Από το Bourse de Commerce στο Παρίσι και το Park Avenue Armory στη Νέα Υόρκη, το «clinamen» φτάνει στην Αθήνα και για πρώτη φορά βγαίνει σε ανοιχτό χώρο, στο Onassis Mandra της Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Μαζί με το νερό και την πορσελάνη, στη σύνθεσή του μπαίνουν τώρα ο αέρας, οι φωνές και η βοή της Αθήνας.
Στριμώχνομαι για να περάσω ανάμεσα σε ομάδες τουριστών και περίεργους που έχουν σταθεί για να δουν το κτίριο που πήρε φωτιά το πρωί της Παρασκευής στην Πλάκα. Πυροσβεστικά ανεβοκατεβαίνουν, άνθρωποι σταματούν, άλλοι προσπαθούν να περάσουν, διαφορετικές γλώσσες από όλες τις φυλές του κόσμου μπλέκονται καθώς η Διονυσίου Αρεοπαγίτου κάνει αυτό που κάνει κάθε μέρα, ίσως εντονότερα από οπουδήποτε αλλού στην Αθήνα: στριμώχνει στο ίδιο κομμάτι δρόμου την Ιστορία και τον τουρισμό, τα μνημεία με κορωνίδα τον Παρθενώνα και το τουριστικό προϊόν, ανθρώπους που ζουν εδώ και ανθρώπους που ήρθαν για να σβήσουν την πόλη μας από το bucket list τους.
Πριν καν περάσω την μπλε πύλη του Onassis Mandra ακούω διαδοχικά γκλιν-γκλαν. Έρχονται από τις τρεις πισίνες, υπερυψωμένες σε μια μεγάλη εξέδρα που σχεδόν ενώνεται με τη σκηνή της Μάντρας. Για λίγα δευτερόλεπτα ο ήχος προηγείται της εικόνας: πορσελάνη πάνω σε πορσελάνη, χτυπήματα που πυκνώνουν και αραιώνουν, γίνονται στριγκά ή χαμηλώνουν υπόκωφα. Ύστερα εμφανίζεται το νερό και πάνω του περίπου 180 λευκά πορσελάνινα μπολ να γλιστρούν, να περιστρέφονται, να συναντιούνται και να απομακρύνονται.
Αυτό είναι το «clinamen» του Σελέστ Μπουρσιέ-Μουζενό, στην πρώτη υπαίθρια εκδοχή ενός έργου που ο Γάλλος καλλιτέχνης μετασχηματίζει εδώ και δεκαετίες. Clinamen σημαίνει παρέκκλιση. Είναι η απειροελάχιστη, απρόβλεπτη εκτροπή των ατόμων από την ευθύγραμμη πτώση τους στην επικούρεια σκέψη, εκείνο το ελάχιστο λοξοδρόμημα χωρίς το οποίο τα σώματα θα έπεφταν παράλληλα, δεν θα συναντιούνταν ποτέ και τίποτε δεν θα μπορούσε να συμβεί.
Στις πισίνες του Μπουρσιέ-Μουζενό αυτή η παρέκκλιση γίνεται ορατή και ακούγεται: το νερό μετακινεί τα μπολ, τα μπολ συγκρούονται και από τη συνάντησή τους γεννιέται κάθε φορά ένας άλλος ήχος.
Ο ίδιος δεν δείχνει ιδιαίτερα πρόθυμος να μας εξηγήσει τι πρέπει να καταλάβουμε από όλα αυτά. «Νομίζω ότι το έργο είναι πολύ καθαρό από μόνο του. Δεν χρειάζεται εξήγηση. Ένα παιδί δύο ετών μπορεί να το απολαύσει, όπως και ένας πολύ ηλικιωμένος κριτικός της μουσικής ή της σύγχρονης μουσικής. Όλοι αυτοί οι διαφορετικοί άνθρωποι μπορούν να έχουν μια εμπειρία».
