Η αδυναμία της «Φοιτητικής Λίστας», του κόμματος που κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές στη Σερβία, να προχωρήσει στον σχηματισμό κυβέρνησης αποδίδεται στο γεγονός ότι παραμένει εγκλωβισμένη από την απερχόμενη εξουσία.
Η συνταγματική διαδικασία προβλέπει ότι η νέα Βουλή δεν μπορεί να συγκροτηθεί πριν η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή (RIK) ολοκληρώσει την εξέταση όλων των ενστάσεων και επικυρώσει τα εκλογικά αποτελέσματα, κάτι που πρέπει να γίνει εντός 10 ημερών από το τέλος των εκλογών. Ακολούθως, ο πρόεδρος της προηγούμενης Βουλής οφείλει να συγκαλέσει την ιδρυτική συνεδρίαση της νέας Εθνοσυνέλευσης μέσα σε 30 ημέρες από την ανακοίνωση των τελικών αποτελεσμάτων.
Στην παρούσα περίπτωση, η Άνα Μπρνάμπιτς, ως πρόεδρος της προηγούμενης Βουλής και ασκούσα χρέη προέδρου της Δημοκρατίας μετά την παραίτηση του Αλεξάνταρ Βούτσιτς, ενδέχεται να εξαντλήσει τα συνταγματικά χρονικά περιθώρια για λόγους πολιτικής στρατηγικής. Αυτό θα υποχρέωνε τη «Φοιτητική Λίστα» σε αναμονή τουλάχιστον ενός μήνα ακόμη για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Η απερχόμενη κυβέρνηση διατηρεί τον έλεγχο της εξουσίας, με το κόμμα του Αλεξάνταρ Βούτσιτς να κυριαρχεί σε βασικούς κρατικούς μηχανισμούς, όπως η εισαγγελία και οι δυνάμεις ασφαλείας. Η συνθήκη αυτή πυροδοτεί ένταση και ανησυχία στην κοινωνία, ευνοώντας την εκδήλωση ακραίων φαινομένων.
Ένταση στη Σερβία μετά την εισβολή διαδηλωτών στον σταθμό Informer
Το βράδυ της Δευτέρας, μια ομάδα πολιτών εισέβαλε στις εγκαταστάσεις του τηλεοπτικού σταθμού Informer. Διέκοψαν την εκπομπή του ιδιοκτήτη, Ντράγκαν Βουτσίτσεβιτς, και απαίτησαν να απολογηθεί για τη στάση του τα τελευταία δύο χρόνια. Έπειτα από έντονη λογομαχία, οι διαδηλωτές τον απομάκρυναν διά της βίας από τον χώρο.
Με την άφιξη της αστυνομίας, κάποιοι από τους παρευρισκόμενους προκάλεσαν φθορές στο κτίριο, πετώντας πέτρες. Ο σταθμός Informer λειτουργούσε ως το κύριο όργανο προπαγάνδας του Αλεξάνταρ Βούτσιτς και, κατά τη διάρκεια της φοιτητικής εξέγερσης, στοχοποιούσε συστηματικά ακτιβιστές και φοιτητές, χαρακτηρίζοντάς τους εχθρούς του κράτους και ξένους πράκτορες.
Ο εν λόγω τηλεοπτικός σταθμός δημοσιοποιούσε φωτογραφίες, διευθύνσεις, τηλέφωνα και άλλα προσωπικά δεδομένα διαδηλωτών. Ταυτόχρονα, έθετε στο στόχαστρο αντιπολιτευόμενους δημοσιογράφους, προβάλλοντας υλικό από την ιδιωτική τους ζωή και τις οικογένειές τους, ενώ τους κατηγορούσε ως «πληρωμένους από τη Δύση». Πριν από τρεις μήνες, ένας γνωστός αναλυτής-δημοσιογράφος εξαναγκάστηκε να φύγει από τη Σερβία μετά τη μετάδοση βίντεο της ανήλικης κόρης του από το σχολείο της.
Επιπλέον, στις οθόνες του καναλιού προβλήθηκαν διαβατήρια ξένων δημοσιογράφων από χώρες όπως η Κροατία και η Ιταλία, σε μια προσπάθεια να ενισχυθεί το αφήγημα της κυβέρνησης Βούτσιτς περί εξωτερικής υποκίνησης της εξέγερσης. Είναι αξιοσημείωτο ότι η ταμπλόιντ εφημερίδα του ίδιου ιδιοκτήτη κυκλοφόρησε με πρωτοσέλιδο «Η Ουκρανία επιτέθηκε στη Ρωσία», κατά την έναρξη της ρωσικής εισβολής.
Εξαιτίας αυτών των πρακτικών, η Ανεξάρτητη Ένωση Συντακτών (NUNS), το μεγαλύτερο συνδικαλιστικό όργανο των δημοσιογράφων, είχε ζητήσει κατ' επανάληψη την ανάκληση της άδειας του σταθμού, αίτημα που επανέλαβε και σήμερα προς τη Ρυθμιστική Αρχή Ηλεκτρονικών Μέσων (REM).
Στο στόχαστρο τα ΜΜΕ που στηρίζουν τον Βούτσιτς - Παρέμβαση φοιτητών για την ελευθερία του Τύπου
Η «Φοιτητική Λίστα» αποδοκίμασε την εισβολή στον σταθμό Informer, προτρέποντας τους πολίτες να μην προβαίνουν σε πράξεις αντεκδίκησης: «Δεν υποστηρίζουμε εισβολές σε μέσα ενημέρωσης και θεσμούς, ούτε τις προκαλούμε. Θα απελευθερώσουμε τα μέσα ενημέρωσης και θα αγωνιστούμε για την ελευθερία του Τύπου και την επαγγελματική δημοσιογραφία μόνο μέσα από τους θεσμούς και το κοινοβούλιο».
Η αντίδραση του Αλεξάνταρ Βούτσιτς ήταν άμεση. Σε βιντεοσκοπημένο μήνυμά του, χαρακτήρισε το περιστατικό «επιδρομή» και έκανε λόγο για μια πρωτοφανή και τερατώδη πράξη βίας ενάντια στην ελευθερία της έκφρασης.
Το ίδιο βράδυ, νεαροί διαδηλωτές επιχείρησαν να εισβάλουν και στον τηλεοπτικό σταθμό Pink, έναν ακόμη βασικό μηχανισμό προπαγάνδας της απερχόμενης κυβέρνησης. Σε αυτή την περίπτωση, η έγκαιρη επέμβαση της αστυνομίας απέτρεψε την είσοδο των διαδηλωτών στο κτίριο.
Μέσα σε αυτό το τεταμένο κλίμα, η δημόσια τηλεόραση της Βοϊβοντίνας (RTV), που αποτελεί μέρος της σερβικής δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, εξέφρασε δημόσια συγγνώμη για τη μεροληπτική της κάλυψη τα προηγούμενα έτη.
Οι φοιτητές, από την πλευρά τους, απέστειλαν σήμερα μια ανοιχτή επιστολή στη δημόσια τηλεόραση (RTS) και τη Ρυθμιστική Αρχή Ηλεκτρονικών Μέσων (REM), απαιτώντας την παραίτηση του γενικού διευθυντή της RTS, του αναπληρωτή του και των διευθυντών σύνταξης.