Η άνοδος της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη δημιουργεί ένα πολιτικό παράδοξο που μέχρι πρόσφατα θα έμοιαζε δύσκολο να φανταστεί κανείς.
Οι δυνάμεις που παραδοσιακά συνδέθηκαν με την ενίσχυση των εθνικών στρατών, την αυξημένη αμυντική ισχύ και την προβολή της εθνικής κυριαρχίας εμφανίζονται σήμερα σε αρκετές χώρες να αμφισβητούν την αύξηση των αμυντικών δαπανών, τη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία και τα κοινά ευρωπαϊκά αμυντικά σχέδια.
Η ολοένα μεγαλύτερη δημοτικότητα ακροδεξιών κομμάτων προκαλεί ανησυχία στο ΝΑΤΟ, καθώς υπάρχει ο φόβος ότι θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν την κοινωνική και πολιτική στήριξη στον ευρωπαϊκό επανεξοπλισμό, την ώρα που αυξάνονται οι κίνδυνοι μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης με τη Ρωσία, σημειώνει το Politico.
Σε Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο, Γερμανία, Πολωνία και Ρουμανία, κόμματα της Ακροδεξιάς επιχειρούν να μετατρέψουν τη δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής σε αντίθεση με τη βοήθεια προς το Κίεβο, αλλά και σε απόρριψη υψηλότερων εθνικών αμυντικών προϋπολογισμών και μεγαλύτερου ρόλου της Ε.Ε. στην άμυνα. Οι θέσεις τους, ωστόσο, δεν είναι ενιαίες και συχνά διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα.
Η Ακροδεξιά «φρενάρει» τον επανεξοπλισμό
Στη Γαλλία, η ηγέτιδα της Εθνικής Συσπείρωσης, Μαρίν Λεπέν, τάχθηκε τον περασμένο μήνα υπέρ του περιορισμού της βοήθειας προς την Ουκρανία, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Οικονομικά, δεν μπορούμε πλέον να το κάνουμε».
Στην Ιταλία, ο Ρομπέρτο Βανάτσι, πρώην στρατηγός και ευρωβουλευτής που ηγείται του ακροδεξιού κόμματος National Future, το οποίο αμφισβητεί ολοένα περισσότερο την πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι, ζήτησε επανεξέταση των αμυντικών δαπανών. «Ας αξιολογήσουμε αν αυτές οι στρατιωτικές δαπάνες δικαιολογούνται: κατά τη γνώμη μου, δεν δικαιολογούνται, ειδικά σε μια περίοδο που οι τιμές των βασικών προϊόντων φτάνουν σε επίπεδα-ρεκόρ», είπε.
Το πρόβλημα για τα παραδοσιακά ευρωπαϊκά κόμματα είναι πώς θα διατηρήσουν τη στήριξη για υψηλότερους αμυντικούς προϋπολογισμούς, όταν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ανταγωνιστούν άλλες προτεραιότητες, κυρίως την κοινωνική πολιτική και το κόστος ζωής.
Το 2027 ως κρίσιμο πολιτικό ορόσημο
Το δίλημμα αναμένεται να γίνει ακόμη εντονότερο το 2027, όταν Γαλλία, Ιταλία και Πολωνία οδηγούνται σε εκλογές, με τα ακροδεξιά κόμματα να έχουν πραγματικές πιθανότητες να βρεθούν στην εξουσία. Παράλληλα, πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ξεκινούν ήδη τις συζητήσεις για τους προϋπολογισμούς του επόμενου έτους.
Για το ΝΑΤΟ, μια επιβράδυνση των αμυντικών δαπανών θα δυσκόλευε την προσπάθεια επίτευξης του στόχου για δαπάνες που θα φτάσουν το 5% του ΑΕΠ για άμυνα και ασφάλεια έως το 2035.
Τέσσερις διπλωμάτες του ΝΑΤΟ, που μίλησαν υπό καθεστώς ανωνυμίας στο Politico, ανέφεραν ότι ο κίνδυνος αυτός προκαλεί αυξανόμενη ανησυχία, αν και οι επιπτώσεις του μπορεί να φανούν καθαρά μόνο στον επόμενο κύκλο προϋπολογισμών.
