Σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικών ανακατατάξεων η φετινή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου ξεκινά σήμερα υπό τη βαριά σκιά της ανατροπής που έχει επιφέρει ο Ντόναλντ Τραμπ στις διατλαντικές σχέσεις.
Έναν χρόνο μετά την επεισοδιακή παρέμβαση του Τζέι Ντι Βανς, οι Ευρωπαίοι ηγέτες προσέρχονται στο Μόναχο με έναν διπλό στόχο: να διατηρήσουν ζωντανή τη βάση της συμμαχίας με την Ουάσιγκτον και ταυτόχρονα να χαράξουν μια πιο αυτόνομη στρατηγική πορεία.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ θα απουσιάσει από τη φετινή ετήσια συνάντηση κορυφαίων αξιωματούχων άμυνας και ασφάλειας στο Μόναχο, που ξεκίνησε ως φόρουμ της Δύσης στον Ψυχρό Πόλεμο και διεξάγεται αυτή τη χρονιά σε ένα κλίμα βαθιάς αβεβαιότητας με τον πόλεμο στην Ουκρανία σε εξέλιξη, την κρίση αναφορικά με το Ιράν και άλλα μέτωπα ανοικτά.
«Δεν θυμάμαι άλλη περίοδο με τόσους ταυτόχρονους πολέμους και κρίσεις τέτοιου μεγέθους», παραδέχθηκε ο πρόεδρος του φόρουμ, Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ.
Από το περσινό «σοκ Βανς» στο Μόναχο στη διπλωματία Ρούμπιο
Η ομιλία του Βανς πέρυσι αποτέλεσε σημείο καμπής. Κατηγόρησε ευθέως τους Ευρωπαίους για περιορισμό της ελευθερίας του λόγου και αποτυχία ελέγχου της μετανάστευσης, υποστηρίζοντας ότι απειλούν τον ίδιο τον δυτικό πολιτισμό. Το μήνυμα ερμηνεύθηκε ως σαφής ένδειξη ότι η νέα αμερικανική διοίκηση αντιμετωπίζει πλέον την Ευρώπη όχι ως ισότιμο εταίρο, αλλά ως πρόβλημα.
Φέτος της αμερικανικής αντιπροσωπείας ηγείται ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος αναμένεται να υιοθετήσει χαμηλότερους τόνους. «Είμαστε στενά συνδεδεμένοι με την Ευρώπη», δήλωσε πριν αναχωρήσει για το Μόναχο, σπεύδοντας ωστόσο να προσθέσει ότι «ζούμε σε μια νέα γεωπολιτική εποχή» που απαιτεί επαναξιολόγηση των σχέσεων.
Παρά τις διαβεβαιώσεις, η καχυποψία παραμένει. Οι απειλές του Τραμπ περί προσάρτησης της Γροιλανδίας - εδάφους της Δανίας και μέλους του ΝΑΤΟ - καθώς και οι δασμοί που επέβαλε σε φίλους και αντιπάλους, κλόνισαν την εμπιστοσύνη. Για πολλούς Ευρωπαίους, η Ουάσιγκτον έχει μετατραπεί από πυλώνα σταθερότητας σε απρόβλεπτο παράγοντα.
Η Ευρώπη σε αναζήτηση «γλώσσας ισχύος»
Ο καγκελάριος της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, αναμένεται να ανοίξει τις εργασίες της Διάσκεψης, επιχειρώντας μια λεπτή ισορροπία: διατήρηση των διατλαντικών δεσμών, αλλά και ενίσχυση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Πρόσφατα δήλωσε ότι η Ευρώπη πρέπει να «μάθει τη γλώσσα της πολιτικής ισχύος», επενδύοντας περισσότερο στην άμυνα, στην τεχνολογική ανεξαρτησία και στην οικονομική ανταγωνιστικότητα.
Η ανάγκη αυτή γίνεται εντονότερη καθώς η εξάρτηση της Ευρώπης από τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνατότητες δεν μπορεί να ανατραπεί άμεσα. Η αντιπαράθεση με τη Ρωσία για την Ουκρανία παραμένει ανοιχτή, ενώ οι συζητήσεις για ενδεχόμενες εγγυήσεις ασφαλείας προς το Κίεβο επανέρχονται στο προσκήνιο.
Στο Μόναχο αναμένονται περίπου 70 αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων και πάνω από 140 υπουργοί. Μεταξύ αυτών, ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν, ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ και ο υπουργός Εξωτερικών της Κίνας Ουάνγκ Γι. Η παρουσία τους υπογραμμίζει ότι το φόρουμ δεν αφορά μόνο τις διατλαντικές σχέσεις, αλλά τη συνολική αναδιαμόρφωση της παγκόσμιας ισορροπίας.
Ρωγμές και ανακατατάξεις
Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν έχει υιοθετήσει πιο αιχμηρή στάση, κάνοντας λόγο για «ανοιχτά αντιαμερικανική» προσέγγιση της κυβέρνησης Τραμπ και προειδοποιώντας για ενδεχόμενη κλιμάκωση των εντάσεων μετά το «επεισόδιο της Γροιλανδίας». Την ίδια ώρα, ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ επιδιώκει νέες εμπορικές συμμαχίες, ακόμη και με την Κίνα, ως αντιστάθμισμα στην αμερικανική αστάθεια.
Η Ρωσία δεν θα εκπροσωπηθεί στη φετινή Διάσκεψη, ενώ οι προσκλήσεις προς Ιρανούς αξιωματούχους ανακλήθηκαν μετά τη βίαιη καταστολή διαδηλώσεων στη χώρα. Το μήνυμα είναι σαφές: η διεθνής τάξη που οικοδομήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βρίσκεται υπό πίεση.
Όπως σημείωσε ο Ίσινγκερ, οι διατλαντικές σχέσεις διέρχονται «σημαντική κρίση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας». Η φετινή Διάσκεψη Ασφαλείας δεν θα δώσει άμεσες λύσεις. Ωστόσο, θα αποτελέσει βαρόμετρο για το κατά πόσο ΗΠΑ και Ευρώπη μπορούν να επαναπροσδιορίσουν τη συνεργασία τους σε μια εποχή όπου η ισχύς, και όχι οι κανόνες, φαίνεται να επανέρχεται στο προσκήνιο.
Για τουλάχιστον τρεις ημέρες, το Μόναχο θα βρεθεί στο επίκεντρο της παγκόσμιας διπλωματίας — αλλά και στο επίκεντρο διαδηλώσεων και έντονων πολιτικών μηνυμάτων. Το ερώτημα που πλανάται πάνω από τη βαυαρική πρωτεύουσα είναι αν η Δύση μπορεί να παραμείνει ενωμένη ή αν η εποχή Τραμπ σηματοδοτεί μια βαθύτερη, ίσως μόνιμη, αναδιάταξη της παγκόσμιας τάξης.