Οι ΗΠΑ κερδίζουν ή χάνουν στο Ιράν; Στο ερώτημα αυτό, κατά την πιο κρίσιμη στιγμή του πολέμου στη Μέση Ανατολή, απαντά στο iefimerida.gr ο διεθνολόγος Μάριος Ευθυμιόπουλος.
«Είναι ένα ερώτημα που δεν αντιμετωπίζεται με μια απλή ή γραμμική απάντηση. Αντιθέτως, απαιτείται πολυεπίπεδη αποτίμηση που συνδυάζει επιχειρησιακά δεδομένα, γεωπολιτικά και στρατηγικά παραμέτρους, όπως διαμορφώνονται δυναμικά την περίοδο 2025–2026», αναφέρει αρχικά ο Διευθυντής Strategy International (SI) και Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Βιτάουτας Μάγκνους στη Σχολή Πολιτικής και Διπλωματίας.
Ξεκάθαρη η αμερικανική υπεροχή σε στρατιωτικό επίπεδο
«Σε καθαρά στρατιωτικό επίπεδο, οι ΗΠΑ διατηρούν σαφή υπεροχή. Η παρουσία τους στο Περσικό Κόλπο, μέσω του Αμερικανικού Ναυτικού και της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ, συνοδεύεται από αεροναυτικές δυνάμεις υψηλής τεχνολογίας, συστήματα συλλογής και επιτήρησης πληροφοριών, καθώς και δυνατότητες πλήρους μεγάλης ακρίβειας. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι σε σενάρια περιορισμένων χωρών, οι ΗΠΑ μπορούν να πλήξουν κρίσεις ιρανικών υποδομών -βάσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών, πυραυλικά συστήματα και ναυτικά συστήματα- με αποτελεσματικότητα και σχετικά χαμηλό επιχειρηματικό κόστος», λέει.
Σοβαρό το πλήγμα του Ιράν σε επίπεδο δομικής ανάπτυξης στρατηγικής
Ωστόσο, η εικόνα σε επίπεδο δομικής ανάπτυξης στρατηγικής είναι διαφορετική. Καθώς, το Ιράν έχει οικοδομήσει ένα πολυεπίπεδο σύστημα αποτροπής και φθοράς, επενδύοντας σε βαλλιστικούς πυραύλους, μη επανδρωμένα συστήματα και δίκτυα πληρεξουσίων σε κρίσιμες γεωγραφικές ζώνες όπως το Ιράκ, η Συρία, ο Λίβανος και η Υεμένη. «Οι επιχειρήσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα την περίοδο 2025-2026, με επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων, καταδεικνύουν μια στρατηγική έμμεσης πίεσης. Σύμφωνα με ανοιχτά ναυτιλιακά δεδομένα, η διέλευση μέσω της Διώρυγας του Σουέζ μειώθηκε σε περιόδους έντασης, αυξάνοντας το κόστος μεταφοράς και τα ασφαλιστικά έως και 30-40% σε συγκεκριμένες διαδρομές. Πρόκειται για μια δομική στρατηγική που δεν στοχεύει στην άμεση στρατιωτική νίκη, αλλά στη συστηματική επιβάρυνση του αντιπάλου», τονίζει ο κ. Ευθυμιόπουλος.
Διαφορετικοί οι στόχοι ΗΠΑ και Ισραήλ
Στο πλαίσιο αυτό, όπως σημειώνει, είναι κρίσιμο να γίνει κατανοητό ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ δεν έχουν ταυτόσημους στόχους. «Οι ΗΠΑ επιδιώκουν, σε βάθος χρόνου, εσωτερική αποδυνάμωση και ενδεχόμενη μεταβολή του καθεστώτος μέσω συνδυασμένης πίεσης, αποτροπής και οικονομικής φθοράς. Αντιθέτως, το Ισραήλ στοχεύει πιο άμεσα σε αλλαγή καθεστώτος ή τουλάχιστον σε αναδιαμόρφωση της συμπεριφοράς του Ιράν, ώστε να ενσωματωθεί σε μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας και εμπορίου, ακόμη και μέσω στρατιωτικών μέσων».
Σύμφωνα με τον γνωστό διεθνολόγο, σε πολιτικό επίπεδο, οι ΗΠΑ εφαρμόζουν στρατηγική διαχείρισης σύγκρουσης και όχι άμεσης ολοκληρωμένης νίκης. «Η απουσία χερσαίας εμπλοκής δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας, αλλά επιλογή αποφυγής ενός πολέμου φθοράς μεγάλης κλίμακας. Την ίδια στιγμή, η Τεχεράνη αξιοποιεί τον χρόνο ως στρατηγικό εργαλείο, επεκτείνοντας την επιρροή της μέσω περιφερειακών δικτύων».
«Οι ΗΠΑ δεν έχουν κερδίσει ακόμη τον πόλεμο»
Συμπερασματικά, καταλήγει ο Μάριος Ευθυμιόπουλος, οι ΗΠΑ δεν εξασφαλίζουν ακόμη στρατηγική νίκη, καθώς πρόκειται για μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο και παραμένει σε εξέλιξη. «Κερδίζουν σε τακτικό επίπεδο, αλλά το Ιράν επιτυγχάνει να μετατρέπει την πίεση που δέχεται στο κόστος για τους αντιπάλους του. Άλλωστε, αυτή ήταν η αρχική επιδίωξη: η δημιουργία πολιτικού και οικονομικού χάους, ώστε στο μέλλον να μπορεί να αφηγηθεί ότι «άντεξε» και «κράτησε» απέναντι στον δυτικό άξονα. Μ’ αυτόν τον τρόπο, καλλιεργεί νέους μύθους και αφηγήματα ισχύος. Το επικοινωνιακό πεδίο αποτελεί ίσως το ισχυρότερο εργαλείο του -πέραν της χερσαίας του διάστασης-, καθώς ουσιαστικά επιχειρεί εντός του δικού του "γηπέδου", όπου έχει μάθει να διαμορφώνει αντιλήψεις και να επηρεάζει».