Lanthimos attack με νέο βιβλίο και έκθεση, και το νομαδικό ελληνικό μέλι που κάνει θραύση -Οι επιλογές της Κατερίνας Ι. Ανέστη - iefimerida.gr

Lanthimos attack με νέο βιβλίο και έκθεση, και το νομαδικό ελληνικό μέλι που κάνει θραύση -Οι επιλογές της Κατερίνας Ι. Ανέστη

επιλογές
Έργο του Roe Ethridge στην έκθεσή του «Rude in the Good Way» στην Gagosian της Αθήνας

To μέλι Mouriki που παράγεται σε διαρκή μετακίνηση. Η έκθεση του Roe Ethridge στην Gagosian μεταξύ μόδας και τέχνης. Η φρενίτιδα με το αντιανεμικό μπουφάν του Τιμοτέ Σαλαμέ για το Marty Supreme. Το νέο βιβλίο φωτογραφιών του Γιώργου Λάνθιμου και η έκθεση στη Στέγη. Οι επιλογές, με αντικείμενα, εικόνες και πρακτικές που η γεωγραφία και η ώσμωση τους δίνουν νόημα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η νομαδική μελισσοκομία της Mouriki Greek Premium Honey

Παναγιώτης και Μαρία Μουρίκη, η τρίτη γενιά / Mouriki Greek Premium Honey
Παναγιώτης και Μαρία Μουρίκη, η τρίτη γενιά / Mouriki Greek Premium Honey

Η έννοια της μετακίνησης γίνεται «συστατικό» του μελιού στην περίπτωση των βραβευμένων προϊόντων Μουρίκη, τα οποία εδρεύουν στην Ελευσίνα -τόπος των αρχαίων μυστηρίων- και απλώνονται σε όλη τη χώρα. Ο λόγος για τη νομαδική μελισσοκομία, δηλαδή μια πρακτική που ακούγεται ρομαντική μέχρι να θυμηθείς ότι περιέχει και logistics, εποχικότητα, και επιλογές που δεν συγχωρούν λάθος: πού θα σταθούν τα μελίσσια, πότε, με τι ανθοφορία, πόσο μακριά από ανθρώπινη παρέμβαση. Σαν χάρτης γεύσης που απλώνεται πάνω σε βουνά, δάση και λιβάδια.

Έχουμε ένα ενδιαφέρον δίπολο: πατροπαράδοτο χωρίς να είναι μουσειακό, σύγχρονο χωρίς να ποζάρει ως μοντέρνο. Το λένε και οι ίδιοι οι δημιουργοί: Κρατούν την οικογενειακή πρακτική 60 χρόνων, αλλά εξελίσσουν εξοπλισμό και ταυτότητα. Και το κάνουν με μια εμμονή στην «ελληνική αξία» που, σε έναν κόσμο όπου όλα γίνονται generic, ακούγεται σχεδόν αιρετική. Ιδρυτής της Mouriki Greek Premium Honey είναι ο Αναστάσιος Μουρίκης, που μπήκε στον χώρο της μελισσοκομίας στις αρχές της δεκαετίας του ’60, με συνιδρύτρια τη Φωτεινή Μουρίκη από το 1978. Σήμερα βρίσκεται στα χέρια των παιδιών, του Παναγιώτη και της Μαρίας Μουρίκη, μελισσοκόμων της τρίτης γενιάς, με τουλάχιστον 2.500 μελισσοσμήνη.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Οι ποικιλίες τους έχουν χαρακτήρα: η ελατοβανίλια ως σπάνια, βελούδινη υφή και χρυσό χρώμα· η κόκκινη ελάτη με το βαθύ, σχεδόν κρασί χρώμα και την πυκνόρρευστη παρουσία· το μέλι θυμαριού από τους Δελφούς, αλλά και αυτό με άγρια λεβάντα και βότανα από Μήλο και Κίμωλο. Και μετά οι «σκοτεινές» επιλογές, όπως βελανιδιά -πλούσια, μεστή, καραμελένια επίγευση- για όσους θέλουν το μέλι πιο γήινο, αλλά και το κεχριμπαρένιο μέλι καστανιάς από τα δάση του Αγίου Όρους. Τα μέλια της οικογένειας ταξιδεύουν σε ολόκληρο τον κόσμο, μέχρι και στη Σεούλ, ενώ στο Παρίσι έχουν τη δική τους θέση στo Galleries Lafayette.

