλητής παπουτσιών, δουλειά που είχε κάνει και ο Ράισμαν, έστω για «μια-δυο μέρες», σύμφωνα με τον Γκραντ. Άλλες λεπτομέρειες διαφοροποιούνται για τις ανάγκες της μυθοπλασίας: ο κινηματογραφικός ήρωας ζει με τη μητέρα του, ενώ ο Ράισμαν, όπως αναφέρουν οι πηγές, στα 14 του μετακόμισε σε ξενοδοχείο μαζί με τον πατέρα του, έναν παθολογικό τζογαδόρο, και από εκείνο το σημείο αυτοσυντηρήθηκε. Ο Λι θυμάται μια εικόνα που μοιάζει βγαλμένη από σενάριο: όταν στο ξενοδοχείο γίνονταν γάμοι, ο έφηβος Ράισμαν «έβαζε το καλύτερο κοστούμι του, τρύπωνε, καθόταν και έτρωγε στο δείπνο και μετά έφευγε για να παίζει πινγκ-πονγκ όλη νύχτα».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ο Μάρτι Ράισμαν, ένας από τους κορυφαίους Αμερικανούς παίκτες επιτραπέζιας αντισφαίρισης από τη δεκαετία του 1940 έως τις αρχές του 1950, είχε μια επιθυμία που ταίριαζε απόλυτα στο ταμπεραμέντο του: να γίνει ταινία η ζωή του / WIKIPEDIA
Ο Μάρτι Ράισμαν, ένας από τους κορυφαίους Αμερικανούς παίκτες επιτραπέζιας αντισφαίρισης από τη δεκαετία του 1940 έως τις αρχές του 1950, είχε μια επιθυμία που ταίριαζε απόλυτα στο ταμπεραμέντο του: να γίνει ταινία η ζωή του / WIKIPEDIA

Το φυσικό περιβάλλον αυτής της ιστορίας

Η Νέα Υόρκη των 1930s και 1940s ήταν το φυσικό περιβάλλον αυτής της ιστορίας. Το πινγκ-πονγκ —ή, πιο σωστά, το table tennis, όπως ονομάζεται επίσημα— γνώρισε άνθηση στη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης ως φθηνή διασκέδαση. «Η Νέα Υόρκη είχε σίγουρα τον μεγαλύτερο αριθμό κορυφαίων παικτών στη χώρα», λέει ο Γκραντ. «Αν κάποιος ήθελε να γίνει πρωταθλητής, έπρεπε να πάει στη Νέα Υόρκη για να αποδείξει ότι το αξίζει». Εκεί, ο Ράισμαν ακονίστηκε σε χώρους που απείχαν πολύ από την «καθαρή» αθλητική εικόνα.

Ο Λι περιγράφει το Lawrence’s, όπου προπονήθηκε ο Ράισμαν, ως «καπνισμένο, γεμάτο κομπίνες, μπαρ-τρύπα του Μανχάταν, με γκάνγκστερ ατμόσφαιρα». «Μπορούσες να περάσεις όλη νύχτα εκεί βγάζοντας χρήματα από το πινγκ-πονγκ», λέει. Ο ίδιος ο Ράισμαν γράφει στα απομνημονεύματά του ότι αρχικά βρέθηκε να κοιτάζει με δέος παίκτες που τον νικούσαν, μέχρι που κατάφερε να τους κερδίζει όλους «εκτός από τον [διαχρονικό του αντίπαλο] Ντικ Μάιλς».

