Σε μια χώρα όπως η Τουρκία, χωρίς ιστορικό ένοπλων επιθέσεων σε σχολεία, δύο τέτοια περιστατικά και μάλιστα με βαρύ φόρο αίματος έχουν προκαλέσει σοκ.
Πολλά μπορεί να πει κανείς για τα εσωτερικά της Τουρκίας -ελεγχόμενες διώξεις σε αντιπολιτευόμενους πολιτικούς, βίαιη καταστολή διαδηλώσεων, διαχείριση του Κουρδικού ζητήματος-, όμως ένοπλες επιθέσεις σε σχολεία ήταν εξαιρετικά σπάνιες. Αυτό ίσχυε μέχρι σήμερα, όταν καταγράφηκε η δεύτερη μέσα σε 24 ώρες.
Στην πρώτη, χθες, Τρίτη, στο Σιβερέκ της επαρχίας Σανλιούφα, ο δράστης -που ήταν απόφοιτος του σχολείου- προκάλεσε τον τραυματισμό 16 ανθρώπων πριν αυτοκτονήσει. Στη δεύτερη σήμερα, επίσης νοτιοανατολικά, στο Καχραμανμαράς, ο δράστης ήταν μόλις 14 ετών, εν ενεργεία μαθητής του σχολείου, κι όμως σκότωσε εννέα ανθρώπους, σύμφωνα με τον τελευταίο απολογισμό που έδωσε ο υπουργός Εσωτερικών της χώρας.
Δύο επιθέσεις, με λουτρό αίματος, είναι κάτι το πραγματικά σπάνιο για τη γείτονα.
Τι έγινε στις δύο επιθέσεις στην Τουρκία
Τα βασικά στοιχεία για τις δύο επιθέσεις σε σχολεία της Τουρκίας έχουν ως εξής:
Επίθεση 1η, 14 Απριλίου, στο Σιβερέκ της επαρχίας Σανλιούφα: Πρώην μαθητής του εν λόγω λυκείου, 19 ετών, τραυμάτισε με κυνηγετικό όπλο 16 άτομα. Φέρεται να πυροβολούσε αδιακρίτως μέσα στο σχολείο και αυτοκτόνησε όταν εγκλωβίστηκε από τους αστυνομικούς. Το κίνητρό του παραμένει αδιευκρίνιστο.
Επίθεση 2η, 15 Απριλίου, στο Καχραμανμαράς: Μαθητής γυμνασίου, 14 ετών, άνοιξε πυρ εναντίον μαθητών και καθηγητών, προκαλώντας τον θάνατο 9 ατόμων (8 μαθητών και ενός καθηγητή) και τον τραυματισμό 13 ακόμη ατόμων, εκ των οποίων οι έξι είναι σε σοβαρή κατάσταση.
Ο δράστης εισέβαλε με 5 όπλα και επτά γεμιστήρες σε δύο αίθουσες του σχολείου. Αργότερα έγινε γνωστό το όνομά του, Ουγκούρ Μερσινλί.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, είχε φτάσει στο σημείο με μεγάλο αριθμό όπλων που κατείχε ο πατέρας του, πρώην αστυνομικός, ο οποίος και κρατείται από το απόγευμα. Ο δράστης σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της επίθεσης και το κίνητρό του επίσης ερευνάται.
«Μπλόκο» στα ΜΜΕ για τη δεύτερη επίθεση
Κυβερνητική αντιπροσωπεία με τέσσερις υπουργούς βρέθηκε στο σημείο, κίνηση που μαρτυρά τη σημασία που δίνει η κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο περιστατικό.
Ο υπουργός Εσωτερικών Μουσταφά Τσιφτσί, ο υπουργός Παιδείας Γιουσούφ Τεκίν, ο υπουργός Δικαιοσύνης Ακίν Γκιουρλέκ και ο υπουργός Υγείας Κεμάλ Μεμισόγλου ταξίδεψαν στο Καχραμανμαράς. Ο υπουργός Εσωτερικών Τσιφτσί δήλωσε πως η επίθεση έγινε από μαθητή της απογευματινής βάρδιας - το σχολείο λειτουργεί πρωί-απόγευμα - κατά τη διάρκεια της «αλλαγής».
Ο υπουργός Δικαιοσύνης, Ακίν Γκουρλέκ, δήλωσε ότι οι εισαγγελείς ξεκίνησαν αμέσως έρευνα για τους πυροβολισμούς.
Ειδικά για την επίθεση στο Καχραμανμαράς, το RTÜK, το Ανώτατο Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης της Τουρκίας, γνωστοποίησε ότι επέβαλε απαγόρευση μετάδοσης ειδήσεων, κατόπιν δικαστικής εντολής.
Η κίνηση αυτή δείχνει αν μη τι άλλο πως οι Αρχές αξιολογούν την υπόθεση ως ιδιαιτέρως σοβαρή και θέλουν να σταματήσουν τη διαρροή οπτικού υλικού και φημών, μέχρι εκείνες να καταλήξουν στα πρώτα συμπεράσματα για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το μακελειό.
Συντονισμός, μίμηση ή κάτι άλλο;
Επίσημα, προς το παρόν οι Αρχές ερευνούν τις επιθέσεις ως δύο ξεχωριστά, ασύνδετα μεταξύ τους συμβάντα. Όμως η χρονική, ενδεχομένως και η γεωγραφική, εγγύτητα είναι αξιοσημείωτη.
Δεν υπάρχει μέχρι τώρα κάποια ένδειξη για συντονισμό ανάμεσα στους δύο δράστες. Όμως το σίγουρο είναι πως η δεύτερη επίθεση έγινε μία ημέρα μετά την άλλη.
Εγκληματολόγοι που έχουν μελετήσει παρόμοιες επιθέσεις στις ΗΠΑ και αλλού, έχουν καταγράψει ως παράγοντα αυτόν της μίμησης. Άτομα που έχουν σκεφτεί να προχωρήσουν σε μια τέτοια πράξη, τελικά την υλοποιούν αφού κάποιος άλλος προχωρά σε μια παρόμοια.
Είναι επίσης γεγονός πως οι δύο επιθέσεις συνέβησαν όχι σε κάποιο μεγάλο αστικό κέντρο, όπως η Άγκυρα, η Κωνσταντινούπολη ή η Σμύρνη, αλλά σε πόλεις της νοτιοανατολικής Τουρκίας. Πρόκειται για μια περιοχή με ιδιαίτερα ιστορικά, πληθυσμιακά και πολιτικά χαρακτηριστικά, τα οποία ενδεχομένως αποδειχθεί ότι έπαιξαν κάποιο ρόλο.