Η Αθήνα εκφράζει έντονη ανησυχία για τις επιθέσεις σε ελληνορθόδοξους στη Συρία και στέλνει μηνύματα προς τη Δαμασκό, την ώρα που πηγές κάνουν λόγο για απόκλιση μεταξύ της επίσημης ρητορικής και της πραγματικότητας στο πεδίο, μιλώντας για «αθόρυβο» εκτοπισμό.
Με αυξανόμενο προβληματισμό παρακολουθεί η Αθήνα τις εξελίξεις στη Συρία, μετά τις πρόσφατες επιθέσεις σε ελληνορθόδοξες κοινότητες, οι οποίες, σύμφωνα με εκκλησιαστικούς κύκλους στην ελληνική πρωτεύουσα, «δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα περιστατικά». Όπως τονίζουν, η εικόνα που διαμορφώνεται το τελευταίο διάστημα δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για το μέλλον των χριστιανικών πληθυσμών στη χώρα.
Την εικόνα αυτή ενίσχυσε και η πιο πρόσφατη επίθεση που προκάλεσε την αντίδραση της Αθήνας. Σύμφωνα με διεθνείς πληροφορίες, ένας καβγάς μεταξύ δύο ανδρών σε χριστιανική πόλη της κεντρικής Συρίας οδήγησε σε σεχταριστικές επιθέσεις, προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές σε σπίτια, καταστήματα και οχήματα, θυμίζοντας τη θρησκευτική βία που ακολούθησε την πτώση του επί μακρόν ηγέτη Μπασάρ αλ Άσαντ πριν από δύο χρόνια.
Οι επιθέσεις στην κατά κύριο λόγο χριστιανική πόλη Σουκαϊλαμπίγια, στην επαρχία Χάμα, αποτελούν το πιο πρόσφατο περιστατικό που στοχεύει μέλη της χριστιανικής μειονότητας της Συρίας. Πολλοί από αυτούς έχουν εγκαταλείψει τη χώρα από την έναρξη της σύγκρουσης πριν από 15 χρόνια, η οποία έχει αφήσει πίσω της μισό εκατομμύριο νεκρούς και μια βαθιά διχασμένη κοινωνία.
Στο ίδιο μήκος κύματος, πηγές με καλή γνώση της κατάστασης στη Συρία επισημαίνουν ότι, παρά τις διαβεβαιώσεις του καθεστώτος του Αχμάντ αλ-Τζολάνι προς τη διεθνή κοινότητα περί σεβασμού των μειονοτήτων και διατήρησης ενός συμπεριληπτικού κράτους, «επί του πεδίου διαμορφώνεται μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα». Όπως σημειώνουν, «σταδιακά και χωρίς θόρυβο εξελίσσεται ένα σχέδιο που οδηγεί στη διαμόρφωση μιας μονοθρησκευτικής, σουνιτικής Συρίας».
Συρία για όλους: Οι συμβολικές κινήσεις του Αλ-Τζολάνι
Η αντίφαση αυτή, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, γίνεται ακόμη πιο έντονη αν συγκριθεί με τη δημόσια εικόνα που επιχειρεί να προβάλει η νέα ηγεσία της Δαμασκού. Όπως επισημαίνεται, ο Αμπού Μοχάμεντ αλ-Τζολάνι -ή Αχμέντ αλ Σαράα- μετά την πτώση του Άσαντ έχει υιοθετήσει μια ρητορική «συμπεριληπτικότητας», υποστηρίζοντας ότι δεν επιδιώκει τη μετατροπή της Συρίας σε ένα αποκλειστικά σουνιτικό κράτος μέσω διωγμών.
Στο πλαίσιο αυτό, έχει δώσει εντολές για την προστασία των μειονοτήτων, επιχειρώντας να εμφανιστεί ως εγγυητής της ασφάλειας Χριστιανών, Δρούζων και Αλαουιτών, ενώ έχει πραγματοποιήσει και συμβολικές κινήσεις, όπως επισκέψεις σε θρησκευτικούς χώρους. Ενδεικτική θεωρείται η συνάντησή του, τον Οκτώβριο του 2025, με τον Πατριάρχη Αντιοχείας Ιωάννη Ι΄ στην Παλιά Πόλη της Δαμασκού, με στόχο —όπως ανακοινώθηκε— την προβολή ενός μηνύματος εθνικής ενότητας και συνύπαρξης.
