Για πολλά χρόνια η Τουρκία είχε κατορθώσει να εμφανίζεται ως η δύναμη που καθόριζε τον ρυθμό των εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Από την κρίση στον Έβρο το 2020 έως τις έρευνες του «Oruc Reis», η Άγκυρα επεδίωκε σταθερά να δημιουργεί τετελεσμένα, υποχρεώνοντας την Αθήνα σε έναν ρόλο διαρκούς αντίδρασης στις δικές της κινήσεις. Ωστόσο, η εικόνα των τελευταίων ετών παρουσιάζει αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις.
Όπως επισημαίνει στο iefimerida.gr ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος σχολιάζοντας τις πρόσφατες εξελίξεις, σε μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα η Ελλάδα φαίνεται πλέον να αναλαμβάνει την πρωτοβουλία των κινήσεων, αναγκάζοντας την Τουρκία να κινείται εκ των υστέρων και να προσπαθεί να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα.
Το «σκάκι» των θαλάσσιων πάρκων
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεταβολής αποτελεί η στρατηγική των θαλάσσιων πάρκων. Σύμφωνα με τον κ. Δεσποτόπουλο, η ελληνική πρωτοβουλία για την ανάπτυξη προστατευόμενων θαλάσσιων περιοχών δεν περιορίστηκε στη διάσταση της περιβαλλοντικής πολιτικής, αλλά απέκτησε εξαρχής έντονο γεωπολιτικό αποτύπωμα, καθώς ανέδειξε αποτελεσματικά την ελληνική παρουσία και δικαιοδοσία σε κρίσιμες θαλάσσιες ζώνες του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.
«Η τουρκική αντίδραση, με την ανακοίνωση αντίστοιχων σχεδίων για δικά της θαλάσσια πάρκα, έδωσε την εντύπωση ότι η Άγκυρα δεν διαμορφώνει πλέον την ατζέντα», υπογραμμίζει ο γνωστός διεθνολόγος, εξηγώντας ότι η Τουρκία επιχειρεί απλώς να απαντήσει σε μια κίνηση που είχε ήδη πραγματοποιηθεί από την Αθήνα. Αντί να επιβάλει νέους όρους στο γεωπολιτικό παιχνίδι, βρέθηκε τελικά να ακολουθεί τις ελληνικές επιλογές.
Η ανατροπή της ισορροπίας στους αιθέρες
Ανάλογη είναι η εικόνα και στο πεδίο της στρατηγικής ισχύος και των εξοπλισμών. Η είσοδος της Ελλάδας στο πρόγραμμα απόκτησης των μαχητικών F-35 συνιστά, κατά τον κ. Δεσποτόπουλο, την ένταξή της σε ένα κλειστό, εκλεκτό δίκτυο επιχειρησιακής συνεργασίας και τεχνολογικής υπεροχής της Δύσης.
Στον αντίποδα, η Τουρκία, έχοντας αποβληθεί από το ίδιο πρόγραμμα μετά την επιλογή της να αγοράσει το ρωσικό σύστημα S-400, βρίσκεται πλέον σε σαφές μειονέκτημα. Αναγκάζεται να αναζητεί εναλλακτικές λύσεις και να ασκεί πιέσεις για αναβαθμίσεις άλλων μέσων. Έτσι, σε ένα ακόμη κρίσιμο μέτωπο, η συζήτηση στην Άγκυρα περιστρέφεται γύρω από επιλογές και δεδομένα που πρώτα καθόρισε η Αθήνα.
Ο αμυντικός θόλος ως δόγμα αποτροπής
Στο ίδιο πλαίσιο της στρατηγικής αναβάθμισης εντάσσεται και η συζήτηση για την ανάπτυξη ενός πολυεπίπεδου αμυντικού θόλου, στα πρότυπα των μοντέλων που χρησιμοποιεί το Ισραήλ. Ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος εξηγεί ότι η φιλοσοφία αυτής της δομής δεν είναι επιθετική αλλά καθαρά αποτρεπτική.
Η δημιουργία διαδοχικών επιπέδων αεράμυνας έχει στόχο να καταστήσει το κόστος οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας δυσανολόγως υψηλό για τον αντίπαλο. «Η αποτροπή δεν επιδιώκει τη σύγκρουση, αλλά τη ματαίωσή της πριν καν αυτή εκδηλωθεί», σημειώνει ο διεθνολόγος, συμπληρώνοντας ότι για αυτόν τον λόγο πολλές χώρες της ευρύτερης περιοχής μελετούν πλέον παρόμοιες δομές για την προστασία των κρίσιμων υποδομών και του εθνικού τους χώρου.
Από ρυθμιστής, παρατηρητής
Η μεγάλη εικόνα δείχνει ξεκάθαρα ότι η ελληνοτουρκική εξίσωση δεν θυμίζει σε τίποτα εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας. Αναμφίβολα, η Τουρκία εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά γεωπολιτικά πλεονεκτήματα και ισχυρές φιλοδοξίες. Ωστόσο, σε αρκετά και κομβικά πεδία -από την άμυνα μέχρι τη θαλάσσια πολιτική- η Αθήνα εμφανίζεται πλέον να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες που διαμορφώνουν το πλαίσιο της συζήτησης. Και καταλήγει ο κ. Δεσποτόπουλος: «Στην εξωτερική πολιτική ισχύει ένας βασικός κανόνας: Όταν μια δύναμη παύει να καθορίζει την ατζέντα και αρχίζει απλώς να απαντά σε αυτήν, τότε από κυρίαρχος δρων μετατρέπεται, έστω και προσωρινά, σε παρακολουθηματική παρουσία των εξελίξεων».