Aγενής, αλλά με τον σωστό τρόπο -Ο Roe Ethridge στην Gagosian

Story of my life up to now or red tray with mushroom clock
Story of my life up to now or red tray with mushroom clock
ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η πρώτη έκθεση του Roe Ethridge στην Αθήνα δεν θα μπορούσε να τοποθετηθεί σε πιο εύγλωττο πλαίσιο απ’ ό,τι το νεοκλασικό κτίριο της Gagosian στην οδό Αναπήρων Πολέμου, με τα μεγάλα, κάθετα παράθυρα και τη σχεδόν ασκητική γεωμετρία του. Σε αντίθεση με τα «μαύρα κουτιά» πολλών σύγχρονων γκαλερί, εδώ οι φωτογραφίες δεν απομονώνονται από τον έξω κόσμο.

Αντιθέτως, συνυπάρχουν με το πέρασμα της ημέρας, με τις αντανακλάσεις στα πατώματα, με τη σιωπηλή παρουσία της πόλης. Οι εικόνες μόδας, τα πορτρέτα, οι νεκρές φύσεις και οι οικείες σκηνές παρουσιάζονται ως ως ταυτόχρονες καταστάσεις.

Ο Roe Ethridge είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις φωτογράφων που δεν διεκδίκησαν ποτέ να λειτουργήσουν σε ένα «καθαρό» έδαφος. Από την αρχή της πορείας του κινήθηκε ανάμεσα στη μόδα, στη διαφήμιση, στην εκδοτική φωτογραφία και στη σύγχρονη τέχνη, χωρίς να αισθανθεί την ανάγκη να διαλέξει στρατόπεδο. Οι εικόνες του έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά, έχουν χρησιμοποιηθεί σε εμπορικές καμπάνιες και έχουν εκτεθεί σε μουσεία. Και ναι, μπορεί η ίδια εικόνα να έχει περάσει από όλα αυτά τα μέσα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Αυτό που τον ενδιαφέρει δεν είναι η κατηγοριοποίηση, αλλά η μετατόπιση: πώς αλλάζει το νόημα μιας φωτογραφίας όταν μετακινείται από τη σελίδα στο τοίχο, από την αγορά στο αρχείο, από τη χρήση στη μνήμη. Για τον Ethridge το εμπορικό και το ιστορικό συνυπάρχουν χωρίς ιεραρχία. Μέσα στο αθηναϊκό νεοκλασικό της Gagosian, αυτή η στάση γίνεται ακόμη πιο εμφανής.

Στο Double Red Chanel (2025), το κόκκινο ύφασμα και το διπλό ηλιοβασίλεμα αποκτούν μια σχεδόν αρχιτεκτονική διάσταση: Το φως από τα παράθυρα «σπάει» την εικόνα, την κάνει λιγότερο αυτάρκη, πιο εύθραυστη. Στα έργα με τη Lulu Sylbert, όπως το Lulu with Pink Bow Panties (2025), η ένταση του σώματος δεν απομονώνεται στον σκοτεινό χώρο· εκτίθεται στο φως της ημέρας, κάτι που αφαιρεί κάθε ίχνος εύκολου αισθησιασμού.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ακόμη και οι νεκρές φύσεις, τα λουλούδια ή τα αντικείμενα, λειτουργούν διαφορετικά εδώ. Το φυσικό φως τις απογυμνώνει από κάθε φωτογραφική αυτάρκεια και τις φέρνει πιο κοντά στην υλικότητα της ζωγραφικής, χωρίς όμως να τις εξιδανικεύει. Δεν υπάρχει «ασφάλεια» στην εικόνα· υπάρχει διαρκής έκθεση.

Η έκθεση «Rude in the Good Way» είναι μια σπάνια συνάντηση ανάμεσα σε έναν καλλιτέχνη που εργάζεται στα όρια της εικόνας και έναν χώρο που δεν επιβάλλει μια συγκεκριμένη αφήγηση. Το νεοκλασικό της Αναπήρων Πολέμου, με τη διακριτική του αυστηρότητα, ενισχύει αυτό που ο Ethridge κάνει εδώ και χρόνια: Αφήνει τις εικόνες να είναι ταυτόχρονα οικείες και ανήσυχες, καθημερινές και αμφίσημες.

