Νέο μουσείο στο Σάλτσμπουργκ για τη «Μελωδία της Ευτυχίας», 60 χρόνια μετά την πρεμιέρα της θρυλικής ταινίας - iefimerida.gr

Νέο μουσείο στο Σάλτσμπουργκ για τη «Μελωδία της Ευτυχίας», 60 χρόνια μετά την πρεμιέρα της θρυλικής ταινίας

Ένα νέο μουσείο στο Σάλτσμπουργκ, αφιερωμένο στην ταινία και στην πραγματική αντιναζιστική οικογένεια τραγουδιστών που την ενέπνευσε / ΑΡ
Ένα νέο μουσείο στο Σάλτσμπουργκ, αφιερωμένο στην ταινία και στην πραγματική αντιναζιστική οικογένεια τραγουδιστών που την ενέπνευσε / ΑΡ

Εξήντα χρόνια μετά, ένα νέο μουσείο στο Σάλτσμπουργκ, αφιερωμένο στην ταινία και στην πραγματική αντιναζιστική οικογένεια τραγουδιστών που την ενέπνευσε.

  • Η ταινία «Η Μελωδία της Ευτυχίας», εξήντα χρόνια μετά την αρχικά ψυχρή υποδοχή της, γίνεται αντικείμενο επανεξέτασης στο Σάλτσμπουργκ. Ένα νέο μουσείο φιλοδοξεί να συμφιλιώσει την πόλη με την ταινία, αναδεικνύοντας το αντιναζιστικό της μήνυμα.
  • Η αληθινή ιστορία βασίστηκε στα απομνημονεύματα της Μαρίας φον Τραπ, που ως δόκιμη μοναχή ανέλαβε τα παιδιά του χήρου Γκέοργκ. Η προσάρτηση της Αυστρίας από τους ναζί ανάγκασε την οικογένεια να διαφύγει στις ΗΠΑ.
  • Το νέο μουσείο στεγάζεται στο ανάκτορο Χέλμπρουν και δημιουργήθηκε με δημόσια δαπάνη. Περιλαμβάνει αυθεντικά κοστούμια της ταινίας, προσωπικά κειμήλια της οικογένειας φον Τραπ, καθώς και διαδραστικά εκθέματα για τους επισκέπτες.
  • Απόγονος της οικογένειας εκφράζει την ικανοποίησή της που το μουσείο παρουσιάζει την αληθινή τους ιστορία, διορθώνοντας τις ανακρίβειες της ταινίας. Παράλληλα, τα social media αναζωπυρώνουν το ενδιαφέρον των νεότερων γενεών για το έργο.

Μόλις δύο δεκαετίες μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα συνεργείο του Χόλιγουντ κατέφθασε στο Σάλτσμπουργκ με ένα τσούρμο κινηματογραφικούς σταρ, τραγούδια και μια συναρπαστική, στην ουσία αληθινή ιστορία αγάπης και αντίστασης στον Αδόλφο Χίτλερ. Ήταν η «Μελωδία της Ευτυχίας».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η αυστριακή πόλη, οικονομικά και ηθικά ρημαγμένη ακόμη από τη ναζιστική περίοδο, δεν ήταν έτοιμη να την υποδεχτεί. Ο σκηνοθέτης Ρόμπερτ Γουάιζ είχε στη διάθεσή του τα εκθαμβωτικά αλπικά τοπία και τις ιστορικές προσόψεις της παλιάς πόλης, όμως σκηνές με στρατιώτες να παρελαύνουν στην κεντρική πλατεία Ρεζιντέντς κάτω από σημαίες με σβάστικες έφεραν σε μεγάλη αμηχανία τις δημοτικές αρχές.

Όταν η ταινία έκανε πρεμιέρα το 1965, παίχτηκε για δυο εβδομάδες, κατέβηκε λόγω χαμηλών εισιτηρίων και σχεδόν σβήστηκε από την τοπική μνήμη. Ώσπου άρχισαν να καταφθάνουν τα τουριστικά λεωφορεία. Οι περισσότεροι Αυστριακοί, αλλά και Γερμανοί, δεν έχουν δει ακόμη και σήμερα την ταινία με τα πέντε Όσκαρ, με πρωταγωνιστές τη Τζούλι Άντριους και τον Κρίστοφερ Πλάμερ.

«Κάτω από το κιτς, είναι και μια ταινία για την αντίσταση»

Εξήντα χρόνια μετά, ένα νέο μουσείο στο Σάλτσμπουργκ, αφιερωμένο στην ταινία και στην πραγματική αντιναζιστική οικογένεια τραγουδιστών που την ενέπνευσε, φιλοδοξεί να συμφιλιώσει το παγκόσμιο πολιτιστικό σύμβολο με την πόλη που για χρόνια του γύριζε την πλάτη.