Αυτή η κουλτούρα του «hustling» [των «καταφερτζήδων», αμερικανιστί] είναι κεντρική στην ταινία, με σκηνές όπου ο Μάουζερ και η παρέα του «δουλεύουν» ανυποψίαστους αντιπάλους σε πρόχειρους αγώνες ή μπλέκουν με ανθρώπους πιο επικίνδυνους απ’ όσο υπολόγιζαν. Οι αναφορές δεν είναι τυχαίες: ο Ράισμαν περιγράφει στη ζωή του περιστατικά που φλερτάρουν με το σκοτεινό, όπως έναν hustler που εξαπατούσε αγόρια σε ένα «τελευταίο παιχνίδι: διπλά ή τίποτα», όπου το «διπλά» σήμαινε σεξουαλική κακοποίηση αν ο μικρός έχανε.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Αμετανόητος τζογαδόρος

«Αυτή είναι ουσιαστικά η πλευρά του κόσμου που ενέπνευσε το Marty Supreme», λέει ο Λι. Και αυτό το περιβάλλον, πέρα από το δραματικό του φορτίο, λειτουργεί και ως εξήγηση για μια συχνή εκτίμηση: ότι ο Ράισμαν ίσως δεν έφτασε ποτέ στο απόλυτο ταβάνι του ως αθλητής επειδή «αποσπώνταν» από την ανάγκη να βγάζει διαρκώς χρήματα. Ο Γκραντ θεωρεί ότι η ταινία αποτυπώνει μια αλήθεια: ο Ράισμαν «ήταν πολύ απορροφημένος στο να τζογάρει συνεχώς για λεφτά αντί να κάνει την προπόνηση και τα τουρνουά που θα τον κρατούσαν στην κορυφή».

Στα μέσα της δεκαετίας του 1940, ο Ράισμαν είχε ήδη περάσει στα επαγγελματικά τουρνουά, συχνά σε σύγκρουση με τους παράγοντες του αθλήματος. Ένα επεισόδιο που κυκλοφορεί ως θρύλος τον θέλει, στα 15 του, να προσπαθεί να βάλει στοίχημα 500 δολαρίων στον εαυτό του σε εθνικό τουρνουά στο Ντιτρόιτ το 1945, μπερδεύοντας τον επικεφαλής της Ένωσης Επιτραπέζιας Αντισφαίρισης των ΗΠΑ με έναν... bookmaker, πριν τον συνοδεύσει αστυνομικός έξω από τον χώρο. Οι διοργανωτές, σύμφωνα με αναφορές, τον απέκλεισαν κατά καιρούς λόγω διαφωνιών γύρω από τζόγο, έξοδα και «έλλειψη κοσμιότητας» — στοιχεία που, για το mainstream, ήταν πρόβλημα, αλλά για τον μύθο του Ράισμαν, έγιναν «καύσιμο».

«Πάντα ήλπιζε ότι θα γινόταν ένα φιλμ για εκείνον», λέει ο Στιβ Γκραντ, εκδότης ενός αυτοεκδιδόμενου περιοδικού αφιερωμένου στην ιστορία του αθλήματος / INSTAGRAM
«Πάντα ήλπιζε ότι θα γινόταν ένα φιλμ για εκείνον», λέει ο Στιβ Γκραντ, εκδότης ενός αυτοεκδιδόμενου περιοδικού αφιερωμένου στην ιστορία του αθλήματος / INSTAGRAM

