Ο ιστορικός Μαρτσέλο Φλόρες ερεύνησε την ιστορία του τραγουδιού στο δοκίμιο «Bella ciao», που κυκλοφορεί στα ισπανικά βιβλιοπωλεία.
- Οι ρίζες του τραγουδιού είναι ασαφείς, με πιθανή προέλευση από λαϊκά άσματα του 19ου αιώνα. Αντίθετα με τη διαδεδομένη αντίληψη, δεν αποτέλεσε τον κύριο ύμνο των Ιταλών παρτιζάνων, οι οποίοι προτιμούσαν άλλα, πιο πολιτικοποιημένα τραγούδια.
- Καθιερώθηκε ως ο ύμνος της Αντίστασης τη δεκαετία του 1960, όταν ηχογραφήθηκε επίσημα και διαδόθηκε από διεθνείς καλλιτέχνες όπως ο Ιβ Μοντάν. Ο ενωτικός του χαρακτήρας το κατέστησε αποδεκτό σε όλο το δημοκρατικό φάσμα.
- Τα τελευταία χρόνια στην Ιταλία, η αντίληψη για το τραγούδι έχει αλλάξει, καθώς η διαστρέβλωση από τα ΜΜΕ του προσέδωσε ένα κομματικό χρώμα που δεν είχε, συνδέοντάς το με μια μετακομμουνιστική φαντασίωση και καθιστώντας το διχαστικό.
- Το τραγούδι έγινε παγκόσμιο φαινόμενο χάρη στην επιτυχία της σειράς «Το Σπίτι του Χαρτιού» στο Netflix. Η προβολή αυτή το μετέτρεψε σε εικόνα της ποπ κουλτούρας, ξεπερνώντας ιδεολογίες και κοινωνικά στρώματα διεθνώς.
Οι στίχοι είναι τόσο απλοί που χωράνε σε μία μόνο πρόταση: ένας αντάρτης συναντά ένα πρωινό τον εισβολέα της χώρας του, νιώθει πως θα πεθάνει και ζητά από την αγαπημένη του να τον θάψει στο βουνό, κάτω από τη σκιά ενός λουλουδιού, ώστε οι περαστικοί να το βλέπουν και να λένε «τι όμορφο λουλούδι, είναι εκείνου του αντάρτη που σκοτώθηκε για τη λευτεριά». Τίποτα παραπάνω. Αυτό, και η λέξη «μπέλα» [όμορφη], που ακούγεται 18 φορές, και η λέξη «τσάο», που επαναλαμβάνεται 30 φορές.
Γιατί λοιπόν τόσος ντόρος γύρω από το Bella ciao; Γιατί τραγουδιέται στη Γάζα και στα χαρακώματα της Ουκρανίας; Γιατί η Ιταλίδα Λάουρα Παουζίνι αρνήθηκε πολλάκις να το τραγουδήσει για να αποφύγει μπελάδες; Γιατί το τραγουδούν Ιρανές γυναίκες βγάζοντας τη μαντίλα; Γιατί το τραγούδησαν ευρωβουλευτές στο Στρασβούργο μετά από ξενοφοβικό λόγο του Βίκτορ Όρμπαν; Γιατί ακούστηκε στις πλατείες κατά το κίνημα των Αγανακτισμένων στην Ισπανία, αλλά και από υποστηρικτές της καταλανικής ανεξαρτησίας; Γιατί θριάμβευσε στα μπαλκόνια κατά τη διάρκεια της πανδημίας και γιατί ακούγεται σε διαδηλώσεις, συλλαλητήρια και κηδείες; Γιατί η Becky G το τραγουδά σε λάτιν ρυθμό ανάμεσα σε χρυσές ράβδους και νέον φώτα; Γιατί οπαδοί της Λάτσιο απείλησαν τον Αλβανό μπακ Ελσέιντ Χισάι επειδή το τραγούδησε στο δείπνο υποδοχής του στην ιταλική ομάδα;