Ίσως επειδή ο Μπουρσιέ-Μουζενό εξακολουθεί να σκέφτεται πρώτα σαν μουσικός, παρότι αυτό που βρίσκεται μπροστά μας είναι συγχρόνως γλυπτική, εγκατάσταση και μια παράξενη παρτιτούρα που εκτελεί τον εαυτό της. «Όταν ήμουν παιδί, αποφάσισα να γίνω μουσικός. Με γοήτευε ο μουσικός την ώρα που έπαιζε. Πιο πρόσφατα κατάλαβα ότι ίσως αυτό που με γοήτευε ήταν η κίνηση: η χειρονομία, η πράξη που χρειάζεται για να παραχθεί ένας ήχος. Αυτό που πραγματικά μου αρέσει είναι να μετακινώ ένα αντικείμενο μέσα στον χώρο. Και δεν υπάρχει ήχος χωρίς δράση. Χρειάζεται ένα υλικό μέσο για να μεταφέρει τα ηχητικά κύματα», μας λέει. Και φτάνει από τις μικρές πισίνες της Αθήνας μέχρι το Διάστημα: «Στο Διάστημα, στο σύμπαν, δεν υπάρχει ήχος. Αυτό που αποκαλούμε μουσική των σφαιρών είναι καθαρά μια ποιητική επινόηση».
Την ώρα που μιλάει, τα μπολ της πισίνας μπροστά του αρχίζουν να συγκεντρώνονται στη μία πλευρά. Έρχονται το ένα πίσω από το άλλο ώσπου σχεδόν όλα σχηματίζουν ένα πυκνό λευκό χαλί ακριβώς μπροστά στον Σελέστ. Μένουν για λίγο εκεί και ύστερα το μέτωπο ανοίγει. Ένα ξεφεύγει, ακολουθεί δεύτερο, άλλα στριφογυρίζουν, συγκρούονται και σκορπίζουν πάλι στην επιφάνεια. Ο ήχος αλλάζει μαζί τους, αποκτά άλλες τονικότητες και βάθος, νέα αφήγηση. Αυτό το απρόβλεπτο είναι η βασική συνθήκη του έργου.
Από μια μαρίμπα σε μια πισίνα
Για να φτάσει όμως σε αυτή την παρτιτούρα χωρίς χαρτί, ο Μπουρσιέ-Μουζενό χρειάστηκε να απομακρυνθεί από τον τρόπο με τον οποίο είχε μάθει να συνθέτει. Δούλευε επί χρόνια στο θέατρο και θυμάται μια παράσταση του Γάλλου συγγραφέα και σκηνοθέτη Πασκάλ Ραμπέρ στο Φεστιβάλ της Αβινιόν, για την οποία είχε γράψει μουσική για μαρίμπα και τσέμπα.
«Την πρώτη φορά που έκανα το έργο με τα μπολ, είδα πραγματικά ότι ήταν ακριβώς αυτό που ήθελα να κάνω με τη μαρίμπα. Δεν χρειαζόταν πια να γράφω στο χαρτί. Γιατί όταν είσαι συνθέτης και κάποιος παίζει αυτό που έχεις γράψει, αν είναι ένας άνθρωπος μπορείς να του πεις: “Περίμενε ένα λεπτό, θέλω να αλλάξω αυτή τη νότα”. Αν όμως έχεις μια μπάντα ή ένα σύνολο, είναι πολύ δύσκολο. Και μπορεί μόνο στην πρώτη εκτέλεση να ανακαλύψεις ότι έχεις κάνει λάθη».
Στο «clinamen» η παρτιτούρα, το όργανο και ο εκτελεστής σχεδόν συγχωνεύονται. «Για μένα είναι ένας τρόπος να έχω εδώ μια παρτιτούρα που είναι συγχρόνως και όργανο. Μπορώ να την αφήσω να λειτουργεί έναν χρόνο και να αφαιρέσω ένα κομμάτι, όπως ένας κλασικός γλύπτης με το σφυρί και το καλέμι μπορεί να χτυπήσει μία φορά και να αλλάξει κάτι. Αυτό ακριβώς κάνω κι εγώ».
Κοιτάζοντάς τα να κινούνται, είναι δύσκολο να αποφασίσεις αν παρακολουθείς μουσική να εκτελείται ή ένα γλυπτό να αλλάζει διαρκώς μορφή. Και είναι ακόμη δυσκολότερο να φανταστείς ότι πίσω από αυτή την τόσο καθαρή εικόνα -νερό, λευκή πορσελάνη, κίνηση- υπάρχει μια γενεαλογία που περνά από σπουργίτια, χελώνες, μικρόφωνα και ένα μπαλόνι.
Το 1995, στην πρώτη του δουλειά στο πεδίο των εικαστικών, έβαλε 25 σπουργίτια σε ένα δωμάτιο με μεταλλικές χορδές τεντωμένες από τοίχο σε τοίχο. Αργότερα ήρθαν οι χελώνες, μέσα σε μια φουσκωτή πισίνα, με μικρόφωνα στην πλάτη τους: όταν έβγαιναν από το νερό προκαλούσαν ένα δυνατό feedback, μια ηχητική ανάδραση που σταματούσε όταν ξαναβυθίζονταν. «Ήταν λίγο funky», θυμάται γελώντας. Τις αντικατέστησε με ένα μπαλόνι που τη χαρακτηριστική ηχητική ανάδραση που δημιουργείται όταν ο ήχος από ένα ηχείο επιστρέφει στο μικρόφωνο και ενισχύεται ξανά, ενώ όταν βυθιζόταν το feedback εξαφανιζόταν.