Η υπεράσπιση του hardbat από τον Ράισμαν

Η ταινία φαίνεται να πετυχαίνει ιδιαίτερα καλά —σύμφωνα με όσους γνωρίζουν— ένα κομβικό σημείο της καριέρας του: την αντιπαλότητα με τον Ιάπωνα παίκτη Χιρότζι Σατό, που στην ταινία εμφανίζεται ως Κότο Έντο. Εδώ η «ιστορική λεπτομέρεια» έχει σημασία γιατί σχετίζεται με μια τεχνολογική μετάβαση που άλλαξε το άθλημα. Στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 1952, ο Σατό χρησιμοποίησε μια νέα ρακέτα με λάτεξ σφουγγάρι (sponge), που αύξανε την ταχύτητα, το φάλτσο και άλλαζε τον τρόπο που η μπάλα «σκάει».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Μέχρι τότε, οι παίκτες βασίζονταν ακόμη και στον ήχο της μπάλας πάνω στη ρακέτα, όπως εξηγεί ο Γκραντ. Η αλλαγή ήταν τόσο μεγάλη που ακόμη και ο ίδιος ο Σατό φέρεται να αιφνιδιάστηκε από την επίδρασή της και τελικά κέρδισε το τουρνουά, ενώ οι αντίπαλοι «αυτο-ψυχολογήθηκαν» και δοκίμαζαν διαφορετικές λύσεις χωρίς εμπειρία απέναντι στο νέο υλικό. Ο Ράισμαν, ένθερμος υποστηρικτής του hardbat, αρνήθηκε να παίξει με sponge, παρότι «οι περισσότεροι hardbat παίκτες τελικά άλλαξαν για να μείνουν ανταγωνιστικοί», όπως σημειώνει ο Χότζες. Η αργή υιοθέτηση της sponge τεχνολογίας από τους Αμερικανούς θεωρείται ότι συνέβαλε ώστε ασιατικές χώρες, ιδιαίτερα η Κίνα, να κυριαρχήσουν μετέπειτα στο άθλημα.

Η υπεράσπιση του hardbat από τον Ράισμαν δεν ήταν μόνο νοσταλγία· ήταν αισθητική και φιλοσοφία του παιχνιδιού. Πίστευε ότι το hardbat κάνει το ράλι να μοιάζει με διάλογο, μια «συζήτηση» όπου οι παίκτες δοκιμάζουν στυλ και στρατηγικές για να πάρουν το πλεονέκτημα. Η sponge, αντίθετα, έκανε το παιχνίδι υπερβολικά γρήγορο, συμπιέζοντας την τακτική. Σε συνέντευξή του στους New York Times το 1998, το περιέγραψε με μια φράση που έχει μείνει: «Πριν, υπήρχε διάλογος μεταξύ δύο παικτών, όπου ένα παιδί 6 ετών μπορούσε να καταλάβει τη συζήτηση ανάμεσα στην επίθεση και την άμυνα. Σήμερα, ένας πόντος κερδίζεται ή χάνεται με μια ανεπαίσθητη στροφή του καρπού». Ακόμη κι αν δεν έφτασε ποτέ διεθνώς τα ύψη του Σατό, ο Ράισμαν τον κέρδισε σε ρεβάνς, όπως αναφέρει ο Χότζες, σε «κλειστό» παιχνίδι — όταν πια είχε αποκτήσει εμπειρία απέναντι στη sponge.

Για σχεδόν 20 χρόνια γύριζε τον κόσμο

Η μεταγενέστερη ζωή του Ράισμαν είναι ίσως το πιο «κινηματογραφικό» κεφάλαιο, και ταυτόχρονα αυτό που εξηγεί γιατί ενέπνευσε έναν σκηνοθέτη όπως ο Σάφντι. Για σχεδόν 20 χρόνια γύριζε τον κόσμο δίνοντας επιδείξεις και παιχνίδια πρόκλησης. Περιόδευσε με τους Harlem Globetrotters, σε act με τον Douglas Cartland, όπου αντάλλασσαν τη μπάλα με τηγάνια υπό τη μελωδία του “Mary Had a Little Lamb”. Ο Χότζες αναφέρει ότι ο Ράισμαν συχνά «έμπαζε» αμερικανικά προϊόντα που δεν υπήρχαν στο εξωτερικό για να τα πουλήσει με κέρδος, ενώ φυσικά συνέχιζε να «δουλεύει» κόσμο στο τραπέζι.

