Στις 21 Αυγούστου η Decca Classics κυκλοφορεί ένα μουσικό άλμπουμ με έργα στο πιάνο που ο Άντονι Χόπκινς έχει συνθέσει εδώ και έξι και πλέον δεκαετίες.
- Ο Άντονι Χόπκινς στρέφεται στη μουσική, κυκλοφορώντας το άλμπουμ «Life Is a Dream» με συνθέσεις έξι δεκαετιών. Το έργο, που ερμηνεύει η Φιλαρμόνια Ορχήστρα υπό τον Γκουστάβο Ντουνταμέλ, θα διαθέσει τα έσοδά του για την ανακούφιση σεισμοπαθών στη Βενεζουέλα.
- Ένα καθοριστικό σημείο στην πορεία του ήταν η σχολική αποτυχία το 1955 και η υπόσχεση στον πατέρα του ότι θα πετύχει. Λίγο αργότερα, κέρδισε υποτροφία, εντάχθηκε στον θίασο του Λόρενς Ολίβιε και ξεκίνησε την κινηματογραφική του καριέρα.
- Το 1975, έπειτα από ένα αλκοολικό μπλακ άουτ, αναζήτησε βοήθεια στους Ανώνυμους Αλκοολικούς. Αυτή η απόφαση αποτέλεσε το τέλος του εθισμού του, οδηγώντας τον σε μια νέα αρχή και μια βαθύτερη πνευματική αναζήτηση, παραμένοντας νηφάλιος έκτοτε.
- Παρά την πρόσφατη απώλεια του σπιτιού του σε πυρκαγιά, παραμένει δραστήριος, με νέες ταινίες και μουσικά σχέδια. Αντιμετωπίζει τη ζωή με ευγνωμοσύνη, αντλώντας έμπνευση από τη μνήμη των γονιών του και βρίσκοντας ομορφιά στην αποδοχή της θνητότητας.
Ο Άντονι Χόπκινς έχει γεμίσει τις οθόνες μας για πάνω από μισό αιώνα: υπήρξε ο αινιγματικός Χάνιμπαλ Λέκτερ, ο... «πιο κακός των κακών» στη «Σιωπή των Αμνών», ο συγκρατημένος και στωικός μπάτλερ Στίβενς στα «Απομεινάρια μιας μέρας», ένας πειστικός ποντίφικας στους «Δύο Πάπες», όπου τον βλέπουμε να παίζει πιάνο, ένας συγκλονιστικός ηλικιωμένος με άνοια στο «Ο Πατέρας».
«Δεν ξέρω ποιος είμαι. Δεν έχω ιδέα»
Ο κατάλογος είναι μακρύς, με πολλούς από τους ρόλους του να ξεχωρίζουν για την ψυχρή τους ένταση και μια συγκράτηση τόσο ισορροπημένη και ανένδοτη που καθηλώνει. Ο ίδιος, εννοείται, δεν είναι οι χαρακτήρες που ενσαρκώνει. Ωστόσο ο ίδιος περιγράφει συχνά τον εαυτό του, ακόμη και στα περσινά του απομνημονεύματα «We Did OK, Kid», ως «ψυχρό ψάρι», απόμακρο, έναν άνθρωπο μοναχικό από συνήθεια που ζει με τη σκληρή λογική του «σφίξε τα δόντια και προχώρα», ως άμυνα απέναντι στους πόνους και τις απογοητεύσεις της ζωής. «Καμιά φορά η γυναίκα μου, η Στέλα, με ρωτάει: “Ποιος είσαι πραγματικά;” Κι εγώ απαντώ: “Δεν ξέρω. Δεν έχω ιδέα”», λέει, μιλώντας στην Telegraph ο 88χρονος ηθοποιός.
Ο ηθοποιός Χόπκινς συνεχίζει να δουλεύει, με τουλάχιστον τέσσερις ταινίες σε εξέλιξη αυτή τη στιγμή. Όμως τα τελευταία χρόνια, σαν να νιώθει μια επείγουσα ανάγκη να καταγράψει πλευρές της ζωής του που αλλιώς κινδυνεύουν να χαθούν, έχει στραφεί στη ζωγραφική και στη μουσική. Στις 21 Αυγούστου η Decca Classics κυκλοφορεί ένα άλμπουμ με έργα που ο Χόπκινς έχει συνθέσει εδώ και έξι και πλέον δεκαετίες.
