Με αιχμή τις ενεργειακές κοινότητες, το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα παρουσιάζει σχέδιο επτά παρεμβάσεων για την ενεργειακή δημοκρατία και τη μείωση του κόστους ενέργειας για νοικοκυριά, δήμους και αγρότες.
Ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο δημόσιας πολιτικής για την ενεργειακή μετάβαση παρουσίασε το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα, ανοίγοντας τη συζήτηση για ένα διαφορετικό μοντέλο παραγωγής και διαχείρισης ενέργειας στην Ελλάδα. Το κείμενο προτάσεων με τίτλο «Ενεργειακή Δημοκρατία», που εκπονήθηκε από την Ομάδα Εργασίας Κοινών, Ομότιμης Παραγωγής και Αποκέντρωσης του Ινστιτούτου, εστιάζει στην ενίσχυση των Ενεργειακών Κοινοτήτων και στη συμμετοχή πολιτών, μικρομεσαίων επιχειρήσεων και τοπικής αυτοδιοίκησης στην παραγωγή καθαρής ενέργειας.
Σύμφωνα με την πρόταση, η ενεργειακή μετάβαση στην Ελλάδα προχωρά με συγκεντρωτικούς όρους, αποκλείοντας σε μεγάλο βαθμό πολίτες, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και δήμους από τη συμμετοχή στην παραγωγή ενέργειας. Παρότι οι Ενεργειακές Κοινότητες θεσμοθετήθηκαν το 2018, η ανάπτυξή τους παραμένει περιορισμένη λόγω ρυθμιστικών εμποδίων, γραφειοκρατίας και έλλειψης χρηματοδότησης. Παράλληλα, η απένταξη του προγράμματος «Απόλλων» από το Ταμείο Ανάκαμψης οδήγησε στην απώλεια περίπου 100 εκατ. ευρώ, αφήνοντας τη χώρα χωρίς ενεργό χρηματοδοτικό εργαλείο για την ανάπτυξη των ενεργειακών κοινοτήτων.
Τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο κείμενο αναδεικνύουν και την κοινωνική διάσταση του ζητήματος. Περίπου το 19% του ελληνικού πληθυσμού δηλώνει ότι δεν μπορεί να διατηρήσει επαρκώς ζεστή την κατοικία του, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ανέρχεται στο 9%. Παράλληλα, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τις υψηλότερες επιπτώσεις στην υγεία από την ατμοσφαιρική ρύπανση στην ΕΕ, μετά τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, με σημαντικό μέρος να συνδέεται με την οικιακή θέρμανση.
Τσίπρας: Η κυβέρνηση εφαρμόζει «ημίμετρα» στην αγορά καυσίμων -Κριτική στην πράσινη μετάβαση
Στο ζήτημα αναφέρθηκε και ο Αλέξης Τσίπρας σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σχολιάζοντας τις εξελίξεις στην αγορά καυσίμων. Όπως σημείωσε, με αφορμή τον πόλεμο στο Ιράν, η κυβέρνηση ανακοίνωσε για ακόμη μία φορά «ημίμετρα», επιβάλλοντας πλαφόν στα περιθώρια κέρδους των πρατηρίων καυσίμων αλλά όχι στα διυλιστήρια, τα οποία –όπως υποστήριξε– μπορούν να ορίζουν την τιμή εκκίνησης στην αλυσίδα της αγοράς.
Παράλληλα υπογράμμισε ότι σε κάθε πληθωριστική κρίση τα δημόσια έσοδα αυξάνονται λόγω του υψηλού ΦΠΑ. «Ήδη η αύξηση εσόδων από τις αυξήσεις στα καύσιμα αγγίζει το 30%», ανέφερε, εκτιμώντας ότι μέρος αυτών των εσόδων καταλήγει σε επιδοτήσεις που πριμοδοτούν κυρίως τους παραγωγούς ενέργειας και όχι τους καταναλωτές.
Κατά τον πρώην πρωθυπουργό, η ενεργειακή μετάβαση τα τελευταία χρόνια εξελίχθηκε με τρόπο που ενίσχυσε τη συγκέντρωση ισχύος στην αγορά. «Από ευκαιρία για πράσινη ενέργεια και απαγγίστρωση από τα καρτέλ, έγινε ακριβώς το αντίθετο. Δημιούργησε μια ενεργειακή ολιγαρχία», σημείωσε χαρακτηριστικά. Όπως πρόσθεσε, «αυτό δεν είναι φυσικό φαινόμενο» και υπάρχει εναλλακτικός δρόμος, αρκεί να υπάρξει πολιτική βούληση.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η συμμετοχή σε ενεργειακή κοινότητα μπορεί να μειώσει το ετήσιο ενεργειακό κόστος ενός νοικοκυριού έως και κατά 1.100 ευρώ.
Οι 7 βασικοί άξονες δημόσιας πολιτικής του Ινστιτούτου Τσίπρα
Στο πλαίσιο αυτό, το Ινστιτούτο προτείνει επτά βασικούς άξονες δημόσιας πολιτικής: τη θεσμική αναγνώριση και ενδυνάμωση των Ενεργειακών Κοινοτήτων ως ισότιμων φορέων της αγοράς ενέργειας, την εκπόνηση εθνικού στρατηγικού σχεδίου με στόχο τη συμμετοχή τους στην κάλυψη τουλάχιστον του 15% της τελικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας μέσα στην επόμενη πενταετία, τη διεύρυνση των δραστηριοτήτων τους πέρα από την παραγωγή ΑΠΕ σε τομείς όπως η αποθήκευση ενέργειας και η ηλεκτροκίνηση, την ένταξη ευάλωτων νοικοκυριών μέσω συλλογικής αυτοπαραγωγής και εικονικού ενεργειακού συμψηφισμού, την ανάπτυξη ενεργειακών σχημάτων για την τοπική αυτοδιοίκηση με στόχο την κάλυψη μέρους των ενεργειακών αναγκών δημοτικών υποδομών, τη στήριξη του πρωτογενούς τομέα μέσω ενεργειακών κοινοτήτων αγροτικών συνεταιρισμών και την ενίσχυση της διαφάνειας και της εμπιστοσύνης στην αγορά ενέργειας μέσω ανοικτών δεδομένων και αποτελεσματικής εποπτείας.