Το πολιτικό θερμόμετρο ανεβαίνει επικίνδυνα στη Γερμανία και το όνομα του Φρίντριχ Μερτς βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο σεναρίων αναφορικά με το ποιος θα μπορούσε να τον διαδεχθεί στην καγκελαρία;
- Ο καγκελάριος Μερτς δέχεται έντονη εσωκομματική κριτική, όμως δεν υπάρχει ξεκάθαρος διάδοχος. Οι Χέντρικ Βουστ και Μάρκους Ζέντερ αποτελούν τους βασικούς πόλους, με τον δεύτερο να δηλώνει δημοσίως τη στήριξή του στον νυν ηγέτη.
- Ο υπουργός Εσωτερικών, Αλεξάντερ Ντόμπριντ, προβάλλει ως πιθανός «τρίτος δρόμος». Αν και δεν διαθέτει τη δύναμη των άλλων υποψηφίων, θεωρείται συμβιβαστική λύση χάρη στους διαύλους επικοινωνίας που διατηρεί με όλες τις πλευρές.
- Στους κόλπους της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ένωσης, βουλευτές εξετάζουν σενάρια αλλαγής καγκελαρίου. Ωστόσο, η δυσαρέσκεια παραμένει κατακερματισμένη, χωρίς να υπάρχει κοινό σχέδιο ή συμφωνία για το πρόσωπο του διαδόχου.
- Η πίεση προς τον Μερτs συνδέεται άμεσα με τις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Μια αποτυχία θα ενισχύσει τους εσωκομματικούς του αντιπάλους, ενώ ένα θετικό αποτέλεσμα θα του προσφέρει πολιτικό χρόνο και θα ανακόψει τη συζήτηση διαδοχής.
Μετά τις εκλογικές απώλειες της CDU και την ενίσχυση της ακροδεξιάς AfD, η εσωκομματική γκρίνια στη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU/CSU) έχει μετατραπεί σε ανοιχτή συζήτηση για την ηγεσία. Γερμανικά δημοσιεύματα κάνουν λόγο ακόμη και για σενάρια «Kanzlertausch», δηλαδή αλλαγής καγκελαρίου χωρίς προσφυγή σε νέες ομοσπονδιακές εκλογές.
Και μέσα σε αυτή τη συζήτηση εμφανίζεται ένα όνομα που μέχρι πρόσφατα δεν βρισκόταν στην πρώτη γραμμή των επίδοξων διαδόχων: εκείνο του Αλεξάντερ Ντόμπριντ.
Ο υπουργός Εσωτερικών θεωρείται από ορισμένους στη γερμανική Ένωση ο «τρίτος δρόμος» ανάμεσα στον πρωθυπουργό της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, Χέντρικ Βουστ και τον πρωθυπουργό της Βαυαρίας και ηγέτη των Χριστιανοκοινωνιστών Μάρκους Ζέντερ – ένας υποψήφιος που θα μπορούσε θεωρητικά να αποτελέσει συμβιβαστική λύση εάν οι δύο ισχυρότεροι παίκτες δεν καταφέρουν να συμφωνήσουν.
Ο Μερτς υπό πίεση, αλλά κανείς δεν έχει βρει ακόμη τον διάδοχο
Η κατάσταση είναι παράδοξη.
Ο Μερτς δέχεται πλέον έντονη κριτική από το εσωτερικό της Ένωσης, όμως την ίδια στιγμή δεν υπάρχει ένας ξεκάθαρος διάδοχος που να μπορεί εύκολα να ενώσει CDU και CSU.
Ο Χέντρικ Βουστ, θεωρείται από αρκετούς ως ο πιο ισχυρός υποψήφιος. Είναι μετριοπαθής, διαθέτει ισχυρή βάση στην CDU και κυβερνά το πολυπληθέστερο κρατίδιο της Γερμανίας.
Όμως υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα: ο Μάρκους Ζέντερρ.
Ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας και αρχηγός του CSU εξακολουθεί να διαθέτει τεράστια αναγνωρισιμότητα και πολιτικό εκτόπισμα. Παρά το γεγονός ότι έχει δηλώσει πως το κεφάλαιο της υποψηφιότητας για την καγκελαρία έχει κλείσει, το όνομά του επανέρχεται διαρκώς κάθε φορά που ανοίγει συζήτηση για τη διαδοχή του Μερτς.
Ο ίδιος, πάντως, εμφανίζεται δημόσια να στηρίζει τον Μερτς. Ο Ζέντερ έχει δηλώσει ότι το CSU δεν πρόκειται να συμμετάσχει σε ανατροπή του καγκελαρίου, ενώ υποστηρίζει ότι ένας άμεσος αντικαταστάτης θα αντιμετώπιζε τα ίδια προβλήματα, μεταξύ άλλων τη δύσκολη κυβερνητική συνεργασία με τους Σοσιαλδημοκράτες του SPD.
Στο παιχνίδι και ο Ντόμπριντ
Εδώ ακριβώς αποκτά ενδιαφέρον η περίπτωση του Αλεξάντερ Ντόμπριντ.
Ο υπουργός Εσωτερικών εμφανίζεται στα γερμανικά δημοσιεύματα ως ο πιθανός «joker» της υπόθεσης. Δεν διαθέτει ούτε την τεράστια επικοινωνιακή δύναμη του Ζέντερ ούτε την ισχυρή περιφερειακή βάση του Βουστ, έχει όμως κάτι που μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό: διαύλους επικοινωνίας και με τις δύο πλευρές του κυβερνητικού συνασπισμού.
Ο Ντόμπριντ έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης Μερτς, ενώ θεωρείται πολιτικός με ισχυρό δίκτυο μέσα στην CDU και στο CSU και παράλληλα, παρουσιάζεται ως άνθρωπος που μπορεί να συνομιλήσει με την SPD.
Αυτό μπορεί να γίνει κρίσιμο εάν κάποια στιγμή τεθεί πραγματικά θέμα αλλαγής καγκελαρίου. Γιατί ο διάδοχος του Μερτς δεν θα χρειαστεί απλώς την υποστήριξη της CDU και του CSU.
Θα χρειαστεί ψήφους στη Bundestag.Και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα.
«Πραξικόπημα» στην Ένωση ή απλώς εσωκομματική πίεση;
Σύμφωνα με γερμανικά δημοσιεύματα (Βild, Focus, MDR, Merkur), στους κόλπους της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ένωσης υπάρχουν βουλευτές που εξετάζουν διαφορετικά σενάρια για την επόμενη ημέρα.
Ορισμένες αναφορές κάνουν λόγο ακόμη και για περίπου 30 βουλευτές που συζητούν συγκεκριμένα το ενδεχόμενο αλλαγής καγκελαρίου ή μιας κυβέρνησης μειοψηφίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει οργανωμένο σχέδιο ανατροπής του Μερτς. Αντίθετα, το βασικό πρόβλημα που αναδεικνύεται είναι ότι υπάρχει δυσαρέσκεια χωρίς κοινό σχέδιο.
Η CDU εμφανίζεται διχασμένη ως προς το τι πρέπει να γίνει και κυρίως ως προς το ποιος θα μπορούσε να αναλάβει.
Ο Βουστ έχει τους δικούς του συμμάχους, o Ζέντερ διαθέτει τη δική του ισχύ, o Ντόμπριντ χτίζει αθόρυβα δίκτυο και ο Μερτς εξακολουθεί να βρίσκεται στην καγκελαρία.
Το μεγάλο εμπόδιο: Πώς πέφτει ένας καγκελάριος;
Ακόμη και αν οι εσωκομματικές πιέσεις αυξηθούν, η αντικατάσταση του Μερτς δεν είναι μια απλή υπόθεση.
