Πώς γίνεται το σημαντικότερο ελληνικό έπος όλων των εποχών να μην περιλαμβάνει ούτε έναν Έλληνα ηθοποιό, αναρωτιέται η Guardian;
- Η επικείμενη πρεμιέρα της «Οδύσσειας» έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό στα ελληνικά ΜΜΕ, καθώς από την υπερπαραγωγή απουσιάζει παντελώς οποιοσδήποτε ηθοποιός ελληνικής καταγωγής, εγείροντας ερωτήματα για τη συγκεκριμένη παράλειψη από το διεθνές καστ.
- Η συζήτηση επεκτάθηκε στα social media, όπου χρήστες πρότειναν εναλλακτικές λίστες ηθοποιών, όπως ο Μπίλι Ζέιν και ο Θίο Τζέιμς, τονίζοντας πως υπήρχαν πολλές διαθέσιμες επιλογές ελληνικής καταγωγής για την παραγωγή.
- Η πρακτική του Χόλιγουντ να αξιοποιεί την ελληνική μυθολογία χωρίς Έλληνες ηθοποιούς δεν είναι νέα, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει τους σύγχρονους ελληνικούς ρόλους σε στερεότυπα, όπως αυτό του «Ζορμπά», αντί για πιο σύνθετους χαρακτήρες.
- Η απουσία Ελλήνων ηθοποιών γίνεται αντιφατική, καθώς η παραγωγή γυρίστηκε στην Ελλάδα και η εγχώρια κινηματογραφία, με σκηνοθέτες όπως ο Γιώργος Λάνθιμος, γνωρίζει διεθνή καταξίωση, αναδεικνύοντας ένα παράδοξο στην προσέγγιση του Χόλιγουντ.
Η νέα κινηματογραφική μεταφορά της «Οδύσσειας» από τον Κρίστοφερ Νόλαν προορίζεται να αποτελέσει ένα από τα μεγαλύτερα κινηματογραφικά γεγονότα της χρονιάς. Με ένα καστ που περιλαμβάνει τον Ματ Ντέιμον στον ρόλο του Οδυσσέα, τη Ζεντάγια, τον Τομ Χόλαντ, τη Σαρλίζ Θερόν, τον Ρόμπερτ Πάτινσον, τον Τζον Μπέρνθαλ, τη Λουπίτα Νιόνγκο και ακόμη δεκάδες γνωστούς ηθοποιούς από διαφορετικές χώρες, η υπερπαραγωγή της Universal φιλοδοξεί να παρουσιάσει το ομηρικό έπος ως μια παγκόσμια ιστορία.
Ωστόσο η ταινία - που αναμένεται στις αίθουσες σε λιγότερο από 20 ημέρες, στις 17 Ιουλίου - έχει ήδη προκαλέσει μια διαφορετική συζήτηση: πώς γίνεται το σημαντικότερο ελληνικό έπος όλων των εποχών να μην περιλαμβάνει ούτε έναν Έλληνα ηθοποιό;
Το ερώτημα που κυριαρχεί στα ΜΜΕ
Το ερώτημα κυριαρχεί τις τελευταίες εβδομάδες στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, αλλά και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου η ανακοίνωση του καστ συνοδεύτηκε από απορία, χιούμορ και έντονο προβληματισμό. Η συζήτηση δεν αφορά τόσο το αν ο Ματ Ντέιμον μπορεί να υποδυθεί τον Οδυσσέα ή αν η Ζεντάγια ταιριάζει στον ρόλο της Αθηνάς. Αντιθέτως, πολλοί Έλληνες αναρωτιούνται - σύμφωνα με την Guardian - πώς είναι δυνατόν μια παραγωγή που βασίζεται εξ ολοκλήρου στον Όμηρο να μην περιλαμβάνει ούτε έναν εκπρόσωπο της χώρας από την οποία γεννήθηκε το έργο.
