Όλα ξεκίνησαν στις 27 Φεβρουαρίου 1970, όταν η τοπική εφημερίδα δημοσίευσε ένα πρωτοσέλιδο με τίτλο: «Περπατάει κάποιος βρικόλακας στο Χάιγκεϊτ;».
- Το 2010, ο Τζέιμι Φάραντ, διαβάζοντας για τον θρύλο του βρικόλακα του Χάιγκεϊτ, αναγνώρισε το όνομα του αποξενωμένου πατέρα του, Ντέιβιντ. Η μητέρα του επιβεβαίωσε την ταυτότητά του, οδηγώντας στην πρώτη τους συνάντηση.
- Τον Φεβρουάριο του 1970, η τοπική εφημερίδα Hampstead & Highgate Express πυροδότησε τον θρύλο με πρωτοσέλιδο για έναν πιθανό βρικόλακα, συνδέοντας ανεξήγητα φαινόμενα που συνέβαιναν στο παραμελημένο νεκροταφείο του Χάιγκεϊτ.
- Ο Ντέιβιντ Φάραντ και ο Σον Μάντσεστερ αναδείχθηκαν ως αντίπαλοι κυνηγοί βρικολάκων. Ο ανταγωνισμός τους κορυφώθηκε με ένα μαζικό κυνήγι που οργάνωσε ο Μάντσεστερ, οδηγώντας σε βανδαλισμούς και στη σύλληψη του Φάραντ.
- Η έχθρα μεταξύ Φάραντ και Μάντσεστερ συνεχίστηκε για δεκαετίες στο διαδίκτυο, ακόμη και μετά τον θάνατο του Φάραντ το 2019. Ο θρύλος, ωστόσο, παραμένει ζωντανός, εμπνέοντας βιβλία, κόμικς και τηλεοπτικές σειρές.
Ο Τζέιμι Φάραντ έχει καταλάβει κάτι που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα καταλάβουν ποτέ: τι σημαίνει να είσαι γιος ενός κυνηγού βρικολάκων.
Ο βρετανός λιμενεργάτης έφτασε σε αυτή τη γνώση εντελώς τυχαία, πριν από 16 χρόνια. Την μια μέρα ήταν ο Τζέιμι Φάραντ, το αγόρι χωρίς πατέρα που είχε περάσει τη μισή του ζωή αναρωτώμενος για το μυστήριο της καταγωγής του. Την επόμενη, καθόταν στο σπίτι του στα περίχωρα του Σαουθάμπτον, ένα απόγευμα στις αρχές του 2010, κοιτάζοντας κάποιες φωτογραφίες στην οθόνη του υπολογιστή του. Έδειχναν έναν αδύνατο άνδρα, ντυμένο με εκκεντρικά ρούχα. Οι ακόμη παλιότερες ασπρόμαυρες φωτογραφίες απεικόνιζαν μια νεανική, αιθέρια φιγούρα γύρω στα 20, να σφίγγει μια Βίβλο στο στήθος του μέσα σε ένα νεκροταφείο στα βόρεια του Λονδίνου.
Το πρώτο πράγμα που παρατήρησε ήταν ένα όνομα: Ντέιβιντ Φάραντ. Μετά ήρθε η αδιαμφισβήτητη ομοιότητα στα χαρακτηριστικά του προσώπου τους. Και μετά ο Τζέιμι έπεσε πάνω στα εκατοντάδες δημοσιεύματα που συνέδεαν τον πατέρα του, Ντέιβιντ Φάραντ με τον βρικόλακα του Χάιγκεϊτ, έναν από τους πιο διαχρονικούς αποκρυφιστικούς θρύλους του 20ού αιώνα.
Είχε γίνει βασικό θέμα σε όλα τα βρετανικά ΜΜΕ
Μεγαλώνοντας στη νότια ακτή της Αγγλίας, ο Τζέιμι Φάραντ συχνά ονειροπολούσε τι είδους άνθρωπος θα ήταν ο πατέρας του, που έλειπε από τη ζωή του τόσα χρόνια. Η ανατροφή του ήταν αρκετά ήρεμη, με τη μητέρα του, τον πατριό του και τον μικρότερο αδερφό του. Πριν από το Σαουθάμπτον, ο μικρός Τζέιμι και η μητέρα του είχαν ζήσει επίσης στο βόρειο Λονδίνο, σε ένα διαμέρισμα ανάμεσα στο Χάιγκεϊτ και το Μάσγουελ Χιλ. «Ήμουν περίπου 18 μηνών όταν εκείνη του είπε ότι «ο πατέρας σου μας παράτησε. Έφυγε όταν τα πράγματα άρχισαν να γίνονται παράξενα», μου είπε σε μία από τις πολλές συναντήσεις μας τα τελευταία δύο χρόνια. «Είπε ότι πήρε το πρώτο τρένο και δεν κοίταξε ποτέ πίσω».
