Ισχυρό μήνυμα έστειλε η επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) στις ανεπτυγμένες οικονομίες -ανάμεσά τους οι ΗΠΑ και η Βρετανία - καλώντας τις κυβερνήσεις να περιορίσουν τον δανεισμό και να μειώσουν τα επίπεδα χρέους.
- Το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων έχει αυξηθεί λόγω των πολέμων και των πληθωριστικών πιέσεων, με τη Βρετανία και τις ΗΠΑ να αντιμετωπίζουν ιστορικά υψηλά επίπεδα χρέους και δυσβάσταχτες δαπάνες εξυπηρέτησής του.
- Το ΔΝΤ προκρίνει δύο κεντρικές πολιτικές: τη μείωση του χρέους μέσω δημοσιονομικής προσαρμογής και τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών από τις κεντρικές τράπεζες, τονίζοντας ότι απαιτείται πολιτικό θάρρος για την εφαρμογή τους.
- Οι ανεπτυγμένες οικονομίες, στερούμενες δημοσιονομικών περιθωρίων, καλούνται να εστιάσουν σε μεταρρυθμίσεις. Η ενθάρρυνση ιδιωτικών επενδύσεων αναδεικνύεται ως ο κύριος μοχλός για την υποστήριξη της ανάπτυξης, αντί της αύξησης των κρατικών δαπανών.
- Η τεχνητή νοημοσύνη αναδεικνύεται σε νέο παράγοντα κινδύνου για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Οι τεράστιες επενδυτικές της ανάγκες δημιουργούν ανταγωνισμό στην αγορά ομολόγων, αυξάνοντας περαιτέρω το κόστος δανεισμού για τα κράτη.
Σε αποκλειστική συνέντευξή της στο BBC, η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα προειδοποίησε ότι οι διαδοχικές οικονομικές αναταράξεις έχουν ανεβάσει τα επίπεδα του χρέους «σαν μια σκάλα που δεν οδηγεί στον παράδεισο», ενώ, όπως υποστήριξε, οι κυβερνήσεις δεν έχουν λάβει μέχρι σήμερα επαρκή μέτρα για να περιορίσουν το κόστος εξυπηρέτησης.
«Ήρθε η ώρα να αναληφθεί δράση», τόνισε η διευθύντρια του ΔΝΤ, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι απαιτείται «θάρρος» από τους πολιτικούς προκειμένου να ληφθούν δύσκολες αποφάσεις.
Στο στόχαστρο το κόστος δανεισμού
Η προειδοποίηση του ΔΝΤ έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων έχει αυξηθεί σημαντικά, καθώς οι πόλεμοι και οι αναταράξεις στην αγορά ενέργειας έχουν επηρεάσει τις τιμές του πετρελαίου και έχουν εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις.
Στη Βρετανία, οι υψηλότερες παγκόσμιες αποδόσεις των ομολόγων επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά ενόψει του πρώτου προϋπολογισμού της κυβέρνησης του πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ τον επόμενο μήνα, ενώ εντείνονται οι συζητήσεις για πιθανές αλλαγές στη φορολογία και τις δημόσιες δαπάνες.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι ο κρατικός δανεισμός στη Βρετανία ανήλθε τον Αύγουστο στα 18,3 δισ. λίρες, περίπου 20% υψηλότερα σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα και πάνω από τις επίσημες προβλέψεις.
Την ίδια στιγμή, οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους κατέγραψαν τον υψηλότερο Αύγουστο από το 1977 που ξεκίνησαν οι μηνιαίες καταγραφές.
Ανάλογες πιέσεις αντιμετωπίζουν και οι ΗΠΑ, η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, όπου το συνολικό δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια, έχοντας διπλασιαστεί μέσα σε περίπου μία δεκαετία.
ΔΝΤ: «Πρέπει να μειωθεί το χρέος»
Μιλώντας στο βρετανικό δίκτυο στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη, η επικεφαλής του ΔΝΤ υπογράμμισε ότι, παρότι αρκετοί από τους παράγοντες που επηρεάζουν τις οικονομίες βρίσκονται εκτός του άμεσου ελέγχου των κυβερνήσεων, υπάρχουν πολιτικές που μπορούν να εφαρμοστούν σε εθνικό επίπεδο.
Όπως ανέφερε, υπάρχουν δύο βασικές προτεραιότητες: η μείωση του χρέους μέσω δημοσιονομικής προσαρμογής και η διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών από τις κεντρικές τράπεζες.
Η Γκεοργκίεβα χαρακτήρισε ιδιαίτερα κρίσιμο το να υπάρξει «θάρρος» για τη λήψη των απαραίτητων μέτρων, αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για πολιτικά δύσκολες αποφάσεις.
Σε ερώτηση για το γεγονός ότι το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους στη Βρετανία είναι υψηλότερο σε σχέση με άλλες μεγάλες οικονομίες, η διευθύντρια του ΔΝΤ σημείωσε ότι η θέση της χώρας «δεν είναι πολύ διαφορετική» από εκείνη άλλων ανεπτυγμένων οικονομιών.
Παράλληλα, αναφέρθηκε θετικά σε μεταρρυθμίσεις που αφορούν στον σχεδιασμό και τη στέγαση, υποστηρίζοντας ότι οι ανεπτυγμένες οικονομίες δεν διαθέτουν πλέον μεγάλα δημοσιονομικά περιθώρια για να στηρίξουν την ανάπτυξη και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να στηριχθούν περισσότερο σε μεταρρυθμίσεις που ενθαρρύνουν τις ιδιωτικές επενδύσεις.
Η τεχνητή νοημοσύνη στο «κάδρο» των κινδύνων
Στη συνέντευξή της, η επικεφαλής του ΔΝΤ αναφέρθηκε και σε έναν ακόμη παράγοντα που θα μπορούσε να επηρεάσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα: την ταχεία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Οι κυβερνήσεις χρηματοδοτούν τις ανάγκες τους μέσω της έκδοσης ομολόγων καταβάλλοντας τόκους στους επενδυτές που τα αγοράζουν. Οι ανησυχίες για τον πληθωρισμό έχουν συμβάλει στην άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων αυξάνοντας παράλληλα το κόστος δανεισμού.
Στις πιέσεις αυτές προστίθεται, σύμφωνα με την επικεφαλής του ΔΝΤ, και ο ανταγωνισμός στην αγορά ομολόγων από μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες που αναζητούν τεράστια κεφάλαια για επενδύσεις στην ανάπτυξη της AI.
Η Γκεοργκίεβα συνέδεσε, μάλιστα, τους κινδύνους από την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα: «Αν δούμε περισσότερα περιστατικά όπου η AI αποκτά τη δική της ζωή», δήλωσε χαρακτηριστικά, «τότε μπορεί να βρεθούμε αντιμέτωποι με έναν σημαντικό κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα».
Σύμφωνα με την ίδια, η παγκόσμια οικονομία επηρεάζεται αυτή τη στιγμή από δύο δυνάμεις που κινούνται προς αντίθετες κατευθύνσεις: το ενεργειακό σοκ από τη μία πλευρά και τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη από την άλλη.
Η επικεφαλής του ΔΝΤ υπογράμμισε τέλος τη σημασία της διαρκούς αποκατάστασης των εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου από τις χώρες του Κόλπου, ώστε το ενεργειακό σοκ να αρχίσει να υποχωρεί.
Όπως σημείωσε, κάτι τέτοιο θα αποτελούσε «ένα πολύ σημαντικό βήμα προς την εξομάλυνση», αν και αναγνώρισε ότι αυτή η εξέλιξη δεν έχει ακόμη επιτευχθεί.