Η απουσία αυτή έγινε ακόμη πιο αισθητή επειδή, όπως σχολίασαν πολλοί στην Ελλάδα και στην ελληνική διασπορά, δεν έλειπαν οι επιλογές. Το όνομα που ακούστηκε περισσότερο ήταν εκείνο του Μπίλι Ζέιν, του Ελληνοαμερικανού ηθοποιού που έχει μιλήσει πολλές φορές με υπερηφάνεια για τις ελληνικές του ρίζες και ο οποίος θα μπορούσε, σύμφωνα με πολλούς, να ενσαρκώσει ιδανικά έναν από τους ομηρικούς ήρωες.
Στα ελληνικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης κυκλοφόρησαν μέχρι και ανεπίσημες λίστες με τίτλο «Alternative Odyssey», στις οποίες οι χρήστες πρότειναν ηθοποιούς ελληνικής καταγωγής που θα μπορούσαν να συμμετέχουν στην ταινία. Εκτός από τον Ζέιν, αναφέρθηκαν ο Θίο Τζέιμς, που γνώρισε νέα διεθνή επιτυχία με τη σειρά «The White Lotus», η Τζένιφερ Άνιστον, ο Χανκ Αζάρια, ο Ντέιβ Μπατίστα, αλλά και αρκετοί ακόμη Ελληνοαμερικανοί καλλιτέχνες. Κανείς δεν υποστήριζε ότι όλοι αυτοί θα έπρεπε να έχουν πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Το ερώτημα ήταν πολύ πιο απλό: πώς γίνεται σε μια παραγωγή με δεκάδες χαρακτήρες να μην βρέθηκε χώρος ούτε για έναν Έλληνα ή έστω έναν ηθοποιό ελληνικής καταγωγής;
Η ειρωνεία είναι ότι η αντιπαράθεση ξεκίνησε από εντελώς διαφορετική αφορμή. Όταν κυκλοφόρησαν οι πρώτες φωτογραφίες της ταινίας, η επιλογή της βραβευμένης με Όσκαρ Λουπίτα Νιόνγκο προκάλεσε ρατσιστικά σχόλια σε ορισμένες γωνιές του διαδικτύου, με αρκετούς να υποστηρίζουν ότι δεν ταιριάζει στην εικόνα που έχουν για τους ήρωες της αρχαίας Ελλάδας. Ανάμεσα σε όσους σχολίασαν δημόσια ήταν και ο Ίλον Μασκ, ο οποίος έκανε λόγο για έλλειψη ιστορικής αυθεντικότητας. Για πολλούς Έλληνες, όμως, η πραγματική έλλειψη αυθεντικότητας βρίσκεται αλλού. Όχι στο χρώμα του δέρματος των πρωταγωνιστών, αλλά στην πλήρη απουσία ανθρώπων ελληνικής καταγωγής από μια ιστορία που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η συγκεκριμένη συζήτηση δεν είναι καινούργια. Εδώ και δεκαετίες το Χόλιγουντ επιστρέφει διαρκώς στην ελληνική μυθολογία, στους ήρωες του Ομήρου και στους μεγάλους πολέμους της αρχαιότητας, χωρίς όμως να δίνει ιδιαίτερο χώρο σε Έλληνες ηθοποιούς. Από τον «Ιάσονα και τους Αργοναύτες» του 1963 μέχρι την «Τροία» του 2004 και από τις ταινίες για τον Μέγα Αλέξανδρο έως τις υπερπαραγωγές για τις Θερμοπύλες, οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι δίνονται σχεδόν αποκλειστικά σε Αμερικανούς, Βρετανούς ή Αυστραλούς αστέρες.
Αντίθετα, όταν εμφανίζονται σύγχρονοι Έλληνες χαρακτήρες στον κινηματογράφο, συνήθως περιορίζονται σε στερεοτυπικές φιγούρες που θυμίζουν περισσότερο τον Ζορμπά, τα σπασμένα πιάτα και τις οικογενειακές ταβέρνες παρά τους απογόνους ενός πολιτισμού που διαμόρφωσε τη δυτική σκέψη.