Κατά τη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας, η μητέρα του αρνούνταν να μιλήσει για την ταυτότητα του πατέρα του. Λίγο μετά τα 18α γενέθλιά του, όμως, είχε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον θείο του, που θυμόταν πολύ καλά τον πατέρα του Τζέιμι. Είχε γίνει βασικό θέμα σε όλα τα βρετανικά ΜΜΕ.
Έκτοτε, η περιέργειά του ξυπνούσε κατά διαστήματα. Από μικρή ηλικία είχε ενδιαφέρον για το παράξενο, φαντάσματα, υπερφυσικά όντα, λυκάνθρωπους. Του άρεσε, όπως λέει μιλώντας τις προάλλες στον Observer, η... ήρεμη ανησυχία που προκαλούσαν αυτές οι ιστορίες. Στις αρχές του 2010 είχε αγοράσει ένα βιβλίο με ιστορία των πιο γνωστών υποθέσεων της Βρετανίας. Κατά σύμπτωση, η τότε κοπέλα του είχε το ίδιο βιβλίο στο σπίτι της. «Διαβάσαμε το κεφάλαιο για τον βρικόλακα του Χάιγκεϊτ και είδαμε το όνομα Ντέιβιντ Φάραντ. Σκέφτηκα: "Αναρωτιέμαι αν αυτός μπορεί να είναι ο πατέρας μου". Ρώτησα τη μητέρα μου και το επιβεβαίωσε. Έτσι βρήκα την ιστοσελίδα του και του έστειλα ένα email».
Εβδομάδες αργότερα, ο Τζέιμι στεκόταν στην είσοδο μιας πολυκατοικίας στο Μάσγουελ Χιλ, προσπαθώντας να συγκρατήσει το άγχος στο στομάχι του. «Χτύπησα την πόρτα και περίμενα. Το διαμέρισμά του ήταν στον τελευταίο όροφο. Τελικά, είδα μια σκιώδη φιγούρα να πλησιάζει την πόρτα. Άνοιξε και σφίξαμε τα χέρια. Τον ακολούθησα στις σκάλες και έφτιαξε τσάι. Μετά αρχίσαμε να μιλάμε, και αυτό ήταν».
«Περπατάει κάποιος βρικόλακας στο Χάιγκεϊτ;»
Όλα ξεκίνησαν στις 27 Φεβρουαρίου 1970, όταν η τοπική εφημερίδα Hampstead & Highgate Express δημοσίευσε ένα πρωτοσέλιδο που εγγυημένα θα τραβούσε την προσοχή των κατοίκων του βόρειου Λονδίνου, με τίτλο: «Περπατάει κάποιος βρικόλακας στο Χάιγκεϊτ;». Το συνοδευτικό άρθρο πρόσφερε μια τολμηρή εξήγηση για μια σειρά υπερφυσικών εμφανίσεων μέσα και γύρω από το νεκροταφείο του Χάιγκεϊτ τα προηγούμενα δυόμισι χρόνια.
Το 1967, δύο έφηβες που περπατούσαν προς το σπίτι κοντά στη λεωφόρο Σουέινς ισχυρίστηκαν πως είδαν νεκρούς να ανασηκώνονται από τους τάφους τους κοντά στη βόρεια πύλη του νεκροταφείου. Μια άλλη νεαρή γυναίκα ξύπνησε ένα βράδυ με «κάτι κρύο που ακούμπησε» το χέρι της, το οποίο άφησε εμφανή σημάδια το επόμενο πρωί. Άλλες αναφορές μιλούσαν για έναν «ψηλό άνδρα με καπέλο» που περιπλανιόταν στους δρόμους πριν εξαφανιστεί μέσα από τα παχιά πέτρινα τείχη του νεκροταφείου.
Αν σήμερα το Χάιγκεϊτ συνδέεται με διάσημους ηθοποιούς και Ρώσους ολιγάρχες, δεν ήταν πάντα έτσι. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, το Λονδίνο βρισκόταν σε καθοδική πορεία, επιταχυνόμενη από τη μείωση του πληθυσμού και τη φθορά των κτιρίων. Ερείπια από τον βομβαρδισμό του Δευτέρου Παγκοσμίου ήταν ακόμη ορατά σε όλη την πόλη. Τα νεκροταφεία του Λονδίνου βρίσκονταν σε ιδιαίτερα κακή κατάσταση.
