Η κεραμική, στα χέρια του Πάνου Βαλσαμάκη, έπαψε να αφορά τα αντικείμενα και και έγινε δομή, έγινε μέρος του αστικού ιστού. Με αφορμή τη μεγάλη αναδρομική του στο ΕΜΣΤ και το ανοιχτό κάλεσμα για τον εντοπισμό έργων του, επανεξετάζουμε το αποτύπωμα ενός καλλιτέχνη που εργάστηκε σε κλίμακα πόλης.
Το έργο του Πάνου Βαλσαμάκη δεν δημιουργήθηκε με στόχο να μπει σε κάποιο μουσείο. Δημιουργήθηκε για να κατοικήσει σε τοίχους, εισόδους, προσόψεις· για να γίνει μέρος της καθημερινής διέλευσης στην πόλη. Η αναδρομική έκθεση που οργανώνει το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) έρχεται σήμερα να αντιμετωπίσει ακριβώς αυτή τη συνθήκη: ένα έργο σπουδαίο, εκτεταμένο, αλλά διάσπαρτο.
Το ανοιχτό κάλεσμα του Μουσείου προς συλλέκτες και ιδιώτες, με στόχο τον εντοπισμό μεγάλων κεραμικών συνθέσεων και ενσωματωμένων έργων σε κτίρια της Αθήνας, αποτελεί τμήμα της επιμελητικής προσέγγισης. Σε επιμέλεια της Καλλιτεχνικής Διευθύντριας του ΕΜΣΤ Κατερίνα Γρέγου, η έκθεση δεν επιχειρεί απλώς μια αναδρομή. Επιχειρεί να συγκροτήσει, για πρώτη φορά, ένα έργο που ανέκαθεν υπερέβαινε τα όρια ενός μουσείου.
Συγκεκριμένα στο κάλεσμα αναφέρεται: «Η πρόσκληση αφορά αυτόνομα έργα κεραμικής που έχουν τουλάχιστον μία διάσταση ίση ή μεγαλύτερη του ενός (1) μέτρου, καθώς και ενσωματωμένα κεραμικά έργα σε κτίρια της Αθήνας, όπως υπέρθυρα, θύρες, προσόψεις ή άλλα αρχιτεκτονικά στοιχεία (έργα που χρονολογούνται μέχρι το 1985). Συλλέκτες, φορείς και ιδιώτες που ενδιαφέρονται, παρακαλούνται να επικοινωνήσουν με το ΕΜΣΤ, αποστέλλοντας βασικές πληροφορίες για το έργο (διαστάσεις, χρονολογία, φωτογραφία και στοιχεία επικοινωνίας) έως τις 20 Φεβρουαρίου».
Ο Βαλσαμάκης δεν αντιμετώπισε ποτέ την κεραμική ως εφαρμοσμένη τέχνη ή ως παρακλάδι της ζωγραφικής. Τη διεκδίκησε ως πλήρη εικαστική γλώσσα, με δικούς της κανόνες, περιορισμούς και ηθική. Γεννημένος στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας το 1900, κουβαλούσε από νωρίς την εμπειρία της απώλειας και της μετακίνησης. Δεν είναι τυχαίο ότι στο έργο του επιστρέφει διαρκώς η έννοια της πολιτείας: οργανωμένες συνθέσεις μορφών, επαναλαμβανόμενα μοτίβα, ανθρώπινες φιγούρες που δεν αφηγούνται επεισόδια αλλά συγκροτούν σύνολα. Δεν πρόκειται για αναπαράσταση μνήμης· πρόκειται για μνήμη που αποκτά δομή.
Στη Μασσαλία, όπου σπουδάζει μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ανακαλύπτει την κεραμική. Το έργο δεν ολοκληρώνεται στο χέρι, αλλά περνά από τη φωτιά, από ένα στάδιο όπου τίποτα δεν είναι απολύτως ελέγξιμο. Ο ίδιος το διατύπωσε χωρίς ρητορική: «Η κεραμική είναι μια τέχνη σκληρή. Πρέπει να δαμάσεις τη φωτιά». Η φράση αυτή δεν λειτουργεί ως μεταφορά. Περιγράφει μια μέθοδο και, μαζί της, μια στάση απέναντι στον χρόνο.
Από το 1929 έως το 1942, ως καλλιτεχνικός διευθυντής στο εργοστάσιο Κεραμεικός, και αργότερα στην ΑΚΕΛ στο Λαύριο, ο Βαλσαμάκης κινείται μέσα στη βιομηχανική παραγωγή χωρίς να αισθάνεται ότι απειλείται η εικαστική του αυτονομία. Το εργοστάσιο γίνεται γι’ αυτόν πεδίο δοκιμών. Εκεί μαθαίνει την κλίμακα, την επανάληψη, τη σημασία του συνόλου. Εκεί αντιλαμβάνεται ότι η κεραμική δεν εξαντλείται στο μεμονωμένο αντικείμενο. Μπορεί να συγκροτείται ως σύνολο, ως δομημένη ενότητα.
