Νέα διάσταση στη διαχρονική διαμάχη γύρω από το ιστορικό διαμάντι Koh-i-Noor, δίνουν οι δηλώσεις του δημάρχου της Νέας Υόρκης, Ζόχραν Μαμντάνι, ο οποίος δήλωσε πως θα παρότρυνε τον βασιλιά Κάρολο να επιστρέψει το πολύτιμο πετράδι στην Ινδία.
Σύμφωνα με το Politico, μιλώντας σε συνέντευξη Τύπου πριν από εκδήλωση μνήμης για την 11η Σεπτεμβρίου, ο Μαμντάνι ανέφερε ότι σε μια ιδιωτική συνομιλία με τον Βρετανό μονάρχη θα έθετε ευθέως το ζήτημα επιστροφής του διαμαντιού, το οποίο αποτελεί μέρος των Βρετανικών Βασιλικών Κοσμημάτων και εκτίθεται στον Πύργο του Λονδίνου.
Το Κοχ-ι-Νουρ, με ιστορία αιώνων και ρίζες στην Ινδία, παραμένει στο επίκεντρο διεθνών διεκδικήσεων, καθώς η χώρα -μαζί με το Πακιστάν και το Ιράν- θεωρεί ότι αφαιρέθηκε κατά την περίοδο της βρετανικής αποικιοκρατίας. Το θέμα επανέρχεται συχνά στη δημόσια συζήτηση, ιδίως σε περιόδους έντονου συμβολισμού για τη βρετανική μοναρχία.
Το «Βουνό του Φωτός» -Η ιστορία του Koh-i-noor
Λίγο μετά τον θάνατο της Βασίλισσας Ελισάβετ στις 8 Σεπτεμβρίου του 2022, το όνομα του Koh-i-Noor άρχισε να κυριαρχεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην Ινδία, με χιλιάδες χρήστες να ζητούν την επιστροφή του εμβληματικού διαμαντιού στη χώρα προέλευσής του.
Το Κοχ-ι-Νουρ, που σημαίνει «Βουνό του Φωτός», αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά και αμφιλεγόμενα πετράδια παγκοσμίως. Σήμερα, το διαμάντι των 105 καρατίων είναι ενσωματωμένο στο στέμμα της Βασίλισσας Καμίλα, παλαιότερα γνωστό ως Στέμμα της Βασίλισσας Μαίρης, το οποίο φέρει συνολικά περίπου 2.800 διαμάντια.
Η ιστορία του ξεκινά από την Ινδία, όπου εξορύχθηκε -πιθανότατα στο σημερινό Άντρα Πραντές- κατά τη διάρκεια της δυναστείας Κακατίγια, μεταξύ 12ου και 14ου αιώνα. Αρχικά εκτιμάται ότι ήταν ακατέργαστο και έφτανε τα 793 καράτια. Στους αιώνες που ακολούθησαν πέρασε από τα χέρια των Μογγόλων αυτοκρατόρων, των Περσών και των Αφγανών ηγεμόνων, μέχρι να επιστρέψει στην Ινδία από τον Σιχ ηγεμόνα Ranjit Singh.
Η πορεία του άλλαξε δραματικά τον 19ο αιώνα, όταν, μετά την προσάρτηση του Παντζάμπ, περιήλθε στην Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, η οποία το απέσπασε από τον ανήλικο μαχαραγιά Ντουλίπ Σινγκ. Στη συνέχεια προσφέρθηκε στη Βασίλισσα Βικτωρία και επανακόπηκε, αποκτώντας τη σημερινή του μορφή.
Έκτοτε, το διαμάντι ενσωματώθηκε στα βασιλικά κοσμήματα του Ηνωμένου Βασιλείου και τοποθετήθηκε διαδοχικά σε στέμματα βασιλισσών, αποτελώντας σύμβολο ισχύος αλλά και αποικιοκρατικής κληρονομιάς.
Αντικείμενο διεθνούς διαμάχης
Η ιδιοκτησία του παραμένει αντικείμενο διεθνούς διαμάχης, καθώς Ινδία, Πακιστάν, Ιράν και Αφγανιστάν έχουν κατά καιρούς διεκδικήσει την επιστροφή του. Μετά την ανεξαρτησία της Ινδίας το 1947, το Νέο Δελχί υπέβαλε επίσημα αιτήματα επαναπατρισμού, τα οποία επανέλαβε και με αφορμή τη στέψη της Ελισάβετ Β΄, χωρίς αποτέλεσμα.
Τα αιτήματα έπεσαν στο κενό, καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν νομικοί λόγοι για την επιστροφή του Koh-i-noor στην Ινδία, ωστόσο η συζήτηση αναζωπυρώνεται σε κάθε σημαντική στιγμή για τη βρετανική μοναρχία. Αναλυτές επισημαίνουν ότι το Koh-i-noor δεν είναι απλώς ένα πολύτιμο αντικείμενο, αλλά ένα ισχυρό σύμβολο της αποικιοκρατικής ιστορίας και των ανοιχτών ζητημάτων που αυτή εξακολουθεί να αφήνει πίσω της.
Παράλληλα, αρκετοί ζητούν τουλάχιστον την επίσημη αναγνώριση του τρόπου απόκτησής του, ως ένα πρώτο βήμα προς μια πιο ουσιαστική συζήτηση για την επιστροφή πολιτιστικών θησαυρών στις χώρες προέλευσής τους.