Ο Έλληνας κριτικός κινηματογράφου Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος συνοψίζει εύστοχα αυτή την αίσθηση, μιλώντας στην βρετανική εφημερίδα. «Υπάρχει πράγματι η εντύπωση ότι ο κόσμος βλέπει τους Έλληνες περισσότερο ως Ζορμπά παρά ως Αχιλλέα», σημειώνει. «Με απογοητεύει το γεγονός ότι αναπαράγεται αυτό το τεμπέλικο στερεότυπο αντί να παρουσιάζονται πιο σύνθετες εκδοχές της ελληνικότητας. Θα ήταν ωραίο να υπήρχε ένας ή δύο Έλληνες στο πρωταγωνιστικό καστ, αλλά δυστυχώς δεν θα με εξέπληττε αν δεν συνέβαινε».
Για τους Έλληνες ισχύει ένας διαφορετικός κανόνας;
Πολλοί πίστευαν ότι ο Κρίστοφερ Νόλαν θα ήταν ο σκηνοθέτης που θα έσπαγε αυτή την παράδοση. Άλλωστε η «Οδύσσεια» διαθέτει δεκάδες σημαντικούς χαρακτήρες και θα μπορούσε εύκολα να φιλοξενήσει έναν ή περισσότερους Έλληνες ηθοποιούς. Αντί γι' αυτό, το καστ ακολουθεί μια διαφορετική λογική. Όπως δήλωσε η Λουπίτα Νιόνγκο, η πρόθεση της παραγωγής ήταν να δημιουργηθεί ένα σύνολο που να «εκπροσωπεί ολόκληρο τον κόσμο». Πρόκειται για μια επιλογή που συμβαδίζει με τη σύγχρονη φιλοσοφία του Χόλιγουντ γύρω από τη διαφορετικότητα και την εκπροσώπηση.
Για τους Έλληνες, όμως, φαίνεται να ισχύει ένας διαφορετικός κανόνας. Οι μύθοι του Ομήρου αντιμετωπίζονται ως παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά, αλλά οι σύγχρονοι Έλληνες μοιάζουν συχνά να απουσιάζουν από την εξιστόρησή τους. Ο αρθρογράφος του Guardian φτάνει μάλιστα στο σημείο να παραλληλίσει αυτή τη λογική με το επιχείρημα που χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες για τα Γλυπτά του Παρθενώνα: ότι δηλαδή η αρχαία ελληνική κληρονομιά ανήκει σε ολόκληρο τον κόσμο, χωρίς όμως να αναγνωρίζεται ο ιδιαίτερος δεσμός της με τη σύγχρονη Ελλάδα.
Την ίδια στιγμή, η ελληνική κινηματογραφική παραγωγή διανύει μία από τις πιο δημιουργικές περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της. Ο Γιώργος Λάνθιμος έχει καθιερωθεί ως ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του παγκόσμιου κινηματογράφου, η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη αποτελεί μία από τις πιο αναγνωρισμένες δημιουργούς του ευρωπαϊκού σινεμά, ενώ ηθοποιοί όπως η Αγγελική Παπούλια έχουν ήδη συμμετάσχει σε μεγάλες διεθνείς παραγωγές.
Παράλληλα, η Ελλάδα εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια σε ιδιαίτερα δημοφιλή προορισμό για χολιγουντιανά γυρίσματα, χάρη στα εντυπωσιακά φυσικά τοπία και στα φορολογικά κίνητρα που προσφέρει. Είναι χαρακτηριστικό ότι και η «Οδύσσεια» του Νόλαν γυρίστηκε σε σημαντικό βαθμό σε ελληνικές τοποθεσίες, μεταφέροντας την παραγωγή σε περιοχές που συνδέονται άμεσα με το ομηρικό έπος.
Για αρκετούς Έλληνες, όμως, η απουσία ακόμη και ενός Έλληνα ηθοποιού κάνει αυτή την πρόθεση να μοιάζει αντιφατική. Αν η ταινία επιδιώκει να εκπροσωπήσει ολόκληρο τον κόσμο, γιατί απουσιάζουν οι άνθρωποι που συνδέονται πιο άμεσα από οποιονδήποτε άλλον με το έργο του Ομήρου;