Στην καθοριστική συμβολή της Μαργαρίτας Παπανδρέου και της Ένωσης Γυναικών Ελλάδας στη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου αναφέρεται η ανάρτηση του υπ. Επικρατείας 'Ακη Σκέρτσου.
Αναλυτικά, «υπάρχουν μεταρρυθμίσεις που αλλάζουν έναν νόμο και μεταρρυθμίσεις που, με τον χρόνο, αλλάζουν την ίδια την κοινωνία. Η μεταρρύθμιση του Οικογενειακού Δικαίου το 1983 ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Σε μία μεγάλη αλλαγή συνέβαλε σημαντικά η Μαργαρίτα Παπανδρέου
Σήμερα μας φαίνεται σχεδόν αδιανόητο ότι μια γυναίκα μπορούσε να χρειάζεται προίκα για να παντρευτεί κι ότι η οικογένειά της όφειλε να της εξασφαλίσει περιουσία που θα μεταφερόταν στον σύζυγο. Κι όμως, δεν μιλάμε για έναν μακρινό κόσμο αλλά για την Ελλάδα των γονιών και των παππούδων μας.
Αν το καλοσκεφτούμε, η προίκα δεν ήταν απλώς ένας παλιός οικονομικός θεσμός. Εξέφραζε μια ολόκληρη αντίληψη για τη θέση της γυναίκας. Σαν να έπρεπε να «φέρει» κάτι υλικό μαζί της για να αποκτήσει θέση στην οικογένεια που δημιουργούσε.
Το 1983 η προίκα καταργήθηκε με τη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου. Μαζί της καταργήθηκε και η νομική αντίληψη ότι ο άνδρας είναι ο «αρχηγός της οικογένειας». Οι σύζυγοι έγιναν ισότιμοι απέναντι στον νόμο. Η γυναίκα μπορούσε να διατηρεί το δικό της επώνυμο. Η γονική εξουσία έδωσε τη θέση της στη γονική μέριμνα. Τα παιδιά εκτός γάμου απέκτησαν ίσα δικαιώματα».
Και, συνεχίζει, «υπάρχει κάτι που σήμερα ίσως μας φαίνεται ακόμη πιο αυτονόητο. Το συναινετικό διαζύγιο. Δύο άνθρωποι που είχαν αποφασίσει από κοινού ότι ο γάμος τους είχε τελειώσει δεν μπορούσαν απλώς να το αποδεχθούν και να συνεχίσουν τη ζωή τους. Έπρεπε να αναζητηθεί υπαιτιότητα. Να υπάρχει ένας "ένοχος". Η μεταρρύθμιση αναγνώρισε κάτι πολύ απλό: ότι μια σχέση μπορεί να τελειώσει χωρίς να χρειάζεται ο ένας άνθρωπος να υποταχθεί στον άλλον ή να στιγματιστεί ως υπαίτιος.
Κοιτάζοντας σήμερα όλα αυτά, είναι εύκολο να ξεχνάμε πόσο βαθιά ήταν η αλλαγή. Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη επιτυχία μιας μεταρρύθμισης: όταν γίνεται τόσο αυτονόητη ώστε η επόμενη γενιά να μην μπορεί καν να φανταστεί τον κόσμο πριν από αυτήν.
Αυτό συνέβη σε μεγάλο βαθμό και με τη μεταρρύθμιση του Οικογενειακού Δικαίου. Η νομική κατοχύρωση της ισότητας δεν άλλαξε μόνο τη σχέση της γυναίκας με τον νόμο. Βοήθησε να θεμελιωθεί διαφορετικά η ίδια η έννοια του γάμου και της οικογένειας. Όχι πάνω στη συναλλαγή της προίκας ούτε στην υποταγή της γυναίκας στον "αρχηγό" της οικογένειας.
Αλλά πάνω στην αγάπη, τον σεβασμό και την ισότητα δύο ανθρώπων που επιλέγουν να μοιραστούν τη ζωή τους.
Σε αυτή τη μεγάλη αλλαγή συνέβαλε σημαντικά η Μαργαρίτα Παπανδρέου και η Ένωση Γυναικών Ελλάδας, μαζί με πολλές ακόμη γυναίκες και άνδρες που διεκδίκησαν τότε κάτι που σήμερα θεωρούμε αυτονόητο: η ισότητα να μην είναι μόνο μια συνταγματική διακήρυξη αλλά πραγματικότητα μέσα στην οικογένεια και στην κοινωνία».
Εν κατακλείδι, «από τότε έχουν περάσει περισσότερα από σαράντα χρόνια. Ο αναστοχασμός είναι απαραίτητος αλλά δεν μπορούμε να μένουμε μόνον εκεί. Διότι υπάρχουν ακόμη πολλά ανοιχτά κεφάλαια στο πεδίο της πραγματικής ισότητας που μένουν να κατακτηθούν.
Στην άνιση κατανομή της φροντίδας και της οικιακής εργασίας. Στις μισθολογικές και συνταξιοδοτικές διαφορές. Στα στερεότυπα που εξακολουθούν να επηρεάζουν τις επιλογές κοριτσιών και αγοριών. Στις ευκαιρίες επαγγελματικής εξέλιξης. Στη συμμετοχή των γυναικών σε θέσεις ευθύνης. Και, πάνω απ' όλα, στην έμφυλη βία.
Διότι η ισότητα δεν είναι μια υπόθεση που τελειώνει κάποια στιγμή. Κάθε γενιά έχει τη δική της δουλειά να κάνει.
Η γενιά του 1983 έβαλε βαθιά θεμέλια. Και η δική μας ευθύνη είναι να συνεχίσουμε πάνω σε αυτά. Να κάνουμε την ισότητα ακόμη περισσότερο πράξη στην εργασία, στην οικογένεια, στην οικονομία, στην πολιτική και στην καθημερινή ζωή.
Γιατί τελικά οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις δεν κρίνονται μόνο από το πόσο προοδευτικές ήταν όταν ψηφίστηκαν αλλά από το αν έγιναν κτήμα όλων μας. Από το αν πέρασαν από τις σελίδες των νόμων στη συνείδηση της κοινωνίας.
Και η καλύτερη απόδειξη ότι μια κοινωνία έχει προχωρήσει είναι ίσως αυτή: να κοιτάζει πίσω και να δυσκολεύεται να πιστέψει ότι κάποτε τα πράγματα ήταν διαφορετικά», υπογραμμίζει κλείνοντας ο υπουργός Επικρατείας.
ΑΠΕ-ΜΠΕ