«Κάτω από όλο το κιτς, αυτή είναι και μια ταινία για την αντίσταση», λέει ο συνεπιμελητής Ματίας Μπέργκσμαν, ξεναγώντας τους επισκέπτες στην έκθεση. «Ήταν ένα όχι στον εθνικοσοσιαλισμό. Μια οικογένεια που έλεγε: αν μείνουμε ενωμένοι θα αντέξουμε, και η μουσική θα μας σώσει. Με όλες τις όμορφες εικόνες και τα τραγούδια της, η ταινία έχει βάθος».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η συμφιλίωση του Σάλτσμπουργκ με τους φον Τραπ

Το σχεδόν τρίωρο έργο σπάνια προβαλλόταν στην αυστριακή τηλεόραση, μέχρι μια ειδική προβολή τα περασμένα Χριστούγεννα για τα 60 χρόνια του. Στη Γερμανία, η μεταγλωττισμένη εκδοχή με τίτλο «Meine Lieder, meine Träume» (Τα τραγούδια μου, τα όνειρά μου) παραμένει επίσης άγνωστη στο ευρύ κοινό.

Τόσο το μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ του 1959 όσο και η ταινία βασίστηκαν στα δημοφιλή απομνημονεύματα της Μαρίας φον Τραπ. Εκεί αφηγείται πώς, ως ζωηρή νεαρή δόκιμη μοναχή, προσλήφθηκε από τον Γκέοργκ φον Τραπ, χήρο και πρώην κυβερνήτη υποβρυχίου του αυστροουγγρικού ναυτικού, για να φροντίζει τα επτά παιδιά του. Οι δύσκολες συνθήκες και η εγγύτητα έγιναν σύντομα έρωτας.

Η ναζιστική προσάρτηση της Αυστρίας ανάγκασε την οικογένεια, που ήδη από τη δεκαετία του 1930 εμφανιζόταν μαζί, να φύγει. Από σφοδρή αντίθεση στον Χίτλερ αλλά και για οικονομικούς λόγους, άφησαν τα πάντα πίσω τους για να ξεκινήσουν νέα ζωή στις ΗΠΑ ως επαγγελματίες τροβαδούροι.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Κατά τον Μπέργκσμαν, η ψυχρή υποδοχή δεν εξηγείται απλώς από την αμηχανία για το ναζιστικό παρελθόν, αφού τις επόμενες δεκαετίες γυρίστηκαν άφθονες γερμανόφωνες ταινίες για τον πόλεμο. «Ίσως ήταν απλώς πολύ νωρίς για να ειπωθεί αυτή η ιστορία με τρόπο που θεωρήθηκε συναισθηματικός. Ίσως οι πληγές ήταν ακόμη πολύ βαθιές».

Οι κάτοικοι του Σάλτσμπουργκ ενοχλήθηκαν επίσης που το Χόλιγουντ ανακάτεψε τα αξιοθέατά τους και την ιστορία των φον Τραπ. Στην ταινία η οικογένεια διαφεύγει πεζή στην Ελβετία, ενώ στην πραγματικότητα έφυγε με τρένο για το Νότιο Τιρόλο.

IMDB
IMDB

Το μουσείο στεγάζεται στην αμαξοστασία και στο κυνηγετικό περίπτερο του επιβλητικού ανακτόρου Χέλμπρουν του 17ου αιώνα, στους κήπους του οποίου γυρίστηκε η σκηνή του «I Have Confidence», όταν η Μαρία φεύγει ενθουσιασμένη από το μοναστήρι για να γίνει γκουβερνάντα. Εκεί βρίσκεται και το γυάλινο κιόσκι που ενέπνευσε το σκηνικό για το ντουέτο «Sixteen Going on Seventeen» της Λίζελ με τον Ρολφ, αλλά και για την πρώτη ερωτική εξομολόγηση της Μαρίας και του Γκέοργκ.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Οι οικοδομικές εργασίες κόστισαν 4,6 εκατ. ευρώ από δημόσιο χρήμα και άλλα 1,8 εκατ. διατέθηκαν για την έκθεση, που περιλαμβάνει αυθεντικά κοστούμια, αφίσες και ιδιωτικά φιλμ Super 8 τραβηγμένα στα γυρίσματα. Σε ένα αντίγραφο του κιοσκιού προβάλλονται σε επανάληψη οι σκηνές του «Do-Re-Mi» από τους κήπους Μίραμπελ και οι επισκέπτες καλούνται να τραγουδήσουν.

Η πρόσβαση στο πραγματικό κιόσκι περιορίστηκε, αφού πάρα πολλοί χόρευαν μέσα του και το είχαν φθείρει. Στον επάνω όροφο εκτίθενται κειμήλια της οικογένειας: ένα χειμωνιάτικο ντιρντλ της πραγματικής Μαρίας, η ναυτική στολή του Γκέοργκ με το σπαθί του και ένα ημερολόγιο από τη φυγή τους στην Αμερική.