Με τίτλο «Life Is a Dream», ερμηνεύεται από τη Φιλαρμόνια Όρκεστρα, τη Χορωδία Μπαχ και τη χορωδία του Καθεδρικού του Γουίντσεστερ, υπό τη διεύθυνση, ουδέν μικρό επίτευγμα, του βραβευμένου με Grammy σούπερ σταρ αρχιμουσικού Γκουστάβο Ντουνταμέλ.
Η μουσική ήταν πάντα μια ζωτική δύναμη μέσα του
Ο στενός φίλος του Χόπκινς, Μπράντλεϊ Κούπερ, που σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε στη βιογραφική ταινία για τον Λέοναρντ Μπερνστάιν «Maestro», τον σύστησε στον αρχιμουσικό. Τόσο ο Ντουνταμέλ όσο και ο τσελίστας του άλμπουμ, Γκρεγκόριο Νιέτο, είναι Βενεζουελανοί. Τα έσοδα από τις πωλήσεις του δίσκου θα διατεθούν για την ανακούφιση των πληγέντων από τους πρόσφατους σεισμούς στη χώρα.
Από ηχηρές φανφάρες και εμβατήρια μέχρι λυρικά ρομάντζα και ουαλικά χορωδιακά ξεσπάσματα, το ύφος είναι εκλεκτικό και επιδέξιο, θυμίζοντας τα έργα του Ραλφ Βον Γουίλιαμς, σε σημείο που ο ακροατής θα αναρωτηθεί: Πώς, πότε και πού ξεκίνησε η μουσική στη ζωή του;
Ο Χόπκινς γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Μάργκαμ, προάστιο του Πορτ Τάλμποτ, στη νότια Ουαλία. Οι γονείς του εργάστηκαν ακούραστα για να δώσουν τα καλύτερα σε έναν γιο που πέρασε, όπως ο ίδιος παραδέχεται, τα περισσότερα σχολικά του χρόνια σε πλήρη αντίσταση. Η μουσική, όμως, ήταν πάντα μια ζωτική δύναμη μέσα του.
«Ήμουν έξι ή εφτά χρονών όταν ξεκίνησα να παίζω μουσική», λέει. «Η μητέρα μου μού αγόρασε ένα μικρό πιάνο. Θυμάμαι τη χρονολογία πάνω του: 1827. Ήταν ουαλικό πιάνο, με ξύλινο σκελετό. Άρχισα μαθήματα μουσικής. Ήμουν μάλλον πολύ μικρός για να τα καταφέρω. Έμαθα να διαβάζω νότες αρκετά γρήγορα, αλλά δεν μου άρεσαν οι τεχνικές απαιτήσεις, οι κλίμακες. Έτσι απομακρύνθηκα και πήρα λίγο χαρτί πενταγράμμου να περνάω την ώρα μου. Έγραφα μικρές μελωδίες, χωρίς όμως να έχω τη θεωρητική τεχνική για να βγάλω νόημα από αυτές. Συνέχισα όμως, και κάποια χρόνια αργότερα άρχισα να αυτοσχεδιάζω στο πιάνο πιο σοβαρά».
Ως νεαρός ηθοποιός στο θέατρο Λίβερπουλ Πλέιχαουζ το 1964, ο Χόπκινς είχε συνηθίσει να παίζει σε ένα όρθιο πιάνο στο καμαρίνι όσο περίμενε να τον καλέσουν στη σκηνή. Τότε έγραψε το «And the Waltz Goes On», που έγινε γνωστό δεκαετίες αργότερα από τον βιολιστή και αρχιμουσικό Αντρέ Ριέ, αφού η γυναίκα του Χόπκινς του έστειλε κρυφά τη μελωδία. Το κομμάτι περιλαμβάνεται στο «Life Is a Dream» και οι εναλλαγές ματζόρε-μινόρε θυμίζουν ένα από τα τζαζ βαλς του Σοστακόβιτς, γραμμένα για τον κινηματογράφο στη δεκαετία του 1950.
Ο Χόπκινς γοητεύτηκε από τον τρόπο εργασίας των συνθετών κινηματογραφικής μουσικής, ενδιαφέρον που ξύπνησε ως μαθητής ακούγοντας τη μουσική του Ουίλιαμ Γουόλτον για τον «Άμλετ» του 1948 με τον Λόρενς Ολίβιε, με τον οποίο αργότερα θα συνεργαζόταν. «Έτσι, όταν άρχισα να κάνω ταινίες, ζητούσα να παρακολουθώ τις ενορχηστρώσεις», λέει.
