Παρά την επιτυχία της στο Χόλιγουντ, είχε φτάσει σε κάποιο σημείο να σκέφτεται να εγκαταλείψει την υποκριτική, από φόβο μήπως εγκλωβιστεί σε ανούσιους ρόλους.
- Η ηθοποιός τονίζει την ανάγκη στήριξης των νέων ταλέντων, θυμούμενη πώς ο σκηνοθέτης Ολιβιέ Νταάν την επέλεξε για την ταινία «La Vie en Rose», παρά τις αντιρρήσεις, πιστεύοντας στο ταλέντο της από την αρχή.
- Διαχωρίζει τον ρόλο της ως ηθοποιού που προτάσσει την τέχνη από αυτόν της παραγωγού, όπου υιοθετεί πιο ακτιβιστική στάση, στηρίζοντας τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα και παλεύοντας ενάντια στον σκοταδισμό μέσω της εταιρείας της.
- Εκφράζει έντονη ανησυχία για την υποχώρηση του ενδιαφέροντος για την κλιματική κρίση. Παράλληλα, αναφέρεται στη συμμετοχή της στη σειρά «The Morning Show», επαινώντας τον τρόπο που παρουσίασε την ανδρική αυτοκριτική σε υποθέσεις παρενόχλησης.
- Αναπολεί τη διαμαρτυρία στις Κάννες το 2018 κατά του χάσματος των φύλων, επισημαίνοντας την αργή πρόοδο και την απουσία ανδρικής στήριξης. Η φετινή διοργάνωση του φεστιβάλ ανέδειξε νικήτρια την Πάλομα Σνάιντερμαν.
Η Μαριόν Κοτιγιάρ βρέθηκε τον περασμένο Ιούνιο στην πόλη Μπιαρίτς της νότιας Γαλλίας, εν μέσω καύσωνα, για να απονείμει βραβείο στην Ιζαμπέλ Ιπέρ, στο πλαίσιο της τέταρτης διοργάνωσης του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Biarritz Film Festival-Nouvelles Vagues, το οποίο υποστηρίζεται από τον οίκο Chanel και επικεντρώνεται στην ανάδειξη νέων δημιουργών.
Εκεί, σε συνέντευξή της στην ισπανική εφημερίδα El País, η 50χρονη ηθοποιός θυμήθηκε ότι η πρώτη της επίσκεψη στην πόλη έγινε πριν από χρόνια, «με έναν φίλο, στα είκοσί μου».
Η Κοτιγιάρ, πρέσβειρα της Chanel από το 2020, βρέθηκε στο φεστιβάλ για να στηρίξει νέα ταλέντα, κάτι που γνωρίζει καλά από πρώτο χέρι, καθώς μεγάλωσε σε μποέμικη οικογένεια, με γονείς προερχόμενους από τον χώρο των εικαστικών τεχνών, και έφτασε να κερδίσει το Όσκαρ σε ηλικία 32 ετών για τον ρόλο της στην ταινία «La Vie en Rose». Παρά την επιτυχία της στο Χόλιγουντ, είχε φτάσει σε κάποιο σημείο να σκέφτεται να εγκαταλείψει την υποκριτική, από φόβο μήπως εγκλωβιστεί σε ανούσιους ρόλους.
«Αν δεν στηρίζεις νέους, δεν στηρίζεις την ανθρωπότητα»
Μιλώντας για τη σημασία της στήριξης των νέων δημιουργών, η ηθοποιός ήταν κατηγορηματική. «Αν δεν στηρίζεις τα νέα ταλέντα και τη νεολαία γενικότερα, δεν στηρίζεις την ανθρωπότητα», είπε. «Ο τρόπος που βλέπουμε τους νέους ανθρώπους, το αν τους γιορτάζουμε ή όχι, λέει πολλά για την ανθρωπότητα. Αυτό το φεστιβάλ το πετυχαίνει απόλυτα».
Αναφερόμενη στη δική της πορεία, εξομολογήθηκε πως θα είναι για πάντα ευγνώμων σε όσους την εμπιστεύθηκαν όταν ήταν νέα ηθοποιός και πίστεψαν πως είχε κάτι να πει. «Πάντα ένιωθα πως η θέση μου ήταν εκεί, όμως έχεις αμφιβολίες, δεν έχεις αυτοπεποίθηση», παραδέχτηκε. Περιέγραψε μάλιστα μια περίοδο στην καριέρα της όπου δεν ήταν ευτυχισμένη και είχε σκεφτεί να κάνει ένα διάλειμμα, ακριβώς επειδή αγαπούσε πολύ τη δουλειά της για να τη «χαλάσει» με θυμό και απογοήτευση.
Ένας από τους ανθρώπους που πίστεψαν σε εκείνη ήταν ο σκηνοθέτης Ολιβιέ Νταάν, ο οποίος έγραψε τη La Vie en Rose ειδικά για εκείνη, χωρίς καν να τη γνωρίζει προσωπικά.
«Είχε δει τις λίγες ταινίες που είχα κάνει και είδε κάτι που ήθελα να δώσω» θυμήθηκε η Κοτιγιάρ, εξηγώντας πως όταν ο Νταάν άρχισε να αναζητά χρηματοδότηση, πολλοί αναρωτιόνταν γιατί επέλεξε εκείνη αντί για πιο γνωστά ονόματα του γαλλικού κινηματογράφου. Εκείνος όμως έμεινε αμετακίνητος. «Αυτό είναι σημαντικό, να υπάρχουν άνθρωποι που λένε ''βλέπω κάτι σε εσένα, θα σε στηρίξω, και θα τα καταφέρεις''», σχολίασε.
