Πολύ πριν γίνει το παγκόσμιο hotspot πάρτι και πολυτελείας, η Μύκονος ζούσε μια από τις πιο ανατριχιαστικές ιστορίες της ελληνικής λαογραφίας.
Ποιος θα περίμενε ότι στο πλέον λαμπερό «νησί των ανέμων» οι κάτοικοι ζούσαν κάποτε τρομοκρατημένοι από την «παρουσία ενός βρικόλακα»;
Το χρονικό του τρόμου
Η ιστορία του «βρικόλακα της Μυκόνου», που εκτυλίχθηκε τον χειμώνα του 1700-1701, αποτελεί μια από τις πιο καλά τεκμηριωμένες και συγκλονιστικές περιπτώσεις λαϊκής υστερίας στην ελληνική λαογραφία.
Όλα ξεκίνησαν όταν ένας ντόπιος γεωργός, γνωστός για τον δύστροπο χαρακτήρα του, βρέθηκε δολοφονημένος στα χωράφια. Λίγες ημέρες μετά την ταφή του οι κάτοικοι άρχισαν να αναφέρουν περίεργα περιστατικά: Έβλεπαν έναν σκοτεινό άνθρωπο να περιπλανιέται τις νύχτες, να χτυπά πόρτες και να προκαλεί μικροζημιές.
Η φήμη διογκώθηκε γρήγορα, με τους Μυκονιάτες να ισχυρίζονται ότι ο νεκρός εισέβαλλε στα σπίτια τους, προκαλούσε ζημιές, έσβηνε τα φώτα και τρομοκρατούσε τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Ο πανικός ήταν τόσο έντονος, που πολλοί εγκατέλειψαν τις εστίες τους και επέλεξαν να διανυκτερεύουν στην ύπαιθρο ή να μείνουν σε συγγενείς τους για να νιώσουν πιο ασφαλείς.
Η παρουσία του Γάλλου Τουρνεφόρ στο νησί και η εκταφή
Αυτή η υστερία συνέπεσε με την παραμονή στο νησί του Ζοζέφ Πιτόν ντε Τουρνεφόρ, ενός από τους πιο διακεκριμένους Γάλλους βοτανολόγους της εποχής του. Ο Τουρνεφόρ, που βρισκόταν στη Μύκονο στο πλαίσιο επιστημονικής αποστολής, παρακολούθησε ως αυτόπτης μάρτυρας τις ενέργειες των ντόπιων.
Εννέα ημέρες μετά την κηδεία του ντόπιου γεωργού οι κάτοικοι προχώρησαν στην εκταφή της σορού του.
Λόγω των φυσικών διεργασιών της αποσύνθεσης, το σώμα βρέθηκε σε σχετικά καλή κατάσταση, με υγρό αίμα και κάποια θερμότητα. Οι Μυκονιάτες το ερμήνευσαν ως ξεκάθαρη απόδειξη ότι ο νεκρός είχε γίνει... βρικόλακας.
Ένας ντόπιος κρεοπώλης (χασάπης) αφαίρεσε την καρδιά, την έκαψαν στην ακτή, αλλά οι εμφανίσεις και οι φήμες δεν σταμάτησαν. Αντίθετα, η υστερία εντάθηκε.
Η τελική λύση
Η οριστική λύση δόθηκε την 1η Ιανουαρίου 1701. Με άδεια των οθωμανικών αρχών, οι κάτοικοι μετέφεραν το πτώμα στο μικρό ακατοίκητο νησάκι του Αγίου Γεωργίου, το οποίο έκαψαν ολοσχερώς σε μεγάλη πυρά. Μόνο μετά από αυτή την πλήρη αποτέφρωση οι φήμες σταμάτησαν και ο φόβος εξαφανίστηκε από τη Μύκονο.
Η ανάμνηση αυτού του μακάβριου γεγονότος έμεινε ζωντανή στους αιώνες, επηρεάζοντας ακόμα και την τοπική ονοματολογία, καθώς ο λόφος όπου σήμερα βρίσκεται ο Φάρος Αρμενιστής ονομαζόταν παλαιότερα «Βουρβούλακας», όρος που στην ντόπια διάλεκτο παρέπεμπε ευθέως στον βρικόλακα.
Η πρωτότυπη μαρτυρία του Ζοζέφ Πιτόν ντε Τουρνεφόρ είναι διαθέσιμη online στο Internet Archive («A Voyage into the Levant», 1741).