«Νόμιζαν ότι ο εθνικός μας ύμνος ήταν το Edelweiss»

Λίγες μέρες μετά τα εγκαίνια, οι αίθουσες ήταν γεμάτες ξένους επισκέπτες και λίγους ντόπιους. «Ήταν το νούμερο ένα στη λίστα μου, ο τόπος των ονείρων μου από παιδί», λέει η 29χρονη βιβλιοθηκονόμος Τζεμάιμα Ντάνιελ από το Κράιστσερτς της Νέας Ζηλανδίας. Ο 30χρονος σύντροφός της, Ρις Χάρις, θυμάται ότι πολλοί γονείς έκλειναν την τηλεόραση «όταν έρχονταν οι ναζί» και ότι μόνο ως ενήλικας ανακάλυψε πως η ταινία αγγίζει πραγματικά ζητήματα.

AΡ
AΡ
ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η 55χρονη Κάρολαϊν Ντόλι από το Τσέστερ, που συντροφεύει ηλικιωμένους, μίλησε για «ένα χαρούμενο μέρος»: «Μόλις πρόσφατα είδα ολόκληρη την ταινία για πρώτη φορά. Έχει αντέξει υπέροχα στον χρόνο». Η 66χρονη Ολλανδή παιδοψυχοθεραπεύτρια Βέκε φον ντερ Κόι, που αγαπούσε την ταινία για «τον ρομαντισμό και την ελπίδα» της χωρίς να ξέρει ότι βασίζεται σε αληθινή ιστορία, βλέπει στην άνοδο της ακροδεξιάς «την ιστορία να επαναλαμβάνεται».

Οι ντόπιοι Χέλμουτ και Μαργαρέτε Τσούφαλ ήρθαν να μάθουν περισσότερα, ύστερα από δεκαετίες που έβλεπαν τουρίστες να χοροπηδούν στα μνημεία της πόλης. «Θυμάμαι στη δεκαετία του '70 Αμερικανούς να μπαίνουν σε δισκοπωλείο και να ζητούν τον εθνικό ύμνο της Αυστρίας. Νόμιζαν ότι ήταν το "Edelweiss"!», λέει γελώντας η 73χρονη Μαργαρέτε.

Ο 81χρονος Χέλμουτ είχε δει νέος το συνεργείο στο μοναστήρι Νόνμπεργκ, πάνω στον λόφο. «Πάντα λεγόταν ότι η ταινία γυρίστηκε πολύ νωρίς μετά τον πόλεμο. Ο κόσμος πεινούσε και δεν ήθελε να θυμάται εκείνη την εποχή. Όμως ο χρόνος πέρασε».

Η 72χρονη Ελίζαμπετ φον Τραπ, εγγονή του Γκέοργκ και της πρώτης συζύγου του Άγκαθε, μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στο Βερμόντ και στο Σάλτσμπουργκ, όπου κάνει ξεναγήσεις. Η ταινία έκανε την οικογένειά της διάσημη, όμως τους ενόχλησε η παραμόρφωση της ιστορίας τους. «Όταν την είδαν, έλεγαν: δεν το έζησα έτσι», λέει, αναφέροντας ως παράδειγμα την εικόνα του λοχαγού ως σκληρού και απόμακρου.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΑΡ
ΑΡ

«Χαίρομαι τόσο που η έκθεση έχει ένα τμήμα με την αληθινή τους ιστορία. Ελπίζω το μουσείο να πει: κοιτάξτε, αυτή η οικογένεια ήταν από τη γειτονιά σας». Θυμίζει ότι οι φον Τραπ επέστρεψαν το 1950 και έδωσαν τρεις μεγάλες συναυλίες στο Σάλτσμπουργκ, με το μήνυμα ότι ήρθε η ώρα της ανοικοδόμησης και ότι όσα συνέβησαν εκείνα τα χρόνια δεν πρέπει να ξανασυμβούν.

Τα social media έχουν αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον των νεότερων, κυρίως στη Νοτιοανατολική Ασία, σύμφωνα με τον Μπέργκσμαν. Τα τραγούδια των Ρότζερς και Χάμερσταϊν πετούν στο YouTube, ενώ η σκηνή όπου ο Γκέοργκ ξεριζώνει τη ναζιστική σημαία και τη σκίζει στα δύο έγινε αγαπημένο gif των αντιπάλων της ακροδεξιάς.

Τα σχέδια για το μουσείο χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1980, όμως η εύρεση χώρου, η κρατική χρηματοδότηση και τα πνευματικά δικαιώματα χρειάστηκαν δεκαετίες. Το μουσείο απευθύνεται στους περίπου 300.000 επισκέπτες που έρχονται κάθε χρόνο στην πόλη κυρίως λόγω της ταινίας, ένας αριθμός που, κατά τον Μπέργκσμαν, τη φέρνει περίπου στο ίδιο επίπεδο με τον Μότσαρτ ως τοπικό αξιοθέατο.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