Η ιστορία ενός λαϊκού ύμνου
Ο ιστορικός Μαρτσέλο Φλόρες ερεύνησε την ιστορία του τραγουδιού στο δοκίμιο «Bella ciao: Ιστορία ενός λαϊκού ύμνου», που κυκλοφορεί αυτόν τον μήνα στα ισπανικά βιβλιοπωλεία. Το ταξίδι του ξεκινά, μέσα στην ομίχλη που γεννά τους μεγάλους θρύλους, στους ορυζώνες της βόρειας Ιταλίας, όπου οι εποχικές εργάτριες, οι θρυλικές «μοντίνε», τραγουδούσαν μια εργατική μελωδία του 19ου αιώνα που πιθανόν ενέπνευσε το Bella ciao. Φτάνει μάλιστα να αναζητά προγόνους σε γαλλικά και ισπανικά τραγούδια του 16ου αιώνα, καθώς και σε δύο παραδοσιακά τραγούδια στα γίντις [εβραιϊκά] που θα μπορούσαν να αποτελούν τη μουσική του καταγωγή. Το βιβλίο όμως προσγειώνεται γρήγορα στα πεδία μάχης του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, εκεί όπου ξεκινά η μεγάλη διαμάχη γύρω από το τραγούδι.
Σήμερα επικρατεί η πεποίθηση ότι το Bella ciao ήταν ο μεγάλος ύμνος των Ιταλών ανταρτών με τα τουφέκια στους ώμους και τις γροθιές υψωμένες. Αυτό όμως δεν ισχύει. Υπήρχαν άλλα τραγούδια πολύ πιο δημοφιλή, πιο ρητά, πιο «κόκκινα». Το μεγάλο χιτ ήταν το Fischia il vento, όπου ο άνεμος σφυρίζει, η καταιγίδα μαίνεται, τα παπούτσια φθείρονται και όμως οι αντάρτες συνεχίζουν να προχωρούν. Μιλά για φασίστες προδότες, κόκκινες σημαίες και την κατάκτηση της κόκκινης άνοιξης.
Το πολεμικό αυτό τραγούδι το έγραψε ο Φελίτσε Κασιόνε, 25χρονος γιατρός που υπηρετούσε ως διοικητής ανταρτών στην περιοχή Ιμπέρια. Το συνέθεσε μια νύχτα γύρω από μια φωτιά με τους συντρόφους του. Η μητέρα του, δασκάλα, διόρθωσε κάποιους στίχους πριν ο νεαρός Κασιόνε τραυματιστεί προσπαθώντας να ανακτήσει ιατρικό υλικό μετά από συμπλοκή, και στη συνέχεια εκτελεστεί εν ψυχρώ από μέλος της φασιστικής πολιτοφυλακής.
Ωστόσο, τη δεκαετία του 1960, το Bella ciao εκτόπισε εκείνο το τραγούδι και καθιερώθηκε ως ο μεγάλος ύμνος της Αντίστασης. Το 1962 το Bella ciao καταγράφηκε στο Νuovo Canzoniere Italiano ως ένα από τα βασικά τραγούδια των ανταρτών. Τον επόμενο χρόνο μπήκε στο ρεπερτόριο της εμπορικής μουσικής μέσω του μεγάλου μελωδικού τραγουδιστή Ιβ Μοντάν, πρώην μαχητή της γαλλικής Αντίστασης που στην πραγματικότητα είχε γεννηθεί στην ιταλική επαρχία Πιστόια από αντιφασίστες γονείς που μετανάστευσαν στη Μασσαλία όταν ήταν δύο ετών.