Όλοι θέλουν να φορέσουν το μπουφάν του Τιμοτέ Σαλαμέ από το «Marty Supreme» 

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν είναι ένα ριζοσπαστικό κομμάτι της μόδας το αντιανεμικό μπουφάν «Marty Supreme» που αίφνης φοράνε όλοι οι σταρ, εμφανίζεται σε κάθε editorial μόδας σημαντικού περιοδικού, αγοράζεται μαζικά -κυρίως ηλεκτρονικά- σε όλο τον κόσμο. Είναι ένα απλό ρούχο κατάφερε να συμπυκνώσει τον τρόπο με τον οποίο σήμερα η επιθυμία, η ταυτότητα και η πολιτισμική συμμετοχή οργανώνονται γύρω από αντικείμενα.

Σε αυτή τη διαδικασία ο πρωταγωνιστής της ταινίας, Τιμοτέ Σαλαμέ, λειτουργεί ως μηχανισμός επικύρωσης. Ο οίκος Nahmias δεν σχεδίασε ένα ρούχο για να ξεχωρίσει αισθητικά, αλλά για να κυκλοφορήσει άψογα μέσα στην πόλη. Το αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια μικρή οικονομία γύρω από ένα ελαφρύ αντιανεμικό μπουφάν.

Αυτό, όμως, δεν θα είχε λειτουργήσει αν το ίδιο το μπουφάν δεν ήταν τόσο προσεκτικά «ουδέτερο». Η χρωματική παλέτα -μπλε, κόκκινο, μαύρο, πορτοκαλί- είναι καθαρή και άμεση. Το μπλε αναδείχθηκε σχεδόν αμέσως ως το επιθυμητό χρώμα, επειδή ισορροπεί ανάμεσα στη διακριτικότητα και στην κομψότητα. Το κόκκινο και το πορτοκαλί είναι πιο εμφανή, σχεδόν προορισμένα για να δημιουργήσουν μια δυνατή εικόνα. Το μαύρο λειτουργεί ως ασφαλής επιλογή.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η γραμμή είναι χαλαρή, με αθλητική καταγωγή, χωρίς τεχνική επιτήδευση. Φοριέται ανοιχτό, με μπλουζάκι ή φούτερ, με τζιν, με φαρδύ παντελόνι, με φόρμα. Δεν απαιτεί γνώση, δεν ζητάει σωστό συνδυασμό. Είναι ρούχο χρήσης, όχι επίδειξης, και ακριβώς γι’ αυτό λειτουργεί ως σύμβολο. Η πολιτική διάσταση βρίσκεται εδώ: Το μπουφάν δεν πουλά ιδεολογία, δεν παίρνει θέση, δεν αφηγείται κάτι σύνθετο. Δηλώνει παρουσία. Σε μια εποχή που οι μεγάλες αφηγήσεις εξαντλούνται γρήγορα, το αντικείμενο γίνεται πιο αξιόπιστο από την ιστορία που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί. Είναι απτό, αναγνωρίσιμο, φωτογραφίσιμο.

Το μπουφάν «Marty Supreme» απέδειξε ότι το σύμβολο μπορεί να προηγηθεί της αφήγησης και να την καταστήσει σχεδόν δευτερεύουσα. Ένα αντιανεμικό μπουφάν, σχεδιασμένο να φοριέται χωρίς σκέψη, μπορεί να λειτουργήσει ως κοινωνικό διακριτικό.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

To νέο βιβλίο του Γιώργου Λάνθιμου, η κάθοδος στο «μείον ένα» της Στέγης

Με το νέο του βιβλίο «VISCIN» που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις MACK τον Μάρτιο, ο Γιώργος Λάνθιμος συνεχίζει να οικοδομεί ένα παράλληλο φωτογραφικό σύμπαν που δεν λειτουργεί ως παρακολούθημα του κινηματογράφου του, αλλά ως αυτόνομη γλώσσα.