Το φεστιβάλ της Μπιαρίτς απονέμει επίσης το βραβείο Queer Gaze, κάτι που η ηθοποιός θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό αυτή την περίοδο.
«Πρέπει να παλέψουμε ενάντια στον σκοταδισμό, και δεν μπορούν να παλέψουν μόνοι τους» τόνισε, παρομοιάζοντας τον αγώνα της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ+ με εκείνον των γυναικών για τα δικαιώματά τους, ο οποίος επίσης χρειάζεται τη συμμετοχή των ανδρών.
Ερωτηθείσα αν αναζητά έναν πιο ακτιβιστικό προσανατολισμό στα έργα που επιλέγει, ανάμεσά τους και η ταινία L’Enragé, της Εμανουέλ Μπερκό, που αφηγείται την εξέγερση μιας ομάδας νέων υπό κρατική επιμέλεια το 1934, η Κοτιγιάρ ξεκαθάρισε ότι ως ηθοποιός θέτει την τέχνη πάνω απ' όλα, ακόμη κι αν πιστεύει πως σήμερα σχεδόν τα πάντα έχουν πολιτική διάσταση. Ως παραγωγός, όμως, αισθάνεται πιο κοντά στον ακτιβισμό.
Το 2021 παρήγαγε το ντοκιμαντέρ Bigger Than Us και σήμερα διευθύνει, μαζί με έναν συνεργάτη, την εταιρεία Punk Fairies, μέσω της οποίας αναπτύσσει διάφορα έργα, κυρίως ντοκιμαντέρ προς το παρόν, χωρίς όμως να αποκλείει πειραματισμούς ανάμεσα στη μυθοπλασία και το ντοκιμαντέρ, όπως συνέβη στην ταινία Little Girl Blue της Μονά Ασάς.
Σχετικά με το ντοκιμαντέρ Bigger Than Us, που εστίαζε στον κλιματικό ακτιβισμό των νεότερων γενεών, η Κοτιγιάρ εξέφρασε ανησυχία για το πόσο έχει υποχωρήσει το ενδιαφέρον γύρω από την κλιματική κρίση.
«Δεν είναι πια τάση, κάτι που είναι απολύτως τρομακτικό να το λέω. Σήμερα τη ζούμε, και χειροτερεύει. Όμως τα τελευταία δέκα χρόνια μιλούσαμε πολύ γι' αυτήν, ήταν σαν καυτό θέμα. Και σήμερα δεν μιλάμε. Χάσαμε το ενδιαφέρον, κάτι που είναι εντελώς τρελό», είπε χαρακτηριστικά.
Αναφερόμενη στους καύσωνες που έπληξαν την Μπιαρίτς τον Ιούνιο, σημείωσε με πικρία πως θα περάσουν και ο κόσμος θα σταματήσει να μιλά γι' αυτούς μέχρι την επόμενη φορά, «και έρχεται όλο και πιο κοντά κάθε φορά. Δεν ξέρω τι περιμένουμε».
«Είμαστε όλες ψεύτρες;»
Η ηθοποιός αναφέρθηκε επίσης στη συμμετοχή της στην τελευταία σεζόν της σειράς The Morning Show, παραγωγής και πρωταγωνιστικού βήματος τών Τζένιφερ Άνιστον και Ριζ Γουίδερσπουν, λέγοντας πως ήταν μια από τις αγαπημένες της σειρές και ότι ποτέ δεν είχε φανταστεί πως θα γινόταν μέρος της. Στάθηκε ιδιαίτερα σε αυτό που θεωρεί καινοτόμο στην πρώτη σεζόν της σειράς, την απεικόνιση ενός άνδρα που φτάνει μόνος του στο σημείο να αναγνωρίσει πως μπορεί να είναι εγκληματίας, κάτι που κατά τη γνώμη της δεν έχει συμβεί ποτέ έξω από τη μυθοπλασία.
«Στη Γαλλία, όλοι οι άνδρες που κατηγορήθηκαν για σεξουαλική παρενόχληση ή βιασμό, κανείς τους δεν είπε ότι εκείνες οι γυναίκες έλεγαν την αλήθεια. Είμαστε όλες ψεύτρες; Δεν βγάζει κανένα νόημα», σχολίασε.
Θυμήθηκε επίσης τη διαμαρτυρία που πραγματοποίησε το 2018 μαζί με 81 ακόμη ηθοποιούς στις Κάννες ενάντια στο χάσμα φύλου στη βιομηχανία, λέγοντας πως το πρόβλημα παραμένει, με πολύ μικρά βήματα προόδου, και πως δεν μπορεί η ευθύνη να πέφτει μόνο στις γυναίκες.
«Τώρα παλεύουμε για την προστασία των νέων ανθρώπων στη Γαλλία. Πού είναι οι άνδρες όταν παλεύουμε για την προστασία της νεολαίας; Αυτό είναι εξωφρενικό», κατέληξε.
Ο πρόεδρος και συνιδρυτής του φεστιβάλ, Ζερόμ Πουλί Ετσεβέρ, εξήγησε στην ίδια εφημερίδα πως η ιδέα του θεσμού γεννήθηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας, από την ανάγκη επανασύνδεσης και ανάδειξης νέων φωνών του κινηματογράφου. Όπως είπε, αφετηρία στάθηκε το Φεστιβάλ Maudit που είχε διοργανώσει ο Ζαν Κοκτό στην ίδια πόλη πριν από 77 χρόνια, το 1949, με στόχο να αναδείξει ταινίες που αψηφούσαν τις καθιερωμένες συμβάσεις. Νικήτρια της φετινής διοργάνωσης αναδείχθηκε η σκηνοθέτις από τη Νέα Ζηλανδία Πάλομα Σνάιντερμαν, για την ταινία Big Girls Don’t Cry.