Τι είναι η μουσική για τον ίδιο; «Η μουσική για μένα είναι κάτι υπερβατικό, ένας δρόμος προς την εσωτερική γαλήνη. Τα κομμάτια του άλμπουμ αντανακλούν θέματα της παιδικής μου ηλικίας. Σχετίζονται με τις πρώτες μου αναμνήσεις στην Ουαλία, όπως τόσο συχνά ακούγονται στη μελαγχολία του σόλο τσέλου. Η ζωή είναι ένας μακρύς αποχαιρετισμός. Λέμε αντίο στην παιδική ηλικία, στην εφηβεία. Λέμε αντίο σε ό,τι μας πικραίνει. Και τελικά έρχεται το τέλος όλων. Για μένα υπάρχει παρηγοριά και ομορφιά στο να γράφω και να δημιουργώ, ειδικά όταν γράφω για τσέλο».
Λάτρης των ημερομηνιών, των γεγονότων, των χιλιάδων στίχων ποίησης που έχει απομνημονεύσει, ο Χόπκινς επιστρέφει σε ένα καθοριστικό σημείο της σχολικής του ζωής. «Πάσχα του 1955. Λίγο πριν τη Μεγάλη Παρασκευή. Ήμουν ανήσυχος», θυμάται. «Ήξερα ότι ο έλεγχός μου θα ήταν κακός και ότι ο πατέρας μου θα έπρεπε να τον διαβάσει. Ήταν απαράδεκτος. Η παρατήρηση έλεγε: “Ο Άντονι βρίσκεται πολύ κάτω από το επίπεδο του σχολείου”. Θυμάμαι τον πατέρα μου, φούρναρη, που πάλευε να μου δώσει καλή μόρφωση εκείνα τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια, όταν όλοι πάλευαν… Θυμάμαι που μου είπε: “Δεν ξέρω τι θα απογίνεις”. Στεκόμασταν στην κουζίνα, πίσω από το μαγαζί, τον οικογενειακό φούρνο, στο Πορτ Τάλμποτ. Και του είπα: “Μια μέρα θα σου δείξω”. Κι εκείνος απάντησε: “Το ελπίζω”. Και η μητέρα μου είπε: “Είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις”. Μετά πήγαμε κι οι τρεις μας σινεμά».
Λίγο αργότερα, χωρίς ιδιαίτερη ενθάρρυνση από κανέναν, ο Χόπκινς πήρε υποτροφία για το σημερινό Βασιλικό Ουαλικό Κολέγιο Μουσικής και Δράματος στο Κάρντιφ. Μέσα σε λίγα χρόνια έγινε μέλος του θιάσου του Ολίβιε στο Εθνικό Θέατρο, τότε στεγασμένο στο Old Vic του νότιου Λονδίνου, και πρωταγωνίστησε στην πρώτη του ταινία, «Το λιοντάρι το χειμώνα» του 1968, με τους Πίτερ Ο’Τουλ και Κάθριν Χέπμπορν.
«Δεν ήμουν καθόλου έξυπνο παιδί. Με θεωρούσαν κάπως χαζό, τον “Ντένις τον χαζούλη”, κι όμως, για κάποιον παράξενο, ανεξήγητο λόγο, μου δόθηκαν τέτοια χαρίσματα στη ζωή, τέτοιες δυνατότητες. Οπότε πιστεύω ότι όποια δύναμη κι αν υπάρχει μέσα μας, ας τη λέμε Θεό ή όπως θέλουμε, το πεδίο της ύπαρξης, την ψυχή, δεν ξέρω τι είναι, τώρα σε αυτή την ηλικία νιώθω πιο κοντά της από ποτέ. Τότε, εβδομήντα χρόνια πριν, εκείνη η παρουσία μού είπε: “Εντάξει, προχώρα, βάλε ζώνη ασφαλείας”. Η υποκριτική απαιτεί σκέψη και τέχνη για να δημιουργήσεις. Το είδα αυτό στον Ολίβιε, στην Τζόαν Πλόουραϊτ, στη Μάγκι Σμιθ. Αυτή η πειθαρχία είναι απαραίτητη για να επιβιώσεις. Αλλιώς βουλιάζεις στο βάλτο».
Το άλλο καθοριστικό σημείο στην ζωή του
Ποιο ήταν το άλλο καθοριστικό σημείο στην ζωή του; Η απάντηση αφορά τον πολυσυζητημένο αγώνα του με το αλκοόλ. Είναι ένα από τα λίγα προσωπικά θέματα για τα οποία μιλά ανοιχτά, με την ελπίδα ότι θα βοηθήσει όσους περνούν παρόμοιες δυσκολίες.