Οι εικόνες που περιλαμβάνονται σε αυτό, τραβηγμένες αυθόρμητα στο περιθώριο των γυρισμάτων και των τοποθεσιών της ταινίας «Bugonia», αποδεσμεύονται από κάθε αφηγηματική υποχρέωση προς το φιλμ. Αυτό που προκύπτει είναι μια ακολουθία από ανοίκειες χειρονομίες, παράδοξα πορτρέτα, τοπία σε αναμονή, αντανακλάσεις που λειτουργούν σαν ρωγμές: μια ιστορία που δεν εξηγείται, αλλά επιμένει.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η υλικότητα του βιβλίου είναι καθοριστική. Το leporello (βιβλίο ακορντεόν) ξετυλίγεται σαν φιλμ που περνά από τον προβολέα, μετατρέποντας το ξεφύλλισμα σε χωρική εμπειρία. Η μετάβαση από το ασπρόμαυρο στο χρώμα έχει δραματουργικό πρόσημο. Το «VISCIN» συνομιλεί ευθέως με τα προηγούμενα φωτογραφικά του βιβλία -«Dear God, the Parthenon Is Still Broken» (2024), από τα γυρίσματα του Poor Things, και «i shall sing these songs beautifully» (2024), που γεννήθηκε παράλληλα με το Kinds of Kindness-σχηματίζοντας ένα συνεκτικό corpus όπου η φωτογραφία λειτουργεί ως αρχείο της ίδιας της δημιουργικής πράξης.

Η κυκλοφορία του «VISCIN» δεν συμπίπτει απλώς αλλά με ένα κομβικό γεγονός: την πρώτη παρουσίαση της φωτογραφικής δουλειάς του Λάνθιμου στην Ελλάδα, στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση. Όχι ως απλή «φιλοξενία», αλλά ως ανάθεση και παραγωγή που εντάσσει τη φωτογραφία του στο ευρύτερο πλαίσιο της Στέγης: έναν χώρο όπου διαφορετικές μορφές αφήγησης -σινεμά, εικαστικά, θέατρο, λόγος- συνυπάρχουν και αλληλοδιαπερνώνται.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Στον εκθεσιακό χώρο -1 παρουσιάζονται τέσσερα φωτογραφικά σύνολα, συνολικά 182 έργα, που χαρτογραφούν την τελευταία πενταετία της φωτογραφικής του πρακτικής. Τα τρία πρώτα γεννήθηκαν μέσα στους χώρους των ταινιών του: εικόνες τραβηγμένες στο περιθώριο των γυρισμάτων στη Νέα Ορλεάνη και στην Ατλάντα, αλλά και σε στούντιο στη Βουδαπέστη, όπου στήθηκαν ολόκληρες πόλεις ως κινηματογραφικά σκηνικά. Πολλές από αυτές τις φωτογραφίες είναι ήδη γνωστές από τα βιβλία του· εδώ όμως επανατοποθετούνται, αποκτούν διάρκεια, συνομιλούν μεταξύ τους και με τον χώρο.

Το τέταρτο σύνολο παρουσιάζεται για πρώτη φορά παγκοσμίως στη Στέγη και σηματοδοτεί μια στροφή: μια εν εξελίξει προσωπική σειρά φωτογραφιών που ο Λάνθιμος δημιουργεί στην Ελλάδα. Εικόνες από μοναχικές περιηγήσεις στην Αθήνα και από επισκέψεις στα νησιά του Αιγαίου συγκροτούν ένα πιο εσωτερικό βλέμμα - μακριά από το οργανωμένο χάος του κινηματογραφικού πλατό, κοντά στο τετριμμένο, το οικείο, το φαινομενικά ασήμαντο. Εδώ, η φωτογραφία γίνεται εργαλείο ενδοσκόπησης.

Η χωρική διάταξη της έκθεσης είναι εξίσου αφηγηματική: Σχεδιασμένη με αναφορά στη μορφή ενός κλασικού ελληνικού ναού, δημιουργεί έναν κεντρικό χώρο που λειτουργεί σαν «βωμός», όπου εκτίθενται 110 νέα έργα. Στην περιμετρική ζώνη αναπτύσσονται οι τρεις σειρές που συνδέονται με τις ταινίες. Η κίνηση του θεατή είναι σαφής: από το αναγνωρίσιμο κινηματογραφικό σύμπαν προς τον εσωτερικό πυρήνα της νέας φωτογραφικής του δουλειάς.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Την επιμέλεια υπογράφει ο Michael Mack, με τον οποίο ο Λάνθιμος μοιράζεται μια μακρόχρονη συνεργασία στο πεδίο του φωτογραφικού βιβλίου.  «Η φωτογράφιση έχει γίνει ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μου, πέρα από τον κινηματογράφο… Νιώθω ότι υπάρχουν λιγότεροι κανόνες», λέει ο Λάνθιμος. Στη Στέγη, αυτή η ελευθερία αποκτά χώρο, διάρκεια και βάρος.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