Παράλληλα, η ρητορική του εμφανίζει μετατόπιση από το ιδεολογικό πλαίσιο του τζιχαντισμού προς έναν «συριακό εθνικισμό», επιχειρώντας να πείσει τη διεθνή κοινότητα ότι η νέα Συρία μπορεί να λειτουργήσει ως κράτος για όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως δόγματος — επιλογή που, σύμφωνα με διπλωματικές εκτιμήσεις, συνδέεται και με την ανάγκη αποφυγής διεθνούς απομόνωσης και κυρώσεων.
Ο αθόρυβος εκτοπισμός στη Συρία: Πίεση και φόβος για τις θρησκευτικές μειονότητες
Ωστόσο, πηγές που γνωρίζουν σε βάθος την κατάσταση επισημαίνουν ότι η εικόνα αυτή δεν αντανακλά πλήρως όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό της χώρας. Όπως σημειώνουν, η επιβολή της Σαρία ως βάσης του δικαίου και ο έντονος σουνιτικός χαρακτήρας της δημόσιας ζωής δημιουργούν εύλογες επιφυλάξεις, ενώ πολλές μειονότητες αντιμετωπίζουν με δυσπιστία τη στάση της νέας ηγεσίας, εκτιμώντας ότι πρόκειται για μια τακτική μετριοπάθειας έως την πλήρη εδραίωση της εξουσίας.
Καθοριστικό εμπόδιο σε αυτή τη στρατηγική, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, αποτελούν τόσο οι ελληνορθόδοξοι πληθυσμοί όσο και οι Αλαουίτες — η θρησκευτική και εθνοτική ομάδα από την οποία προερχόταν και το προηγούμενο καθεστώς Άσαντ. «Οι συγκεκριμένες κοινότητες αντιμετωπίζονται ως μη συμβατές με το νέο status quo που επιχειρείται να επιβληθεί», αναφέρουν χαρακτηριστικά.
Πηγές που διατηρούν συνεχή και στενή επικοινωνία με το Πατριαρχείο Αντιοχείας κάνουν λόγο για «ένα οργανωμένο, αλλά χαμηλής έντασης μοτίβο πίεσης», στο οποίο εντάσσονται και τα πρόσφατα περιστατικά βίας. Όπως επισημαίνουν, «δεν πρόκειται για τυχαίες εντάσεις, αλλά για ενέργειες που είτε εκπορεύονται από παρακρατικούς μηχανισμούς με την ανοχή της “κυβέρνησης” είτε εντάσσονται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό του καθεστώτος».
Στόχος, σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, δεν είναι η άμεση και ανοιχτή σύγκρουση, αλλά η δημιουργία ενός παρατεταμένου κλίματος ανασφάλειας και εκφοβισμού. «Πρόκειται για έναν “αθόρυβο” εκτοπισμό», σημειώνουν, εξηγώντας ότι «η πίεση ασκείται με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποφεύγονται εκτεταμένα αιματηρά επεισόδια που θα προκαλούσαν διεθνή κατακραυγή και θα οδηγούσαν σε άμεσες παρεμβάσεις, ενώ στην πράξη δημιουργούνται συνθήκες που ωθούν τους πληθυσμούς να εγκαταλείψουν τις εστίες τους».
Το παράδοξο, όπως επισημαίνουν πηγές με γνώση της κατάστασης, είναι ότι οι ελληνορθόδοξοι πληθυσμοί βρίσκονται εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην ανάγκη να παραμείνει ο Τζολάνι στην εξουσία και στην ίδια την ανασφάλεια που βιώνουν. Όπως εξηγούν, στη δεδομένη χρονική συγκυρία, ενδεχόμενη κατάρρευση του καθεστώτος θα οδηγούσε σε χάος, το οποίο θα ενέτεινε περαιτέρω την ανασφάλεια, με τις μειονότητες να αποτελούν τα πρώτα θύματα. Συνεπώς, το βασικό αίτημα που διατυπώνεται προς τη διεθνή κοινότητα είναι να ασκηθούν πιέσεις προς τον Τζολάνι, προκειμένου να ελέγξει την κατάσταση.
Η Ελλάδα ζητά σεβασμό σε όλες τις θρησκευτικές κοινότητες στη Συρία
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αντίδραση της Αθήνας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Σύμφωνα με επίσημη ενημέρωση του Υπουργείου Εξωτερικών, η Ελλάδα παρακολουθεί στενά την κατάσταση, με ιδιαίτερη αναφορά στα γεγονότα στην Αλ Σουκαϊλαμπίγια — μια πόλη με έντονο ελληνορθόδοξο στοιχείο όπου καταγράφηκαν επεισόδια βίας.