«Πάμε πίσω στο 1975, 27 Δεκεμβρίου. Οδηγούσα προς ένα πάρτι. Τελούσα υπό αλκοολικό μπλακ άουτ. Ήξερα για τον αλκοολισμό, αλλά δεν ήθελα να το αντιμετωπίσω. Συνειδητοποίησα ότι θα μπορούσα να σκοτώσω μια ολόκληρη οικογένεια με την οδήγησή μου. Κάποιος στη Νέα Υόρκη μού είχε πει: “Αν θέλεις ποτέ να μιλήσεις σε κάποιον, πάρε αυτόν τον αριθμό”. Τη Δευτέρα το πρωί τηλεφώνησα. Ήταν οι Ανώνυμοι Αλκοολικοί. Είπα: “Θα έρθω να σας δω”. Δεν ήθελα να έρθει κανείς σε μένα, είχα ακόμη κάποια περηφάνια.
»Μια ηλικιωμένη κυρία ήταν εκεί, πολύ ευγενική. Με ρώτησε: “Πώς νιώθεις;” Είπα: “Ξέρω ότι έχω μεγάλο πρόβλημα και δεν ξέρω τι να κάνω”. Εκείνη είπε: “Δεν χρειάζεται να ξαναπιείς ποτέ”. Και μετά, ήξερα ότι θα το έλεγε, πρόσθεσε: “Γιατί δεν εμπιστεύεσαι τον Θεό;” Γονάτισα στον δρόμο και μια τεράστια δύναμη μέσα μου είπε: “Τώρα όλα τελείωσαν. Μπορείς να αρχίσεις να ζεις… και όλα αυτά είχαν έναν σκοπό”. Και η λαχτάρα για ποτό έφυγε από μέσα μου. Δεν ξαναγύρισε ποτέ. Εδώ και πενήντα χρόνια».
Η αντίληψή του για τον Θεό
Η αντίληψή του για τον Θεό αγκαλιάζει μια δύναμη πέρα από τις τυπικές θρησκευτικές δομές. Θα ήταν σωστό να πούμε ότι «πιστεύει» στον Θεό, ή είναι απλοϊκό; «Ποτέ δεν θα προσπαθούσα να μεταπείσω κανέναν. Χαίρομαι όμως που άνοιξαν τα παράθυρα για μένα. Γιατί το να ζεις με μια αθεϊστική φιλοσοφία - μπορεί να κάνω λάθος, δεν είμαι κανένας διανοούμενος - σημαίνει να ζεις με όλα τα παράθυρα κλειστά. Η βεβαιότητα είναι μια από τις μεγαλύτερες φρίκες της ανθρώπινης εμπειρίας. Ο Στάλιν ήταν βέβαιος. Ο Χίτλερ ήταν βέβαιος. Μέσα σε αυτή τη βεβαιότητα κρύβεται φόνος, χάος, τραγωδία. Νομίζω λοιπόν ότι μόλις ανοίξουμε τα μάτια μας και σκεφτούμε “ίσως υπάρχει κάτι, ίσως υπάρχει Θεός”, ανοίγουν τα παντζούρια. Πώς είμαι ακόμη εδώ στα 88 μου; Θα έπρεπε να είχα πεθάνει το 1975. Και το λέω με όλη την ταπεινότητά μου, γιατί δεν μπορώ να το εξηγήσω. Κοιτάζω όλη μου τη ζωή και μένω έκπληκτος με όσα έχουν συμβεί».
Τα απομνημονεύματά του αφορούν κυρίως τη ζωή και την καριέρα του, τους τρεις γάμους του (με την Πετρονέλα Μπάρκερ, τη Τζένιφερ Λίντον και τη σημερινή σύζυγό του Στέλα Αρόγιο), τη ζωή του στο Χόλιγουντ, την οδυνηρή αποξένωση από την ενήλικη κόρη του με την Μπάρκερ, για την οποία γράφει ανοιχτά αλλά δεν θέλει να μιλήσει.
Ένας φόρος τιμής στους γονείς του
Πάνω απ’ όλα, όμως, το βιβλίο, όπως και μεγάλο μέρος της μουσικής που έχει γράψει, είναι ένας φόρος τιμής στους γονείς του. Παρά την απεγνωσμένη επιθυμία του, μεγαλώνοντας, να απομακρυνθεί από τη μικρή ουαλική κοινότητά του, η αφοσίωσή του σε αυτούς, και σε ό,τι του πρόσφεραν, παραμένει ακλόνητη και συγκινητική.
