Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ αποτελούν παραδοσιακά μια δύσκολη δοκιμασία για το κόμμα του προέδρου και η ιστορία το επιβεβαιώνει περίτρανα, με τις εξαιρέσεις της, όπως πάντα.
Οι Αμερικανοί προσέρχονται στις κάλπες την Τρίτη 3 Νοεμβρίου, προκειμένου να εκλέξουν τα 435 μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων, καθώς και 35 από τις συνολικά 100 έδρες της Γερουσίας.
Το αποτέλεσμα θα καθορίσει ποιο κόμμα θα ελέγχει το Κογκρέσο για τα επόμενα δύο χρόνια, επηρεάζοντας άμεσα τη δυνατότητα της κυβέρνησης να προωθεί τη νομοθετική της ατζέντα.
Η εμπειρία των τελευταίων 80 ετών είναι ενδεικτική. Στις 18 από τις 20 ενδιάμεσες εκλογικές αναμετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν από το 1946 έως το 2022, το κόμμα του εκάστοτε προέδρου έχασε έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Παρότι το όνομα του προέδρου δεν βρίσκεται στο ψηφοδέλτιο, οι ενδιάμεσες εκλογές αντιμετωπίζονται ευρέως ως ένα άτυπο δημοψήφισμα για την προεδρία του.
Οι απώλειες για το κόμμα που κυβερνά αποτελούν τον κανόνα, με τη μέση μείωση των εδρών του στη Βουλή να ανέρχεται σε 26.
Η «ποινή του προέδρου» και οι μόλις δύο εξαιρέσεις
Οι πολιτικοί επιστήμονες αποκαλούν το φαινόμενο «προεδρική ποινή» ή «ποινή των ενδιάμεσων εκλογών» (presidential ή midterm penalty). Πρόκειται για την τάση των ψηφοφόρων να αφαιρούν κοινοβουλευτική δύναμη από το κόμμα του προέδρου, αξιοποιώντας την εκλογική διαδικασία ως τρόπο ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας.
Στις τελευταίες 20 ενδιάμεσες εκλογικές αναμετρήσεις υπήρξαν μόλις δύο εξαιρέσεις, επισημαίνει το Al Jazeera σε δημοσίευμά του. Το 1998, οι Δημοκρατικοί του Μπιλ Κλίντον κατάφεραν να κερδίσουν έδρες στη Βουλή, ενώ το 2002 το ίδιο πέτυχαν οι Ρεπουμπλικανοί του Τζορτζ Μπους του νεότερου. Η εικόνα αυτή καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την προοπτική να αποτελέσουν οι εκλογές του 2026 την τρίτη εξαίρεση, καθώς οι δημοσκοπήσεις προμηνύουν απώλειες για το κόμμα του Ντόναλντ Τραμπ.
Η Βουλή των Αντιπροσώπων: 18 ήττες σε 20 αναμετρήσεις
Από το 1946 μέχρι το 2022, οι Δημοκρατικοί πρόεδροι υπέστησαν κατά μέσο όρο μεγαλύτερες απώλειες στη Βουλή σε σχέση με τους Ρεπουμπλικανούς.
Συγκεκριμένα, το κόμμα των Δημοκρατικών έχασε κατά μέσο όρο περίπου 29 έδρες στις ενδιάμεσες εκλογές, έναντι περίπου 23 εδρών για το κόμμα των Ρεπουμπλικανών προέδρων.
Η μεγαλύτερη ήττα καταγράφηκε το 2010, δύο χρόνια μετά την εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα, όταν οι Δημοκρατικοί έχασαν 64 έδρες και οι Ρεπουμπλικανοί ανέκτησαν τον έλεγχο της Βουλής. Είχαν προηγηθεί οι απώλειες 56 εδρών για τους Δημοκρατικούς του Χάρι Τρούμαν το 1946 και 54 εδρών για το κόμμα του Μπιλ Κλίντον το 1994, όταν επίσης έχασαν την πλειοψηφία.
Για τους Ρεπουμπλικανούς, οι χειρότερες επιδόσεις σημειώθηκαν επί Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, το 1958, με απώλεια 50 εδρών, και επί Τζέραλντ Φορντ, το 1974, με απώλεια 48 εδρών. Στην πρώτη ενδιάμεση αναμέτρηση της προεδρίας Τραμπ, το 2018, οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν 42 έδρες και τον έλεγχο της Βουλής.
Συνολικά, σε επτά από τις 20 αναμετρήσεις της περιόδου 1946-2022, η πλειοψηφία της Βουλής άλλαξε χέρια το 1946, το 1954, το 1994, το 2006, το 2010, το 2018 και το 2022.
Γερουσία: Απώλειες σε 13 από τις 20 εκλογικές αναμετρήσεις
Η εικόνα στη Γερουσία είναι διαφορετική. Το κόμμα του προέδρου έχασε έδρες σε 13 από τις 20 ενδιάμεσες εκλογικές αναμετρήσεις, ωστόσο έχασε τον έλεγχο του σώματος μόνο σε έξι περιπτώσεις: το 1946, το 1954, το 1986, το 1994, το 2006 και το 2014.
Η διαφορά οφείλεται κυρίως στον τρόπο εκλογής των γερουσιαστών. Σε αντίθεση με τη Βουλή, όπου και οι 435 έδρες ανανεώνονται κάθε δύο χρόνια, στη Γερουσία τίθεται σε εκλογική διεκδίκηση περίπου το ένα τρίτο των εδρών κάθε φορά, καθώς οι γερουσιαστές εκλέγονται για εξαετή θητεία. Επομένως, καθοριστικό ρόλο δεν παίζει μόνο το γενικό πολιτικό κλίμα, αλλά και ποιες πολιτείες συμμετέχουν σε κάθε εκλογικό κύκλο.