Πουθενά αυτό δεν ήταν πιο έντονο απ' ό,τι στο νεκροταφείο του Χάιγκεϊτ. Χτισμένο με μεγάλο κόστος τη δεκαετία του 1830, ήταν το πιο μεγαλοπρεπές από αυτά που έγιναν γνωστά ως τα «υπέροχα επτά» νεκροταφεία της πρωτεύουσας, που δημιουργήθηκαν για να καλύψουν την πληθυσμιακή έκρηξη της βικτωριανής εποχής. Όταν η μητρική εταιρεία του νεκροταφείου βρέθηκε σε οικονομικά προβλήματα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η συντήρησή του μειώθηκε.
Το folk horror και οι σατανιστές ήταν στην ακμή τους
Τη δεκαετία του 1970, τα φθαρμένα βικτωριανά μαυσωλεία και οι γραφικές, κατάφυτες ταφόπλακες ταίριαζαν με το πολιτισμικό κλίμα της εποχής. Το folk horror ήταν στην ακμή του, με την κυκλοφορία της ταινίας «The Wicker Man» το 1973 και την ασταμάτητη παραγωγή ταινιών τρόμου της Hammer, αρκετές από τις οποίες γυρίστηκαν στο νεκροταφείο του Χάιγκεϊτ.
Ο καθηγητής Ρόναλντ Χάτον έχει αφιερώσει την καριέρα του στη μελέτη του βρετανικού αποκρυφισμού. Ήταν, όπως εξήγησε, και η πρώτη εποχή της αντικουλτούρας. «Ο αγώνας για επιβίωση που είχαν βιώσει οι προηγούμενες γενιές ξαφνικά χάνεται μέσα σε αυτόν τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο. Κι αυτό που συμβαίνει στο Χάιγκεϊτ είναι μια ασυνήθιστη και μάλλον παράξενη εκδήλωση της χίπικης αντικουλτούρας».
Στις αρχές του 1970, νεκρά ζώα είχαν βρεθεί μέσα και γύρω από το νεκροταφείο του Χάιγκεϊτ, με τα κουφάρια τους φερόμενα να έχουν αποστραγγιστεί από αίμα. Στις 6 Φεβρουαρίου, ο τότε 25χρονος Ντέιβιντ Φάραντ, γιος τοπικού καπνοπώλη, μίλησε στην τοπική εφημερίδα περιγράφοντας τη δική του συνάντηση με μια γκρίζα φιγούρα. «Σε τρεις περιπτώσεις είδα κάτι που έμοιαζε με απόκοσμη εμφάνιση», έγραψε ο Φάραντ. «Την περασμένη εβδομάδα η φιγούρα εμφανίστηκε μόλις λίγα μέτρα μέσα από τις πύλες. Αυτή τη φορά ήταν εκεί αρκετή ώρα ώστε να τη δω πολύ πιο καθαρά».
Ο Φάραντ δεν δημιούργησε τον βρικόλακα του Χάιγκεϊτ. Αυτό ήταν έργο του συνομήλικου φίλου του, Σον Μάντσεστερ, φωτογράφου από το Νότινγκχαμσάιρ, ο οποίος τόνισε πως η εμφάνιση δεν ήταν ένα φάντασμα, αλλά ο «Βασιλιάς Βρικόλακας των Νεκροζώντανων», ένας μεσαιωνικός ευγενής που είχε ταφεί στο σημείο όπου οι Βικτωριανοί επέλεξαν να χτίσουν το νεκροταφείο. «Θα θέλαμε να εξορκίσουμε τον βρικόλακα με την παραδοσιακή και εγκεκριμένη μέθοδο», είπε ο Μάντσεστερ στην εφημερίδα, «περνώντας ένα παλούκι στην καρδιά του».
Ένα «επίσημο» δημόσιο κυνήγι βρικόλακα
Οι δύο άνδρες ήταν τακτικοί θαμώνες στην παμπ Γούντμαν, στο κάτω μέρος της οδού Μάσγουελ Χιλ. Αν και διαφορετικοί σε εμφάνιση και χαρακτήρα, ο Φάραντ λεπτός και φλύαρος, ντυμένος με δαντελένια πουκάμισα, ο Μάντσεστερ πιο γεροδεμένος και σοβαροφανής με μανδύα και παπιγιόν, οι δύο άνδρες μοιράζονταν το ταλέντο στη δημοσιότητα.
