Οι επικείμενες εκλογικές αναμετρήσεις στο Ισραήλ πραγματοποιούνται σε μια συγκυρία που οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δοκιμάζονται εκ νέου.
Η πρόσφατη ένταση με τις τουρκικές NAVTEX, με αφορμή τις έρευνες καλωδίου οπτικών ινών νοτιοανατολικά της Κρήτης, αποτελεί σαφή υπενθύμιση ότι οι διεκδικήσεις της Άγκυρας παραμένουν ενεργές παρά τις περιόδους σχετικής ύφεσης. Μέσα σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, η Αθήνα παρακολουθεί με έντονο ενδιαφέρον τις κάλπες στο Ισραήλ.
Ωστόσο, ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος εμφανίζεται καθησυχαστικός, τονίζοντας ότι οι ελληνοϊσραηλινές σχέσεις διαθέτουν ισχυρά αντισώματα απέναντι σε οποιαδήποτε κυβερνητική αλλαγή. «Ακόμα κι αν αλλάξει η ηγεσία στο Ισραήλ, οι ελληνοϊσραηλινές σχέσεις παραμένουν απόλυτα ασφαλείς και στέρεες», δηλώνει στο iefimerida.gr, εξηγώντας ότι η συνεργασία των δύο χωρών έχει αποκτήσει πλέον ένα στρατηγικό βάθος που ξεπερνά τα πρόσωπα και τις εκάστοτε κυβερνήσεις.
Στρατηγικό βάθος και αμοιβαίο όφελος
Η σύγκλιση συμφερόντων μεταξύ Αθήνας και Τελ Αβίβ αποτυπώνεται στην πράξη μέσα από ένα ευρύ φάσμα τομέων, όπως η άμυνα, η ενέργεια, η τεχνολογία, οι επενδύσεις και ο τουρισμός.
Όπως επισημαίνει ο κ. Δεσποτόπουλος, το Ισραήλ διατηρεί σταθερό συμφέρον να συνεργάζεται στενά με δύο κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ελλάδα και την Κύπρο, οι οποίες αποτελούν τη φυσική γέφυρά του με την ευρωπαϊκή αγορά. «Αντίστοιχα, η Ελλάδα ωφελείται σημαντικά από την πρόσβαση σε υψηλή τεχνογνωσία, αμυντικές συνέργειες και περιφερειακές πρωτοβουλίες», τονίζει, συμπληρώνοντας πως πρόκειται για μια αμοιβαία ωφέλιμη σχέση, την οποία κάθε νέα ισραηλινή κυβέρνηση έχει ισχυρούς λόγους να διατηρήσει και να ενισχύσει.
Η ιστορική συνέχεια της συμμαχίας
Η Ιστορία, άλλωστε, αποδεικνύει τη διαχρονικότητα αυτής της συμμαχίας, η οποία συνεχίστηκε απρόσκοπτα υπό διαφορετικές ισραηλινές ηγεσίες. Ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος υπενθυμίζει δύο χαρακτηριστικά ορόσημα:
- Δεκέμβριος 2021 (κυβέρνηση Ναφτάλι Μπένετ): Η τριμερής σύνοδος Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ επιβεβαίωσε την εμβάθυνση της συνεργασίας και του σχήματος «3+1» με τις ΗΠΑ, με ρητή αναφορά στον σεβασμό της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο.
- Μάιος 2022 (υπουργός Εξωτερικών Γιαΐρ Λαπίντ): Οι τέσσερις χώρες συμφώνησαν να εντατικοποιήσουν τη συνεργασία τους στο «3+1», παρόλο που στην τότε κυβέρνηση συμμετείχε ακόμα και το αραβικό κόμμα Ράαμ.
Το «ανάχωμα» στις σχέσεις Ισραήλ - Τουρκίας
Ένα από τα κύρια ερωτήματα που απασχολούν την ελληνική διπλωματία είναι κατά πόσον μια ενδεχόμενη επαναπροσέγγιση μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας θα μπορούσε να επηρεάσει τις ισορροπίες.
«Ακόμα και στο ενδεχόμενο επαναπροσέγγισης Ισραήλ - Τουρκίας, η εμπειρία δείχνει ότι αυτό δεν γίνεται εις βάρος της Ελλάδας», ξεκαθαρίζει ο γνωστός διεθνολόγος. Αναφέρεται μάλιστα στη διαβεβαίωση που είχε δώσει ο Γιαΐρ Λαπίντ στον Κυριάκο Μητσοτάκη τον Απρίλιο του 2022, σύμφωνα με την οποία η βελτίωση των σχέσεων με την Άγκυρα δεν επηρεάζει την ισχυρή στρατηγική σχέση με την Αθήνα - κάτι που επιβεβαιώθηκε απόλυτα και στη συνέχεια.
Θεσμική θωράκιση και η ατζέντα του «3+1»
Ο κ. Δεσποτόπουλος εξηγεί τη σημασία των πρόσφατων θεσμικών βημάτων: «Τον Ιούνιο του 2026 υπογράφηκε στο Χιούστον η διακήρυξη για την ίδρυση του Κέντρου Ενέργειας Ανατολικής Μεσογείου, και τον Σεπτέμβριο προετοιμάστηκε η νέα υπουργική συνάντηση για το τέλος του έτους. Αυτές οι πρωτοβουλίες αποδεικνύουν ότι οι δεσμοί έχουν αποκτήσει αυτόνομη δυναμική».
Διπλωματική ετοιμότητα και περιφερειακά ερείσματα
Ωστόσο, όπως σπεύδει να τονίσει, κάθε κυβερνητική αλλαγή απαιτεί συνεχή διπλωματική ετοιμότητα. Μια περίοδος διαπραγματεύσεων για σχηματισμό κυβέρνησης ή οι αμερικανικές προτεραιότητες στην περιοχή παίζουν τον ρόλο τους στη γρήγορη υλοποίηση των έργων. «Το σχήμα 3+1 λειτουργεί ενισχυτικά για τη διπλωματία μας, ενώ η εθνική μας αποτροπή και ο συντονισμός με την Κύπρο παραμένουν ο βασικός πυλώνας της ασφάλειάς μας», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, η Ελλάδα διατηρεί ένα ευρύ δίκτυο περιφερειακών συμμαχιών, με τον κ. Δεσποτόπουλο να ξεχωρίζει την κοινή δήλωση της 26ης Οκτωβρίου με την Κύπρο, την Αίγυπτο, το Μπαχρέιν, τα ΗΑΕ και την Ε.Ε. απέναντι στις τουρκικές αυθαιρεσίες, ως δείγμα της δυναμικής της ελληνικής διπλωματίας. «Η Αθήνα διαθέτει την εμπειρία και τα ερείσματα για να συνεχίσει τη δημιουργική συνεργασία με κάθε νέα ισραηλινή κυβέρνηση, διατηρώντας τις σχέσεις των δύο χωρών σταθερές, ισχυρές και αμοιβαία επωφελείς», καταλήγει.