634 δισ. δολάρια για την άμυνα, αλλά με πολιτικά όρια
Οι ευρωπαϊκές χώρες και ο Καναδάς αναμένεται να δαπανήσουν φέτος 634 δισ. δολάρια για βασικές αμυντικές ανάγκες, ποσό αυξημένο κατά 11% σε σχέση με το 2025. Ωστόσο, η κοινωνική στήριξη έχει όρια.
Σε δημοσκόπηση του Αυγούστου σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες, το 46,2% των ερωτηθέντων κατά μέσο όρο δήλωσε ότι δεν θα στήριζε υψηλότερες αμυντικές δαπάνες εάν αυτές απαιτούσαν αύξηση φόρων, ενώ μόλις το 35,5% τάχθηκε υπέρ. Η αντίθεση στην αύξηση της φορολογίας για τη χρηματοδότηση των στρατιωτικών δαπανών ήταν ισχυρότερη στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία και την Πολωνία. Αντίθετα, στην Ολλανδία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο οι πολίτες εμφανίζονταν περισσότερο διατεθειμένοι να αποδεχθούν υψηλότερους φόρους για στρατιωτικές δαπάνες.
Την ίδια στιγμή, διαδηλώσεις κατά της αύξησης των αμυντικών δαπανών πραγματοποιήθηκαν φέτος στη Ρώμη, στις Βρυξέλλες και στη Μαδρίτη. Οι διαδηλωτές κατήγγειλαν ότι οι αυξημένες δαπάνες για την άμυνα γίνονται εις βάρος της χρηματοδότησης νοσοκομείων, πανεπιστημίων και κοινωνικών υπηρεσιών.
Παράλληλα, υποχωρεί και η στήριξη προς την Ουκρανία. Σύμφωνα με εσωτερική δημοσκόπηση του ΝΑΤΟ την περασμένη άνοιξη, το ποσοστό όσων υποστηρίζουν τη βοήθεια προς το Κίεβο μειώθηκε από 59% το 2025 σε 55% φέτος, με τη στρατιωτική βοήθεια να αποτελεί τη λιγότερο δημοφιλή μορφή στήριξης.
Τρεις διαφορετικοί δρόμοι της Ακροδεξιάς
Η αντίδραση της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς στην αμυντική πολιτική δεν είναι παντού ίδια. Μπορεί, ωστόσο, να χωριστεί σε τρεις βασικές κατηγορίες σύμφωνα με το δημοσίευμα του διεθνούς ΜΜΕ: αντίθεση στη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία, απόρριψη των αμυντικών προγραμμάτων σε επίπεδο Ε.Ε. και ευρύτερη κριτική στις αυξημένες αμυντικές δαπάνες.
Η Λεπέν στη Γαλλία και η Συμμαχία για την Ένωση των Ρουμάνων στη Ρουμανία αντιτίθενται στη βοήθεια προς το Κίεβο. Το πολωνικό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη και το ολλανδικό Κόμμα για την Ελευθερία αντιστέκονται στα αμυντικά σχέδια της Ε.Ε. Στη Γερμανία, η Εναλλακτική για τη Γερμανία, όπως και το ιταλικό National Future, ασκούν ευρύτερη κριτική στην αύξηση των στρατιωτικών δαπανών.
Οι πολιτικοί αντίπαλοι της Ακροδεξιάς υποστηρίζουν ότι αυτή η στάση εξυπηρετεί τελικά τα συμφέροντα της Μόσχας. «Η πίεση από τη Δεξιά δεν προέρχεται στην πραγματικότητα από τη Δεξιά, αλλά σε μεγάλο βαθμό από τη Μόσχα», δήλωσε ο Γερμανός υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους.
Η Ιταλία και η Πολωνία στο επίκεντρο
Το πολιτικό ρίσκο διαφέρει από χώρα σε χώρα. Η Λεπέν θεωρείται φαβορί για την προεδρία της Γαλλίας, ενώ το AfD στη Γερμανία έχει ενισχυθεί σε περιφερειακό επίπεδο, χωρίς ωστόσο να φαίνεται πιθανό να αναλάβει σύντομα την εξουσία σε εθνικό επίπεδο.
Η άνοδος της Ακροδεξιάς πιέζει τα κεντρώα κόμματα είτε να υπερασπιστούν τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες είτε να εξετάσουν περικοπές, προκειμένου να διατηρήσουν την κοινωνική τους απήχηση.