Εάν δεν παραιτηθεί ο ίδιος, θα απαιτούνταν εποικοδομητική πρόταση δυσπιστίας, δηλαδή η Μπούντεσταγκ θα έπρεπε να εκλέξει ταυτόχρονα νέο καγκελάριο με την απαιτούμενη πλειοψηφία.
Και εδώ βρίσκεται ο γρίφος: Ένας υποψήφιος όπως ο Βουστ, ο Ζέντερ ή ο Ντόμπριντ θα έπρεπε να εξασφαλίσει αρκετές ψήφους ώστε να περάσει η αλλαγή, όμως η CDU/CSU δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη μια τέτοια πλειοψηφία, ενώ κρίσιμο ρόλο θα είχε και το SPD .
Αυτό σημαίνει ότι μια πιθανή αλλαγή καγκελαρίου θα απαιτούσε πολιτικές συνεννοήσεις πολύ μεγαλύτερες από έναν απλό εσωκομματικό ανασχηματισμό.
Το σενάριο που τρομάζει την Ένωση: Κυβέρνηση μειοψηφίας
Παράλληλα, στο παρασκήνιο συζητείται και ένα ακόμη πιο ριψοκίνδυνο σενάριο: η αποχώρηση του SPD και η συνέχιση της κυβέρνησης ως μειοψηφίας.
Για την πιο συντηρητική πτέρυγα της Ένωσης, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να σημαίνει απαλλαγή από τον κυβερνητικό εταίρο που θεωρείται εμπόδιο σε σειρά μεταρρυθμίσεων.
Στην πράξη, όμως, θα άνοιγε ένα τεράστιο κοινοβουλευτικό πρόβλημα, αφού χωρίς το SPD, η Ένωση θα έπρεπε να αναζητά ψήφους για κάθε σημαντική νομοθετική πρωτοβουλία και τότε θα ερχόταν στο προσκήνιο το μεγάλο γερμανικό ταμπού: η AfD.
Η CDU και το CSU εξακολουθούν να αποκλείουν συνεργασία με το ακροδεξιό κόμμα κι ο ίδιος ο Μερτς έχει επανειλημμένα υπερασπιστεί αυτή τη γραμμή.
Μια κυβέρνηση μειοψηφίας, επομένως, θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με το παράδοξο να χρειάζεται κοινοβουλευτική στήριξη από την AfD χωρίς να μπορεί πολιτικά να συνεργαστεί μαζί της.
Οι εκλογές μπορεί να είναι η πραγματική «ώρα μηδέν»
Η πίεση στον Μερτς συνδέεται άμεσα με την εκλογική εικόνα της Ένωσης.
Η μεγάλη επιτυχία της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ αποτέλεσε ισχυρό σοκ για τη CDU, ενώ οι επόμενες αναμετρήσεις σε Μεκλεμβούργο και Βερολίνο αντιμετωπίζονται ως κρίσιμα τεστ για την κυβέρνηση καθώς μια νέα εκλογική αποτυχία θα μπορούσε να δώσει νέα ώθηση στους εσωκομματικούς αμφισβητίες.
Αντίθετα, ένα καλύτερο αποτέλεσμα θα μπορούσε να επιτρέψει στον Μερτς να κερδίσει χρόνο και να ανακόψει προσωρινά τη συζήτηση περί διαδοχής.
Και αυτός είναι ο λόγος που κανείς στη CDU δεν βιάζεται ακόμη να κάνει την τελική κίνηση, γιατί είναι άλλο να συζητάς την πτώση του καγκελαρίου και άλλο να είσαι αυτός που θα πατήσει το κουμπί.
Αν ο Μερτς αντέξει, η συζήτηση μπορεί να ξεχαστεί. Αν όμως η πίεση συνεχιστεί, η μάχη για τον διάδοχό του μπορεί να γίνει η μεγαλύτερη εσωκομματική αναμέτρηση που έχει γνωρίσει το στρατόπεδο της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης εδώ και χρόνια.