«Εκεί άρχισε η εξημέρωση του feedback. Το θεωρώ ένα "πλάσμα" από μόνο του. Είναι πολύ άγριο, αλλά μπορείς να κάνεις πολύ λεπτά πράγματα μαζί του φιλτράροντας τον ήχο».
Οι χελώνες όμως λέρωναν το νερό, οπότε αγόρασε μια αντλία. Κάποια στιγμή τις άφησε ελεύθερες σε ένα κανάλι του Παρισιού και έμειναν πίσω η πισίνα, η αντλία και το νερό. «Προσπάθησα να τα κάνω να παίξουν. Ήταν πραγματικά σαν παιδικό παιχνίδι». Δοκίμασε διαφορετικά αντικείμενα, ακόμη και θιβετιανά μπρούντζινα μπολ, ώσπου έφτασε στην πορσελάνη.
Η ίδια πορσελάνη ακούγεται τώρα να χτυπά μπροστά μου. Προχωρώντας προς τη σκηνή φτάνω στη μικρότερη πισίνα. Το νερό αντανακλάται στον μπορντό τοίχο και λαμπυρίζει πάνω του καθώς τα μπολ συνεχίζουν από κάτω την αργή, απρόβλεπτη διαδρομή τους.
Το έργο που αρνιόταν να βγάλει έξω ο δημιουργός
Το «clinamen» αλλάζει κάθε φορά μαζί με τον χώρο που το υποδέχεται. Στην Bourse de Commerce του Παρισιού, το 2025, μια πισίνα διαμέτρου 18 μέτρων απλώθηκε κάτω από τον γυάλινο θόλο της Ροτόντας, με το φως, τον ουρανό και την αρχιτεκτονική να αντανακλώνται στο νερό. Στη Νέα Υόρκη, έναν χρόνο αργότερα, τρεις τεράστιες πισίνες βρέθηκαν στο σκοτεινό Drill Hall του Park Avenue Armory, με εκατοντάδες κεραμικά μπολ.
Στους «New York Times» ο Walker Mimms παρατήρησε πόσο γρήγορα το αυτί επιχειρεί να επιβάλει τάξη σε αυτό που ακούει: όσο έμενες τόσο νόμιζες ότι αναγνώριζες συγχορδίες, συνομιλίες, ακόμη και γνωστές μελωδίες. Το τυχαίο παρέμενε τυχαίο· εμείς ήμασταν εκείνοι που αναζητούσαμε το μοτίβο.
Στην Αθήνα όμως υπάρχει κάτι που δεν υπήρχε ούτε στο Παρίσι ούτε στη Νέα Υόρκη: ο δρόμος. Οι φωνές από τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου περνούν πάνω από τους τοίχους, διαφορετικές γλώσσες μπαίνουν ανάμεσα στα χτυπήματα της πορσελάνης, κάποτε τα σκεπάζουν και ύστερα υποχωρούν. Ο Μπουρσιέ-Μουζενό το προσέχει αμέσως. «Είναι υπέροχο που μπορούμε να ακούμε και τον δρόμο. Όχι υπερβολικά. Μεταβάλλεται συνέχεια». Γκρινιάζει βέβαια για τους υπαίθριους μουσικούς όταν στήνουν το πόστο τους ακριβώς έξω από την Μάντρα, εξαφανίζοντας σχεδόν τη μελωδία της πορσελάνης.
Κι όμως, επί χρόνια αρνιόταν ακριβώς αυτό: να βγάλει το «clinamen» έξω. «Από την αρχή ήθελαν να το τοποθετήσουν σε εξωτερικό χώρο. Έλεγα όχι. Είναι έργο εσωτερικού χώρου. Έπρεπε να βρίσκεται στο μουσείο».
Τώρα δεν μπορεί να ελέγξει όλες τις συνθήκες. Δεν θα βρίσκεται εδώ σε όλη τη διάρκεια της έκθεσης για να ακούει πώς αλλάζει ο ήχος, ενώ το νερό, τα μπολ, ολόκληρο το σύστημα απαιτούν φροντίδα και μικρές τεχνικές προσαρμογές. Ακόμη και ύστερα από τόσα χρόνια ανακαλύπτει λύσεις που τον κάνουν να αναρωτιέται: «Μα γιατί δεν το σκέφτηκα αυτό πριν; Ξαφνικά, ύστερα από είκοσι χρόνια το βλέπω!».
