Μια αναπάντεχη γεωπολιτική εξέλιξη έρχεται να αναδιαμορφώσει τον παγκόσμιο χάρτη των συμμαχιών. Η πρόταση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, να καταστεί ο Καναδάς το πρώτο «συνδεδεμένο μέλος» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανοίγει έναν νέο δρόμο στην ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Πρόκειται για μια καθαρά πολιτική πρωτοβουλία που γεννά κρίσιμα ερωτήματα: Μπορεί μια μη ευρωπαϊκή χώρα να αποκτήσει οργανική σχέση με τις Βρυξέλλες και τι κρύβεται πίσω από αυτή τη στρατηγική προσέγγιση;
Ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος αναλύει μέσω του iefimerida.gr τις νομικές προκλήσεις, τα αμοιβαία γεωπολιτικά οφέλη και την αμερικανική πίεση που άλλαξε τις ισορροπίες.
Το νομικό «παράθυρο» για τη σύνδεση
Το πρώτο μεγάλο εμπόδιο που συναντά μια τέτοια προοπτική είναι γεωγραφικό και θεσμικό. Όπως εξηγεί ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, η πλήρης ένταξη του Καναδά αποκλείεται από το ίδιο το καταστατικό της Ένωσης, ωστόσο υπάρχει μια εναλλακτική νομική οδός.
«Το άρθρο 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέπει την υποβολή αίτησης προσχώρησης σε κάθε ευρωπαϊκό κράτος. Η δημοκρατική συγκρότηση και οι ιστορικοί δεσμοί του Καναδά με την Ευρώπη δεν αρκούν για να παρακαμφθεί αυτή η προϋπόθεση. Δεν υφίσταται συνήθης οδός πλήρους ένταξης με το ισχύον πλαίσιο», ξεκαθαρίζει.
Ωστόσο, η λύση βρίσκεται σε διαφορετικό άρθρο των Συνθηκών. «Αντιθέτως, το άρθρο 217 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ επιτρέπει συμφωνίες σύνδεσης με τρίτες χώρες, χωρίς γεωγραφικό περιορισμό. Η σύνδεση είναι νομικά διαθέσιμη, αλλά δεν αποτελεί ιδιότητα κράτους-μέλους, ούτε εξασφαλίζει αυτομάτως συμμετοχή στη λήψη ευρωπαϊκών αποφάσεων», επισημαίνει o διεθνολόγος.
Τι σημαίνει στην πράξη ο όρος «συνδεδεμένο μέλος»;
Η χρήση του όρου «συνδεδεμένο μέλος» ακούγεται εντυπωσιακή, όμως προς το παρόν στερείται συγκεκριμένου νομικού περιεχομένου, αποτελώντας περισσότερο μια δήλωση πολιτικής πρόθεσης.
«Ο όρος "συνδεδεμένο μέλος" δεν αντιστοιχεί σήμερα σε προκαθορισμένη κατηγορία των Συνθηκών. Δεν συνεπάγεται από μόνος του δικαίωμα ψήφου στα ευρωπαϊκά όργανα ή ελεύθερη εγκατάσταση των Καναδών στην Ένωση. Τα συγκεκριμένα δικαιώματα θα εξαρτηθούν από τη συμφωνία που ενδεχομένως διαπραγματευθούν οι δύο πλευρές. Η πολιτική ονομασία προηγείται, προς το παρόν, της νομικής αποσαφήνισης», τονίζει ο κ. Δεσποτόπουλος.
Ο «μπαμπούλας» των δασμών του Τραμπ δίνει ώθηση στην Οτάβα
Η προσέγγιση Βρυξελλών και Οτάβας δεν είναι νέα, καθώς οι δύο πλευρές έχουν υπογράψει την εμπορική συμφωνία CETA από το 2017, ενώ το 2025 προχώρησαν και σε εταιρική σχέση για την ασφάλεια. Ωστόσο, η επιθετική οικονομική πολιτική της Ουάσιγκτον λειτούργησε ως καταλύτης για την επιτάχυνση των διαδικασιών.
Οι δασμοί από τον Ντόναλντ Τραμπ, καθώς και οι προκλητικές του αναφορές που παρουσίαζαν τον Καναδά σχεδόν ως… «51η Πολιτεία» των ΗΠΑ, ανάγκασαν την καναδική κυβέρνηση να αναζητήσει εναλλακτικές αγορές για να θωρακίσει την οικονομία της.
«Η διαφοροποίηση των εμπορικών σχέσεων συνδέεται, έτσι, στην καναδική κυβερνητική επιχειρηματολογία, με την προστασία της κυριαρχίας», σημειώνει ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, αναδεικνύοντας πώς η αμερικανική πίεση έσπρωξε τον Καναδά στην αγκαλιά της Ευρώπης.
Τα ισχυρά ανταλλάγματα και η «στρατηγική αυτονομία»
Η σχέση αυτή, πάντως, δεν είναι μονομερής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν κινείται από αλτρουισμό, αλλά από βαθύτατα δικά της στρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα σε μια εποχή έντονων ενεργειακών και τεχνολογικών ανταγωνισμών.
Ο Καναδάς διαθέτει τεράστια αποθέματα σε κρίσιμα ορυκτά (απαραίτητα για την πράσινη μετάβαση και την τεχνολογία), ισχυρή αμυντική βιομηχανία και ενεργειακή επάρκεια. Όπως υπογραμμίζει ο Έλληνας ειδικός, οι δύο πλευρές βλέπουν αυτή τη συμμαχία ως ένα ισχυρό όπλο για τη «στρατηγική τους αυτονομία» απέναντι στους παγκόσμιους κραδασμούς.
«Το ουσιαστικό ερώτημα σήμερα δεν είναι η πλήρης ένταξη του Καναδά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά πόσο βαθιά συνεργασία μπορούν να οικοδομήσουν οι δύο πλευρές και ποιες δεσμεύσεις είναι διατεθειμένες να αναλάβουν. Η έκταση της πρόσβασης στις αγορές, η εφαρμογή κοινών κανόνων και ο τρόπος επίλυσης διαφορών θα προσδιορίσουν το πραγματικό περιεχόμενο της σύνδεσης, πέρα από τον συμβολισμό της μέχρι στιγμής πολιτικής εξαγγελίας», καταλήγει.