Η καθοριστική στροφή έρχεται στα τέλη της δεκαετίας του ’50, στο σπίτι-εργαστήριο που χτίζεται στο Μαρούσι σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Μιχάλη Όρρο. Στον χώρο αυτόν η κεραμική δεν ξεκινά το πρωί και δεν τελειώνει το απόγευμα. Παράγεται μέσα σε μια καθημερινότητα όπου η εργασία και η ζωή δεν διαχωρίζονται αυστηρά.
Εκεί, η κεραμική του Βαλσαμάκη εγκαταλείπει οριστικά τη λογική του αντικειμένου. Τα πλακίδια γίνονται μονάδες σύνθεσης. Η ζωγραφική περνά στον τοίχο. Οι μορφές επαναλαμβάνονται, μετασχηματίζονται, βαραίνουν. Ο ίδιος περιέγραψε αυτή τη μετάβαση με χαρακτηριστική ακρίβεια: «Το μικρό πλακίδιο που χωρούσε μία φιγούρα έγινε πανό και χώρεσε μία πολιτεία».
Αυτό που ξεχωρίζει στο έργο του δεν είναι η εικονογραφία αλλά η πειθαρχία της σύνθεσης. Οι καβαλάρηδες, οι πολεμιστές, οι ανθρώπινες φιγούρες δεν λειτουργούν ως χαρακτήρες. Λειτουργούν ως δομικά στοιχεία. Η αφαίρεση προχωρά χωρίς να εξαφανίζει το ανθρώπινο στοιχείο. Το χρώμα δεν διακοσμεί, αλλά οργανώνει.
Ο Κίτσος Μακρής τον χαρακτήρισε «τον χρυσό κρίκο ανάμεσα στην ανατολίτικη, τη νεοελληνική και τη σύγχρονη ευρωπαϊκή αντίληψη». Η φράση αντέχει γιατί δεν τον κατατάσσει σε καμία από τις τρεις. Ο Βαλσαμάκης δεν ανήκει σε σχολή. Ανήκει στη μεταφορά μορφών, μνήμης και ρυθμών από το ένα πολιτισμικό πεδίο στο άλλο.
Το εύρος και η εμμονή της δουλειάς του αποτυπώνονται και στο αρχείο του. Ο ίδιος υπολόγιζε ότι τα σχέδιά του φτάνουν τα δέκα χιλιάδες. Δεν πρόκειται για προσχέδια με την κλασική έννοια. Πρόκειται για παραλλαγές μιας σκέψης που δεν εξαντλείται. Η ίδια μορφή επιστρέφει ξανά και ξανά, όχι από αδυναμία, αλλά από πειθαρχία.
Το αρχείο περιλαμβάνει επίσης εκτενή αλληλογραφία με πρόσωπα όπως ο Φώτης Κόντογλου, ο Στρατής Δούκας και ο Ηλίας Βενέζης. Ο Βαλσαμάκης δεν κινήθηκε στο περιθώριο της πνευματικής ζωής της εποχής του. Ανήκε σε εκείνον τον κύκλο ανθρώπων που προσπαθούσαν, ο καθένας με το μέσο του, να μεταφράσουν τη μνήμη της Μικράς Ασίας και την έννοια της ελληνικότητας σε σύγχρονη γλώσσα.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του στράφηκε και στη γραφή. Τα βιβλία που έγραψε και εικονογράφησε δεν αποτελούν ερμηνεία του έργου του. Αποτελούν συνέχειά του. Όταν η φωτιά έγινε πιο απρόβλεπτη, η ανάγκη να οργανώσει πολιτείες βρήκε διέξοδο στις λέξεις.
Το εργαστήριο συνεχίζει να λειτουργεί και μετά τον θάνατό του, περνώντας στις επόμενες γενιές, όχι ως μνημείο αλλά ως ζωντανή πρακτική. Αυτή η συνέχεια δεν αφορά την επανάληψη ενός ύφους, αλλά τη μεταβίβαση μιας γνώσης: πώς δουλεύεται η ύλη, πώς αντέχεται η κλίμακα, πώς συνυπάρχει η τέχνη με την καθημερινή χρήση.
Σήμερα, πολλά από τα έργα του εξακολουθούν να βρίσκονται εκεί όπου δημιουργήθηκαν: ενσωματωμένα σε κτίρια, συχνά χωρίς σήμανση, συχνά εκτεθειμένα στη φθορά. Το open call του ΕΜΣΤ επιχειρεί να εντοπίσει αυτά τα έργα πριν χαθούν όχι μόνο υλικά, αλλά και νοηματικά.
Η αναδρομική έκθεση του Πάνου Βαλσαμάκη δεν φιλοδοξεί να τον κλείσει σε ένα αφήγημα. Φιλοδοξεί να δείξει πώς η κεραμική, στα χέρια του, απέκτησε βάρος, διάρκεια και χωρική ευθύνη. Πώς μια τέχνη φτιαγμένη από γη και φωτιά μπόρεσε να σταθεί μέσα στην πόλη χωρίς να υψώνει τη φωνή της. Ο Πάνος Βαλσαμάκης δεν έκανε την κεραμική επίκαιρη. Την έκανε δομική. Και ίσως γι’ αυτό, για να τον δούμε καθαρά σήμερα, χρειάζεται πρώτα να βγούμε έξω από το μουσείο.