Οι μεγαλύτερες απώλειες καταγράφηκαν το 1958, όταν οι Ρεπουμπλικανοί του Αϊζενχάουερ έχασαν 13 έδρες, το 1946, όταν οι Δημοκρατικοί του Τρούμαν έχασαν 12, και το 2014, όταν οι Δημοκρατικοί του Ομπάμα έχασαν εννέα έδρες, παραδίδοντας τον έλεγχο της Γερουσίας στους Ρεπουμπλικανούς.
Υπήρξαν, ωστόσο, και εκλογικές αναμετρήσεις στις οποίες οι δύο κοινοβουλευτικές αίθουσες κινήθηκαν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Το 1982, οι Ρεπουμπλικανοί του Ρόναλντ Ρίγκαν έχασαν 26 έδρες στη Βουλή, αλλά κέρδισαν μία στη Γερουσία. Το 2018, το κόμμα του Τραμπ έχασε τον έλεγχο της Βουλής, αλλά αύξησε κατά μία τις έδρες του στη Γερουσία. Αντίστοιχα, το 2022, οι Δημοκρατικοί του Τζο Μπάιντεν έχασαν τη Βουλή, αλλά κέρδισαν μία έδρα στη Γερουσία.
Τα παραδείγματα αυτά καταδεικνύουν ότι η δυσαρέσκεια απέναντι στον πρόεδρο δεν αποτυπώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα επίπεδα του Κογκρέσου. Ένα κόμμα μπορεί να διατηρήσει τις δυνάμεις του στη Γερουσία, εφόσον ο εκλογικός χάρτης των πολιτειών που ψηφίζουν είναι ευνοϊκός, την ώρα που χάνει ανταγωνιστικές περιφέρειες στη Βουλή.
Τι σημαίνει η απώλεια του ελέγχου στο Κογκρέσο
Η απώλεια εδρών δεν συνεπάγεται απαραίτητα και απώλεια της πλειοψηφίας. Το 1966, για παράδειγμα, οι Δημοκρατικοί του Λίντον Τζόνσον έχασαν 47 έδρες στη Βουλή, αλλά διατήρησαν τον έλεγχό της. Αντίθετα, το 1986, οι Ρεπουμπλικανοί του Ρίγκαν έχασαν μόλις τέσσερις έδρες στη Βουλή, αλλά έχασαν τη Γερουσία έπειτα από απώλεια οκτώ εδρών.
Ο έλεγχος των δύο σωμάτων είναι καθοριστικός για το κυβερνητικό έργο. Κάθε νομοσχέδιο πρέπει να εγκριθεί τόσο από τη Βουλή όσο και από τη Γερουσία προτού φτάσει στο γραφείο του προέδρου για υπογραφή ή άσκηση βέτο. Συνεπώς, η αντιπολίτευση μπορεί να μπλοκάρει τις νομοθετικές πρωτοβουλίες του Λευκού Οίκου ακόμη και αν ελέγχει μόνο το ένα από τα δύο σώματα.
Παράλληλα, η πλειοψηφία στη Βουλή δίνει τη δυνατότητα έναρξης κοινοβουλευτικών ερευνών και παραπομπής του προέδρου σε διαδικασία καθαίρεσης (impeachment).
Από την άλλη πλευρά, η Γερουσία έχει την εξουσία να απορρίπτει τους υποψηφίους που προτείνει ο πρόεδρος για σημαντικές κυβερνητικές και δικαστικές θέσεις, συμπεριλαμβανομένων των ομοσπονδιακών δικαστών, οι οποίοι διορίζονται ισοβίως.
Τα θεσμικά αντίβαρα του προέδρου
Η απώλεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ο πρόεδρος μένει χωρίς θεσμικά αντίβαρα ή ότι χάνει τις εκτελεστικές του εξουσίες. Διατηρεί τη δυνατότητα να ασκεί βέτο σε νομοσχέδια που εγκρίνει το Κογκρέσο, το οποίο μπορεί να παρακαμφθεί μόνο με πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα, ενώ μπορεί να συνεχίσει να προωθεί πολιτικές μέσω εκτελεστικών διαταγμάτων, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που του παρέχει το Σύνταγμα και η ισχύουσα νομοθεσία. Εξακολουθεί, επίσης, να έχει τον έλεγχο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και των υπηρεσιών της.
Ωστόσο, η δυνατότητά του να νομοθετεί, να εξασφαλίζει χρηματοδότηση για τις πρωτοβουλίες του και να εγκρίνει σημαντικούς διορισμούς περιορίζεται σημαντικά όταν η αντιπολίτευση ελέγχει το Κογκρέσο. Έτσι, ακόμη και χωρίς να χάνει την προεδρική εξουσία, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με δύο χρόνια πολιτικής και θεσμικής αντιπαράθεσης, καθώς η αντιπολίτευση αποκτά τη δυνατότητα να μπλοκάρει την ατζέντα του και να εντείνει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησής του.
Στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, οι Δημοκρατικοί χρειάζονται να κερδίσουν τρεις έδρες για να ανακτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων και τέσσερις για να αποκτήσουν την πλειοψηφία στη Γερουσία. Ειδικά για τη Γερουσία, μια ισοπαλία 50-50 δεν θα αρκούσε, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί θα διατηρούσαν τον έλεγχο χάρη στη δυνατότητα του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς να ψηφίζει σε περίπτωση ισοψηφίας.