Από τα τέλη των 1950s, ανέλαβε το Riverside Table Tennis Courts στο Μανχάταν, ένα κλαμπ που, με τα χρόνια, προσέλκυσε ονόματα όπως ο Ντάστιν Χόφμαν, ο Κερτ Βόνεγκατ, ο Μπόμπι Φίσερ και ο Ντέιβιντ Μάμετ. Το signature τρικ του ήταν να βάζει στοίχημα ότι μπορεί να σπάσει ένα τσιγάρο στα δύο από την άλλη πλευρά του τραπεζιού με μια μπαλιά — κάτι που έκανε σε τηλεοπτικές εμφανίσεις τόσο στον Τζόνι Κάρσον το 1975 όσο και στον Ντέιβιντ Λέτερμαν το 2008.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Το «Marty Supreme», σε σκηνοθεσία Τζος Σάφντι, μετατρέπει τον Ράισμαν σε αφετηρία, έμπνευση και... «τυπάρα», με τον Τιμοτέ Σαλαμέ να υποδύεται τον Μάρτι Μάουζερ, έναν φανταστικοποιημένο χαρακτήρα βασισμένο στον πραγματικό πρωταθλητή Ράισμαν / GETTY
Το «Marty Supreme», σε σκηνοθεσία Τζος Σάφντι, μετατρέπει τον Ράισμαν σε αφετηρία, έμπνευση και... «τυπάρα», με τον Τιμοτέ Σαλαμέ να υποδύεται τον Μάρτι Μάουζερ, έναν φανταστικοποιημένο χαρακτήρα βασισμένο στον πραγματικό πρωταθλητή Ράισμαν / GETTY

«Ήταν αυτός που έφερνε κόσμο στο παιχνίδι»

Όσοι τον περιγράφουν, συμφωνούν ότι η ικανότητά του να τραβά την προσοχή ήταν σχεδόν φυσικό ταλέντο. «Ήταν αυτός που έφερνε κόσμο στο παιχνίδι», λέει ο Χότζες. «Αν βρισκόσουν σε ένα δωμάτιο, θα ήταν το κέντρο της προσοχής». Όταν το hardbat γνώρισε αναβίωση στα τέλη των 1990s, ο Ράισμαν αυτοανακηρύχθηκε επικεφαλής του κινήματος και το υποστήριξε έμπρακτα κερδίζοντας το πρώτο εθνικό hardbat τουρνουά το 1997. Αργότερα προκάλεσε τον Τζίμι Μπάτλερ, τότε νούμερο ένα παίκτη στις ΗΠΑ, σε hardbat αγώνα· παρά το χάσμα 41 ετών, ο Μπάτλερ κέρδισε οριακά, γεγονός που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη φήμη του Ράισμαν ως ανθρώπου που δεν «έβγαινε» εύκολα από τη σκηνή.

Για τον Λι, το ερώτημα δεν είναι αν ο Ράισμαν θα ενέκρινε την ταινία — μάλλον θα την έβρισκε «εκπληκτική». Το πραγματικό ερώτημα είναι τι θα έκανε ο ίδιος για να την προωθήσει. «Θα ήταν φοβερός μπελάς», λέει ο Λι, «θα ήταν ξεκαρδιστικό». Είναι μια υπόθεση που ταιριάζει στο πορτρέτο ενός ανθρώπου που ήταν, όπως λένε, πρώτα περφόρμερ και μετά αθλητής, ακόμη κι αν η διάκριση είναι άδικη. Ο Ράισμαν υπήρξε πρωταθλητής με μετρήσιμα επιτεύγματα, αλλά και μια ζωντανή διαφήμιση του αθλήματος, σε μια εποχή που η επιτραπέζια αντισφαίριση αγωνιζόταν να φύγει από την αίσθηση της «φτηνής διασκέδασης» και να σταθεί ως σοβαρός ανταγωνιστικός χώρος.

Αν το «Marty Supreme» πετύχει, ίσως ολοκληρώσει, με καθυστέρηση, την επιθυμία του: να γίνει ο ίδιος η ιστορία που κάνει τον κόσμο να κοιτάξει ξανά το τραπέζι, να ακούσει τον ήχο της μπάλας και να δει πίσω από αυτό την πόλη, τον τζόγο, το θέαμα και την τέχνη ενός ανθρώπου που δεν έπαιζε ποτέ μόνο για να κερδίσει, αλλά για να τον θυμούνται.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ιστορία αθλητής πίνγκ πόνγκ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