Τον Μοντάν ακολούθησαν οι Κλάουντιο Βίλα, Άννα Ιντεντίτσι και Τζίλιολα Τσινκουέτι. Το Bella ciao έπαιζε πια στα ραδιόφωνα και το σιγοτραγουδούσε μια νέα γενιά. Πέρα από αυτό όμως αποδείχθηκε πολιτικά χρήσιμο στους δρόμους, γιατί ένωνε τη δημοκρατική Ιταλία. «Έχοντας ως μοναδικό σημείο αναφοράς τον Γερμανό εισβολέα, μπορούσε να γίνει αποδεκτό ως ενωτικό τραγούδι, καλοδεχούμενο όχι μόνο από χριστιανοδημοκράτες και σοσιαλιστές, αλλά και από τον στρατό και τις ενώσεις ανταρτών. Ήταν τα χρόνια της μεταθανάτιας κατασκευής της μνήμης της Αντίστασης» εξηγεί ο Φλόρες.
Διαπερνά όλα τα κοινωνικά στρώματα, ανεξαρτήτως ιδεολογίας
Αυτό έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια. «Αν σήμερα στην Ιταλία το Bella ciao φαντάζει πικρό σε κάποιους και συνδέεται με μια μετακομμουνιστική φαντασίωση, αυτό οφείλεται στο ότι η διαστρέβλωση των μέσων ενημέρωσης του έδωσε ένα χρώμα που δεν είχε πριν» γράφει ο Φλόρες, ειδικός στη μελέτη ολοκληρωτικών καθεστώτων, γενοκτονιών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων του 20ού αιώνα.
Το Bella ciao δεν είναι πια τραγούδι που γνωρίζουν όλοι στην Ιταλία, όμως είναι πιο παγκόσμιο από ποτέ μετά την επιτυχία της σειράς του Netflix «Casa di Papel», που το εκτόξευσε στη φήμη χάρη σε μια ευτυχή σύμπτωση. Οι σεναριογράφοι είχαν κολλήσει σε μια σκηνή, όταν ένας από αυτούς, ο Χαβιέρ Γκόμεθ Σανταντέρ, άρχισε να ακούει το Bella ciao, όπως συνηθίζει όταν θέλει να ανεβάσει τη διάθεσή του. Τότε σκέφτηκε: «Αυτό είναι το τραγούδι. Πρέπει να ξεκινήσουμε με το Bella ciao». Η υπόλοιπη ιστορία είναι γνωστή.
Όπως αναλύει η ερευνήτρια Ειρήνη Ματάς σε ακαδημαϊκό άρθρο με τίτλο «Bella Ciao: Από αντιφασιστικό σύμβολο σε ποπ εικόνα», η τεράστια επιτυχία της σειράς έκανε το τραγούδι να «διαπερνά όλα τα κοινωνικά στρώματα, ανεξαρτήτως ιδεολογίας».
Ο 80χρονος σήμερα Φλόρες το τραγούδησε δημόσια για πρώτη φορά για να διαμαρτυρηθεί για την εκτέλεση του κομμουνιστή Χουλιάν Γκριμάου από το καθεστώς Φράνκο, τον Απρίλιο του 1963. Έχει περάσει πολύς καιρός έκτοτε.
Ή ίσως όχι και τόσος. Σε συνέντευξή του στην Εl Pais, ο Φλόρες λέει ότι «ο κόσμος υπήρξε πάντα πολωμένος ανάμεσα σε υπερασπιστές της ελευθερίας, εκείνους που επιλέγουν να αγωνιστούν γι αυτήν, και σε όσους αγωνίζονται εναντίον της, ακόμα κι αν το αρνούνται με τα λόγια τους. Πράγματι, η σημερινή αντίθεση στο Bella ciao στην Ιταλία ίσως είναι σύμπτωμα αυτής της στάσης εκ μέρους μιας νεοφασιστικής δεξιάς. Πιστεύω όμως, και ελπίζω, ότι τα επόμενα χρόνια ο δρόμος της ελευθερίας θα θεωρηθεί ξανά ο πιο κατάλληλος και ωφέλιμος για όλους. Στο μεταξύ, ας μην ξεχνάμε τις τραγικές μνήμες που σκιάζουν το παρόν μας, και ας βρίσκουμε μέσα σε αυτές εκείνα τα όμορφα λουλούδια που αξίζει να αφηγηθούμε».