Αν και το Forbes κατάφερε να αποκλείσει εγκαίρως πρόσωπα όπως η Ελίζαμπεθ Χολμς, άλλοι, εξίσου ύποπτοι και πανούργοι, κατάφεραν να περάσουν απαρατήρητοι.
- Στην κορυφή των αποτυχημένων επιλογών βρίσκεται ο Σαμ Μπάνκμαν-Φριντ του FTX, καταδικασμένος για απάτη δισεκατομμυρίων. Μαζί του, η Κάρολιν Έλισον και άλλοι επιχειρηματίες όπως η Τσάρλι Ζαβίς, αντιμετωπίζουν κατηγορίες για οικονομικές απάτες και παραποίηση στοιχείων.
- Στη λίστα περιλαμβάνονται και πρόσωπα με σοβαρές ηθικές και ποινικές παραβάσεις. Ο Μάρτιν Σκρέλι εκτόξευσε την τιμή ζωτικού φαρμάκου, ενώ ο Κόντι Γουίλσον, δημιουργός των 3D-τυπωμένων όπλων, καταδικάστηκε για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου.
- Δύο περιπτώσεις από τον χώρο των media προκάλεσαν σκάνδαλα. Ο Τζέιμς Ο'Κιφ εκδιώχθηκε από το Project Veritas για κακοδιαχείριση, ενώ η Φαντρία Πρέντεργκαστ φέρεται να εξαπατούσε πελάτες της, πουλώντας δημοσιογραφική κάλυψη.
- Η λίστα κλείνει με περιπτώσεις κακοδιαχείρισης και επιχειρηματικής αποτυχίας. Η ιδρύτρια της Away, Στεφ Κόρεϊ, αποχώρησε λόγω τοξικού εργασιακού περιβάλλοντος, ενώ η startup Clinkle απέτυχε να παραδώσει προϊόν, εξαντλώντας τα κεφάλαιά της.
Για δεκατρία συναπτά χρόνια, το περιοδικό Forbes δημοσιεύει τη λίστα «30 κάτω των 30», επιχειρηματίες κάτω των 30 ετών δηλαδή, που στις Ηνωμένες Πολιτείες πλέον περιλαμβάνει 20 διαφορετικές κατηγορίες, συνολικά 600 ονόματα κάθε χρόνο. Αν προστεθούν και οι απόφοιτοι από τις αντίστοιχες λίστες Ευρώπης και Ασίας, το περιοδικό έχει αναδείξει πάνω από 10.000 νεαρά ταλέντα, έχοντας αξιολογήσει περίπου 100.000 υποψηφιότητες.
Το Forbes θα ήθελε να αναθεωρήσει σε κάποιες περιπτώσεις
Ένας εντυπωσιακός αριθμός από αυτούς έχει εξελιχθεί σε σημαντικές προσωπικότητες της τεχνολογίας, διευθύνοντες επιχειρήσεων και ακόμη δισεκατομμυριούχους, 32 μέχρι στιγμής. Ωστόσο, δεν έλειψαν και οι απογοητεύσεις. Αν και η διαδικασία επιλογής κατάφερε να αποκλείσει εγκαίρως πρόσωπα όπως ο διοργανωτής του αποτυχημένου φεστιβάλ Fyre, Μπίλι ΜακΦάρλαντ, ή η Ελίζαμπεθ Χολμς, που τελικά αποδείχθηκαν απατεώνες, άλλοι κατάφεραν να περάσουν απαρατήρητοι. Το Forbes παρουσιάζει δέκα από αυτές τις περιπτώσεις που σήμερα θα ήθελε να αναθεωρήσει.
Στην κορυφή της λίστας βρίσκεται ο Σαμ Μπάνκμαν-Φριντ, ιδρυτής του χρηματιστηρίου κρυπτονομισμάτων FTX, που το 2022 είχε αποτιμηθεί μαζί με τις αμερικανικές του δραστηριότητες στα 40 δισεκατομμύρια δολάρια. Λιγότερο από δύο χρόνια αργότερα καταδικάστηκε για επτά κατηγορίες απάτης και συνωμοσίας, κατηγορούμενος πως μετέφερε δισεκατομμύρια δολάρια περιουσιακών στοιχείων πελατών του FTX στην αδελφή εταιρεία Alameda Research, για να καλύψει ζημιές, πολιτικές δωρεές και άλλες επενδύσεις. Ο άνθρωπος που κάποτε εκτιμούνταν πως άξιζε πάνω από 26 δισεκατομμύρια δολάρια αντιμετωπίζει πλέον ποινή φυλάκισης έως και 110 ετών.
Στην ίδια υπόθεση εμπλέκεται και η Κάρολιν Έλισον, πρώην διευθύνουσα της Alameda Research και περιστασιακή σύντροφος του Μπάνκμαν-Φριντ. Η Έλισον, που κάποτε θεωρούνταν μαθηματική ιδιοφυΐα, παραδέχθηκε ενοχή για απάτη μέσω τηλεπικοινωνιών και συνωμοσία, καθώς μετέφερε δισεκατομμύρια από πελάτες του FTX για να καλύψει ζημιές της Alameda. Συνεργάστηκε στη συνέχεια ως μάρτυρας κατηγορίας, καταθέτοντας επιβαρυντικά για τον πρώην σύντροφό της, γεγονός που αναμένεται να της εξασφαλίσει πιο ελαφριά ποινή.