Κοιτάζοντας τις τρεις μικρές υδάτινες επιφάνειες έχω κάποια στιγμή την αίσθηση ότι ο Εθνικός Κήπος, λίγα λεπτά πιο πέρα, πάνω από την Αμαλίας, έχει περάσει τον δρόμο και έχει επεκταθεί μέχρι εδώ, στη Μάντρα. Θυμάμαι τη λίμνη με τις πάπιες που κοιτούσαμε μικροί και παρακολουθώ σχεδόν με τον ίδιο τρόπο τα λευκά μπολ: ποιο θα ξεφύγει, ποιο θα ακολουθήσει, πότε θα συγκεντρωθούν ξανά όλα μαζί.
Η σύμπτωση, άλλωστε, επιστρέφει διαρκώς στη δουλειά του. Για το «Io», ένα έργο του 2015 στην Αρλ που συνδεόταν με την ηλεκτρομαγνητική δραστηριότητα της Ιούς, του δορυφόρου του Δία, χρειαζόταν ακόμη και η Ιώ να βρίσκεται στη σωστή θέση στον ουρανό τις ώρες λειτουργίας της έκθεσης. «Ήταν μια πολύ όμορφη σύμπτωση. Πολλά έργα μου έχουν δημιουργηθεί από συμπτώσεις. Είναι τρελό. Έχω πολλές τέτοιες ιστορίες. Ίσως θα έπρεπε να κάνω ένα βιβλίο».
Στη Μάντρα η σύμπτωση έχει πλέον έναν ακόμη συνεργάτη: την Αθήνα.
Το «clinamen» δεν ακυρώνει τον θόρυβο της πόλης για να δημιουργήσει μια προστατευμένη νησίδα γαλήνης. Η Αθήνα εξακολουθεί να ακούγεται. Η Ιστορία και ο τουρισμός εξακολουθούν να στριμώχνονται λίγα μέτρα έξω από την μπλε πύλη. Μόνο που, για όσο βρίσκεσαι εδώ, ανάμεσα σε δύο φωνές από τον δρόμο περιμένεις να ακούσεις πότε τρία, τέσσερα, πέντε κομμάτια πορσελάνης θα συναντηθούν ξανά και θα δημιουργήσουν νέους ήχους.
Και ένα παρισινό βιβλιοπωλείο μέσα στη Μάντρα
Το «clinamen» δεν είναι το μόνο που έχει εγκατασταθεί αυτές τις μέρες στη Μάντρα. Σε έναν από τους μικρούς χώρους της βρίσκεται και μια αθηναϊκή εκδοχή του OFR, του ανεξάρτητου παρισινού βιβλιοπωλείου και εκδοτικού εγχειρήματος που εδώ και τρεις δεκαετίες κινείται ανάμεσα στα βιβλία τέχνης, τις εκδόσεις και τις εκθέσεις.
Το όνομά του σημαίνει Open, Free and Ready και για την Αθήνα οι άνθρωποί του επέλεξαν βιβλία από το δικό τους βιβλιοπωλείο, με την πρόθεση ο χώρος να μη λειτουργήσει απλώς ως ένα προσωρινό πωλητήριο. Μιλούν ήδη για παρουσιάσεις βιβλίων και περιοδικών, υπογραφές, μικρές συναυλίες, προβολές και συζητήσεις τη δραστηριότητα που αποτελεί μέρος της ταυτότητας του OFR στο Παρίσι. Εδώ, η πορσελάνη επιστρέφει με έναν απρόσμενο τρόπο. Ανάμεσα στα αντικείμενα βρίσκονται μπολ που δημιουργήθηκαν σε συνεργασία του Ιδρύματος Ωνάση με την ιστορική ελληνική βιομηχανία πορσελάνης ΙΩΝΙΑ, σε περιορισμένο αριθμό. Από τα 120 μπολ που αφήνονται στο νερό να συγκρουστούν τυχαία, σε εκείνα που περιμένουν στα ράφια του OFR.
26 Σεπτεμβρίου – 5 Δεκεμβρίου 2026
Onassis Mandra, Διονυσίου Αρεοπαγίτου 2, Πλάκα
Τετάρτη – Κυριακή 11:00 – 14:30 & 17:30 – 21:30