Νέα μελέτη DNA υποστηρίζει ότι το νήμα που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή της Σινδόνης του Τορίνο ενδέχεται να προέρχεται από την αρχαία περιοχή της Κοιλάδας του Ινδού στην Ινδία.
Η Σινδόνη, με μήκος περίπου 4,4 μέτρα και πλάτος 1,1 μέτρο, που καταγράφηκε για πρώτη φορά στη Γαλλία το 1354, και είναι ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα χριστιανικά κειμήλια. Σήμερα φυλάσσεται στον καθεδρικό ναό του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή στο Τορίνο.
Τι DNA βρέθηκε στην Σινδόνη του Τορίνο
Επιστήμονες συνεχίζουν να μελετούν το ύφασμα για να προσδιορίσουν την προέλευσή του. Η νέα ανάλυση DNA βασίστηκε σε δείγματα που είχαν συλλεχθεί το 1978 και δείχνει ότι το ύφασμα που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή της ενδέχεται να προέρχεται από την Ινδία. «Η ανάλυση των ιχνών DNA που βρέθηκαν στη Σινδόνη του Τορίνο υποδηλώνει την πιθανώς εκτεταμένη έκθεση του υφάσματος στην περιοχή της Μεσογείου και την πιθανότητα το νήμα να παράχθηκε στην Ινδία», έγραψαν οι ερευνητές στη νέα μελέτη, η οποία δεν έχει ακόμη υποβληθεί σε αξιολόγηση από ομότιμους.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Gianni Barcaccia από το Πανεπιστήμιο της Πάδοβα, εντόπισαν επίσης ίχνη DNA από ανθρώπους, ζώα και φυτά. Μεταξύ των ευρημάτων περιλαμβάνονται γενετικά ίχνη από οικόσιτους σκύλους, γάτες κοτόπουλα, βοοειδή, κατσίκες, πρόβατα, χοίρους και άλογα και από άγρια ζώα, όπως ελάφια και κουνέλια. DNA από καρότα, πιπεριές, ντομάτες, πατάτες και ορισμένα είδη σιταριού βρέθηκε επίσης σε δείγματα από τη σινδόνη.
Καθώς η σινδόνη φαίνεται να έχει έρθει σε επαφή με πολλούς ανθρώπους, τίθεται υπό αμφισβήτηση η δυνατότητα ταυτοποίησης του «αρχικού DNA» της, σύμφωνα με τους ερευνητές.
Το 38,7% του ανθρώπινου DNA που εντοπίστηκε συνδέεται με ινδικές γενεαλογικές γραμμές, στοιχείο που οι ερευνητές χαρακτήρισαν «απρόσμενο». Η ερευνά αποδίδει την παρουσία του είτε σε ιστορικές επαφές με το κειμήλιο είτε σε εισαγωγές λινού υφάσματος από περιοχές κοντά στην Κοιλάδα του Ινδού κατά τη ρωμαϊκή εποχή. Η επαφή ανθρώπων με το κειμήλιο επιβεβαιώνεται και από την παρουσία βακτηρίων του δέρματος στα δείγματα.
«Συνολικά, τα προηγούμενα και τα τρέχοντα ευρήματά μας παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τη γεωγραφική προέλευση των ατόμων που αλληλεπίδρασαν με τη Σινδόνη καθ' όλη τη διάρκεια του ιστορικού της ταξιδιού σε διάφορες περιοχές, πληθυσμούς και εποχές», έγραψαν οι επιστήμονες. «Τα γενετικά και μικροβιακά στοιχεία αποκαλύπτουν μια σύνθετη ιστορία της Σινδόνης του Τορίνο, αντανακλώντας τις αλληλεπιδράσεις με ένα ευρύ φάσμα ατόμων», τόνισαν.