Όταν ο Μάντσεστερ ανακοίνωσε ότι θα διοργάνωνε ένα «επίσημο» δημόσιο κυνήγι βρικόλακα την Παρασκευή 13 Μαρτίου 1970, το τηλεοπτικό δίκτυο ITV έστειλε συνεργείο να καλύψει την εκδήλωση. Εκατοντάδες αυτοαποκαλούμενοι «κυνηγοί βρικολάκων» κατέφθασαν στο νεκροταφείο από όλη τη Βρετανία, ξεπερνώντας την αστυνομική περίφραξη στις πύλες. Δεκάδες τάφοι βεβηλώθηκαν, με σοβαρές ζημιές και στις κατακόμβες στην κορυφή του χώρου.
Εκείνον τον Αύγουστο, ένα ακέφαλο πτώμα βρέθηκε κοντά στον τάφο του, έχοντας τραβηχτεί έξω από το φέρετρό του. Εβδομάδες αργότερα, ο Φάραντ συνελήφθη για «κυνήγι βρικολάκων» στο νεκροταφείο, ενώ κρατούσε σταυρό και ξύλινο παλούκι. Η υπόθεση απορρίφθηκε στο δικαστήριο, αν και το BBC αργότερα τον κατέγραψε να αναπαριστά χαρωπά τη νυχτερινή του επίσκεψη.
Ένα χρόνο αργότερα, ο Φάραντ καταδικάστηκε για βεβήλωση τάφων και σε πενταετή φυλάκιση. Αν και πάντα αρνούνταν τις κατηγορίες, παραδέχτηκε ότι έστειλε ειδώλια βουντού σε δύο αστυνομικούς. Μετά την αποφυλάκισή του, εγκαταστάθηκε στο Μάσγουελ Χιλ, όπου έμεινε τις επόμενες τέσσερις δεκαετίες, με το διαμέρισμά του να γίνεται τόπος προσκυνήματος για θαυμαστές του βρικόλακα, δημοσιογράφους και σκηνοθέτες.
Η πορεία του Μάντσεστερ ήταν ίσως ακόμη πιο παράξενη. Τη δεκαετία του 1980 μετακόμισε στη νότια ακτή, αυτοαποκαλούμενος επίσκοπος σε έναν μυστηριώδη οργανισμό, την Παλαιά Καθολική Εκκλησία. Στο βιβλίο του του 1985, «The Highgate Vampire», περιέγραψε πώς τελικά νίκησε το νεκροζώντανο τέρας στο υπόγειο μιας γοτθικής έπαυλης κοντά στο Κράουτς Εντ στις αρχές του 1974.
Οι δεκαετίες που πέρασαν δεν μαλάκωσαν καθόλου την έχθρα ανάμεσα στον Μάντσεστερ και τον Φάραντ. Και οι δύο υιοθέτησαν νωρίς και με ενθουσιασμό το ίντερνετ, το οποίο τους επέτρεψε να ανταλλάσσουν δημιουργικές προσβολές κατά βούληση, μαζί με τους υποστηρικτές τους.
Ο Φάραντ πέθανε τον Απρίλιο του 2019, σε ηλικία 73 ετών, μετά από χρόνια προβλήματα υγείας. Ο Μάντσεστερ δημοσίευσε επικήδειο στο Facebook: «Αρκεί να πω ότι νιώθω λύπη που αποχώρησε από αυτή τη θνητή ζωή πριν προλάβουμε να συναντηθούμε άλλη μια φορά. Παρότι ίσως δεν θα ήθελε τις προσευχές μου, τις έχει ούτως ή άλλως. Ας αναπαυθεί εν ειρήνη».
Αυτή η φαινομενική μεγαλοψυχία δεν είναι όλη η ιστορία, σύμφωνα με τη χήρα του Φάραντ, Ντέλα, την τρίτη του σύζυγο. Ο Μάντσεστερ φέρεται να είχε προσπαθήσει επίσης να αποκτήσει το πιστοποιητικό θανάτου, ενώ δημοσίευε θεωρίες συνωμοσίας για την τελευταία ασθένεια του Ντέιβιντ. «Έχω κουραστεί με τον βρικόλακα. Οι ζωές μας αφορούσαν πολύ περισσότερα από αυτό», είπε η Ντέλα.
Ο θρύλος του βρικόλακα του Χάιγκεϊτ, ωστόσο, αρνείται να πεθάνει. Έχει αποδειχθεί ακαταμάχητος για νέες γενιές συγγραφέων, εμφανιζόμενος αναπόφευκτα στο «Buffy the Vampire Slayer», σε μια ιταλική σειρά κόμικς και σε ένα από τα μυθιστορήματα της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ για τον Κόρμοραν Στράικ, το «The Ink Black Heart», το οποίο χρησιμοποιεί το νεκροταφείο και τον θρύλο ως φόντο.