Η Τσάρλι Ζαβίς, ιδρύτρια της startup φοιτητικής χρηματοδότησης Frank, είχε συγκεντρώσει περίπου 16 εκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2019, πουλώντας αργότερα την εταιρεία της στη JPMorgan Chase έναντι 175 εκατομμυρίων δολαρίων, ισχυριζόμενη πως διέθετε 4,25 εκατομμύρια χρήστες. Στην πραγματικότητα ο αριθμός των πελατών ήταν κατά πολύ μικρότερος, κάτι που της επέφερε κατηγορίες για απάτη και συνωμοσία. Η ίδια αρνείται τις κατηγορίες.
Ο Νέιτ Πολ, ιδρυτής της εταιρείας ακινήτων World Class Capital Group στο Τέξας, είχε χτίσει μια αυτοκρατορία που το 2017 αποτιμήθηκε περίπου στο ένα δισεκατομμύριο δολάρια. Το 2023 κατηγορήθηκε για ψευδείς δηλώσεις προς δανειστές και αργότερα αντιμετώπισε επιπλέον κατηγορίες απάτης και συνωμοσίας, δηλώνοντας αθώος.
Ο Μάρτιν Σκρέλι έγινε διαβόητος όταν εκτόξευσε την τιμή ενός ζωτικού φαρμάκου κατά των παρασιτικών λοιμώξεων, του Νταραπρίμ, από τα 17,50 δολάρια το χάπι στα 750 δολάρια. Κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον του Κογκρέσου αλλά επικαλέστηκε το δικαίωμα σιωπής. Η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου τον μήνυσε τελικά επιτυχώς, του επέβαλε πρόστιμο 65 εκατομμυρίων δολαρίων και ισόβιο αποκλεισμό από τη φαρμακευτική βιομηχανία, ενώ είχε ήδη εκτίσει ποινή φυλάκισης για παραποίηση οικονομικών στοιχείων δύο επενδυτικών του κεφαλαίων.
Ο Κόντι Γουίλσον έγινε γνωστός όταν, ως φοιτητής νομικής, δημοσίευσε στο διαδίκτυο σχέδια που επέτρεπαν σε οποιονδήποτε να τυπώσει τρισδιάστατα ένα λειτουργικό όπλο, πυροδοτώντας μια νομική διαμάχη γύρω από τα «όπλα-φαντάσματα». Το 2019 όμως παραδέχθηκε ενοχή για κακοποίηση ανηλίκου, αφού συνελήφθη επειδή πλήρωσε για σεξουαλική επαφή με 16χρονη κοπέλα που γνώρισε μέσω διαδικτύου, υποχρεούμενος στη συνέχεια να εγγραφεί ως καταδικασμένος για σεξουαλικά αδικήματα.
Ο Τζέιμς Ο'Κιφ, ιδρυτής της συντηρητικής οργάνωσης μέσων ενημέρωσης Project Veritas, εκδιώχθηκε από τη θέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου έπειτα από καταγγελίες προσωπικού και μελών του διοικητικού συμβουλίου για το στυλ ηγεσίας του και κατάχρηση κονδυλίων δωρητών, μεταξύ άλλων για ιδιωτικές πτήσεις. Βρίσκεται πλέον υπό νέα έρευνα από εισαγγελική αρχή στη Νέα Υόρκη.
Η Φαντρία Πρέντεργκαστ, ιδρύτρια του περιοδικού Women of the City, φέρεται να λειτουργούσε ένα σύστημα όπου η δημοσιογραφική κάλυψη εξαγοραζόταν με χρήματα, χωρίς μάλιστα πάντα να τηρεί τη συμφωνία. Έρευνα του Forbes εντόπισε έντεκα πρώην πελάτες που ισχυρίζονται πως έχασαν συνολικά περίπου 195.000 δολάρια, με οικονομικές συνδέσεις να εντοπίζονται σε αμφιλεγόμενη θρησκευτική οργάνωση που έχει κατηγορηθεί από πρώην μέλη της ως λατρεία.
Η Στεφ Κόρεϊ, συνιδρύτρια της εταιρείας αποσκευών Away, βρέθηκε στο επίκεντρο κριτικής το 2019 όταν δημοσίευμα ανέφερε καταγγελίες υπαλλήλων για εκφοβιστική συμπεριφορά και εξαντλητικό ωράριο, με αποτέλεσμα την παραίτησή της, την επάνοδό της έναν μήνα αργότερα ως συνδιευθύνουσα σύμβουλο, και τελικά τη δεύτερη και οριστική αποχώρησή της το 2020 μετά από δημοσιεύσεις της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις.
Ο Λούκας Ντουπλάν, ιδρυτής της startup ψηφιακών πληρωμών Clinkle, είχε συγκεντρώσει 30 εκατομμύρια δολάρια από κορυφαίους επενδυτές όπως ο Ρίτσαρντ Μπράνσον και ο Πίτερ Τιλ, χωρίς όμως η εταιρεία να παράξει ποτέ βιώσιμο προϊόν. Ακολούθησαν μαζικές απολύσεις, αποχωρήσεις στελεχών και απαίτηση επιστροφής κεφαλαίων από επενδυτές, ενώ ανταγωνιστές όπως το Venmo και το Apple Pay κατέλαβαν το πεδίο. Μέχρι το τέλος του 2015, η εταιρεία είχε εξαντλήσει τόσο τα κεφάλαιά της όσο και τις προοπτικές της.