«Χάρηκα πολύ που ο πατέρας μου έζησε αρκετά ώστε να με δει να πετυχαίνω. Συγκινήθηκε βαθιά. Με ρώτησε: “Πώς τα κατάφερες;” Αυτό μου γέννησε αγάπη και συμπόνια. Ο ίδιος δεν είχε ευκαιρίες στη ζωή του. Δούλευε στο φούρνο από τα δεκατέσσερά του, χωρίς μόρφωση. Ήταν ανέκαθεν ανήσυχος και απαισιόδοξος, αλλά είχε μεγάλο σθένος μέσα του. Η μητέρα μου ήταν το στήριγμα, αυτή που κρατούσε την ηρεμία. Όταν δούλευα, προσπαθούσα πάντα να ενσαρκώσω τον πατέρα μου σε κάποιον ρόλο.
»Γιατί καταλάβαινα κάτι μέσα του, που υπάρχει και στη δική μου φύση. Δούλεψε σκληρά. Να είσαι ευγνώμων. Δώσε τον καλύτερό σου εαυτό. Μην τα παρατάς. Αυτό λέω στους νέους. Η ζωή είναι σκληρή. Η ζωή είναι δύσκολη. Μην τα παρατάτε! Πρέπει να αντιμετωπίσεις τις συμφορές της ζωής».
Η περιγραφή του θανάτου του πατέρα του αφήνει ανεξίτηλο σημάδι. «Πέθαινε από καρδιά. Ήταν αφοσιωμένος άθεος. Τον ρώτησα: “Πώς είσαι, μπαμπά;” Κι εκείνος είπε: “Θεέ μου, κοίτα, εκεί είναι ο πατέρας μου και η μητέρα μου…” Δεν ξέρω από πού προήλθε αυτό. Παραίσθηση, υποθέτω… τι ξέρουν οι επιστήμονες; Ποιος μπορεί να εξηγήσει τον Γαλαξία, τους γαλαξίες πέρα από αυτόν; Τι ξέρουμε τελικά; Την επόμενη μέρα, μετά τον θάνατό του, περπατούσα στο πάρκο του Νιούπορτ. Ήταν άνοιξη. Μάρτιος. Όλα τα άνθη έβγαιναν στο πάρκο. Και σκέφτηκα: “Να το. Η ζωή, γεμάτη μπουμπούκια. Πουλιά να κελαηδούν. Σκυλιά να γαβγίζουν. Παιδιά να παίζουν. Το μαχαίρι μπαίνει βαθιά. Γιατί να αγαπάς, αν το να χάνεις πονάει τόσο πολύ…”».
Θέλει να ξεκαθαρίσει ότι, παρά αυτή την τάση προς τη μελαγχολία, δεν είναι καταθλιπτικός, μόνο προβληματισμένος, διαρκώς γοητευμένος. «Κοιτάζω τη ζωή μου. Είμαι ευτυχισμένος. Παιδική ηλικία, ενηλικίωση, εφηβεία. Έχεις επιτυχία. Βγάζεις χρήματα. Και ξαφνικά βλέπεις, στον μακρινό λόφο, τον θάνατο. Και υπάρχει μεγάλη ομορφιά σε αυτό. Μας βοηθά να εστιάσουμε σε αυτό που έχει σημασία. Ακούγομαι λίγο σαν ιεροκήρυκας, έτσι δεν είναι;»
Το 2025, ο Χόπκινς και η γυναίκα του έχασαν το σπίτι τους στη φονική πυρκαγιά των Πάλισεϊντς στο Λος Άντζελες. Μαζί με την κουνιάδα και την ανιψιά του, ζουν προσωρινά σε άλλο κατάλυμα μέχρι να ετοιμαστεί το νέο τους σπίτι. Δεν στέκεται στην απώλεια, γράφοντας τότε στο Instagram: «Το μόνο που παίρνουμε μαζί μας είναι η αγάπη που δίνουμε». Παραμένει δραστήριος. Όπως γράφει και στα απομνημονεύματά του, θα τον τρέλαινε η ιδέα να κάθεται πολλή ώρα σε μια βεράντα κοιτάζοντας το πουθενά.
Ελπίζει να συνεργαστεί με τον Ντουνταμέλ και νέους μουσικούς στη Βενεζουέλα αργότερα φέτος. «Θα ήθελα να γράψω ένα μεγάλο έργο σε στυλ Μπερλιόζ, ίσως για δύο ορχήστρες και χορωδίες!» Ανησυχεί για την υποδοχή του άλμπουμ του; Σίγουρα θα υπάρξουν όσοι θα σαρκάσουν μια τόσο όψιμη καλλιτεχνική στροφή. «Ανησυχία; Δεν με νοιάζει καθόλου. Αν δεν τους αρέσει, δεν έγινε και κάτι».