Στην Ιταλία, η Μελόνι πρότεινε πρόσφατα να δαπανηθούν 8 δισ. ευρώ λιγότερα για την άμυνα από όσα προέβλεπε αρχικά η κυβέρνηση, υπό την πίεση του ακροδεξιού κυβερνητικού εταίρου της, της Λέγκας. Ο γερουσιαστής της Λέγκας Κλαούντιο Μπόργκι το έθεσε ωμά: «Δεν μπορείς να ξοδεύεις για όπλα χρήματα που δεν μπορείς να διαθέσεις για συντάξεις, μειώσεις στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης ή λογαριασμούς κοινής ωφέλειας».
Στην Πολωνία, ο πρόεδρος Κάρολ Ναβρότσκι, με τη στήριξη του δεξιού κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη, προσπάθησε ανεπιτυχώς να μπλοκάρει την πρόσβαση της χώρας σε σχεδόν 44 δισ. ευρώ δανείων SAFE της Ε.Ε. για την άμυνα. Υποστήριξε ότι το πρόγραμμα κινδυνεύει να καταστήσει την Πολωνία εξαρτημένη από τις Βρυξέλλες και να φορτώσει τις μελλοντικές γενιές με χρέη.
Το ιστορικό παράδοξο
Το διακύβευμα είναι μεγαλύτερο από μια απλή σύγκρουση για το ύψος των αμυντικών προϋπολογισμών. Οι πιέσεις για επανεξέταση των στρατιωτικών δαπανών θα μπορούσαν να δυσκολέψουν τα κράτη του ΝΑΤΟ να χρηματοδοτήσουν τις δυνατότητες που θεωρούν απαραίτητες για την αποτροπή της Ρωσίας, την ώρα που οι κυβερνήσεις συζητούν τα πολεμικά σχέδια της Συμμαχίας, τα οποία πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί έως το 2029.
Μια επιβράδυνση από μεγάλες χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία θα είχε ευρύτερες συνέπειες, καθώς οι δύο χώρες αντιπροσωπεύουν σημαντικό μέρος των αμυντικών επενδύσεων και της βοήθειας προς την Ουκρανία.
Η εξέλιξη μπορεί να επηρεάσει ακόμη και το ποσό που θα διατεθεί για την άμυνα στον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της Ε.Ε., εάν οι διαπραγματεύσεις παραταθούν μέχρι το επόμενο έτος.
Και εδώ βρίσκεται το ιστορικό παράδοξο. Πολιτικές δυνάμεις που επί δεκαετίες ταυτίστηκαν με την εθνική ισχύ, τον στρατό και την Άμυνα ψηλά στην ατζέντα τους εμφανίζονται σήμερα, να μιλούν για τα θέματα της ακρίβειας και του βιωτικού επιπέδου, προνομιακό πεδίο άλλων πολιτικών χώρων. Και αντίστροφα, δυνάμεις που συνδέθηκαν με άλλες πολιτικές προτεραιότητες εμφανίζονται να υπερασπίζονται με νύχια και με δόντια τους ενισχυμένους αμυντικούς προϋπολογισμούς
«Οι εθνικιστές ενδιαφέρονται μόνο για τη χώρα τους· δεν θέλουν να συνεργάζονται με άλλες ευρωπαϊκές χώρες», δήλωσε η Γερμανίδα ευρωβουλευτής Μαρί-Αγκνές Στρακ-Τσίμερμαν, πρόεδρος της επιτροπής Άμυνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Προφανώς το πρόταγμα υπεράσπισης της εθνικής κυριαρχίας δεν ταυτίζεται απαραίτητα με μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες, πόσο μάλλον η αντίθεση στην βαθύτερη ευρωπαϊκή στρατιωτική συνεργασία, ή την στήριξη της Ουκρανίας στον πόλεμο και την εντεινόμενη απειλή της Ρωσίας. Η εικόνα όμως των ακροδεξιών ηγετών να εμφανίζονται ως επικριτές των αυξημένων αμυντικών δαπανών αποτελεί ένα χαρακτηριστικό των ταραγμένων πολιτικών καιρών που διανύει η Ευρώπη.