Το ελληνικό ΥΠΕΞ, όπως επισημαίνεται, έχει αποστείλει σαφές μήνυμα προς τη Δαμασκό, ζητώντας πλήρη διερεύνηση των περιστατικών, διαφάνεια και λογοδοσία. Παράλληλα, τονίζεται η ανάγκη για μια πραγματικά χωρίς αποκλεισμούς πολιτική μετάβαση, με σεβασμό στα δικαιώματα όλων των θρησκευτικών και εθνοτικών κοινοτήτων, σύμφωνα με την εκπρόσωπο Τύπου Λάνα Ζωχιου.
«Οι χριστιανοί αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ιστορικής και κοινωνικής ταυτότητας της Συρίας», υπογραμμίζουν πηγές του ΥΠΕΞ, προσθέτοντας ότι η διατήρηση του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα της χώρας αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη σταθερότητα στην περιοχή.
Διπλωματική παρέμβαση της ΕΕ για την προστασία θρησκευτικών μειονοτήτων
Την ίδια ώρα, το ζήτημα έχει φτάσει και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κατεπείγουσα ερώτηση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσε ο ευρωβουλευτής και πρώην πρόεδρος της ΝΔ Βαγγέλης Μεϊμαράκης, περιγράφοντας με ανησυχία την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας των χριστιανικών κοινοτήτων, με ιδιαίτερη αναφορά σε επιθέσεις εναντίον αμάχων, χώρων λατρείας και ιστορικών ελληνορθόδοξων πληθυσμών.
Στο πλαίσιο αυτό, ζητά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή επικαιροποιημένη αξιολόγηση της κατάστασης ασφαλείας των θρησκευτικών μειονοτήτων, συγκεκριμένα μέτρα προστασίας και ενίσχυση της διπλωματικής και ανθρωπιστικής παρουσίας της ΕΕ στην περιοχή, καθώς και αυστηρότερους μηχανισμούς παρακολούθησης και λογοδοσίας για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ο Φαραντούρης ζητά παρατηρητές και πάγωμα βοήθειας προς το καθεστώς Τζολάνι
Για το ζήτημα παρενέβη και ο ανεξάρτητος ευρωβουλευτής Νικόλας Φαραντούρης αποστέλλοντας επιστολή προς τον Καγκελάριο της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς και την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν με την ιδιώτης του Συντονστή της επιτροπής Συνταγματιών Υποθέσεων τπυ Ευρωκοινοβουλίου, ενόψει της συνάντησης του Γερμανού Καγκελάριου με τον μεταβατικό Πρόεδρο της Συρίας.
Στην επιστολή του τόνισε την κλιμακούμενη δίωξη των Χριστιανών της Συρίας, επισημαίνοντας ότι οι επιθέσεις δεν είναι «μεμονωμένο γεγονός», αλλά «μέρος ενός ευρύτερου και βαθιά ανησυχητικού μοτίβου».
Παράλληλα, σημειώνε ότι η σημερινή κατάσταση δείχνει ότι «οι συριακές αρχές είτε δεν επιθυμούν είτε δεν είναι σε θέση να συγκρατήσουν ένοπλες φατρίες που δρουν στο όνομά τους».
Ο Νικόλας Φαραντούρης είχε επισκεφθεί τη Συρία τον Μάρτιο του 2025, όπου συναντήθηκε με τον Πατριάρχη Αντιοχείας Ιωάννη Ι΄, εκπροσώπους θρησκευτικών και εθνοτικών κοινοτήτων και μέλη της ελληνορθόδοξης κοινότητας. Όπως τονίζει στο iefimerida: «Το μήνυμα που έλαβα ήταν σαφές, ότι η Συρία χάνει με ταχύτητα τον πλουραλιστικό της χαρακτήρα» και ότι «ακόμη και μετριοπαθείς πολίτες ζουν πλέον υπό τον φόβο σφαγών και διώξεων».
«Οι πληθυσμοί αυτοί δεν είναι μακρινοί ούτε ξένοι προς εμάς, αλλά αποτελούν μέρος της ευρύτερης ευρωπαϊκής πολιτισμικής μας συνέχειας. Πρόκειται για ζωντανούς κληρονόμους του ελληνιστικού, ρωμαϊκού και βυζαντινού κόσμου», δηλαδή των ίδιων ιστορικών θεμελίων πάνω στα οποία οικοδομήθηκε η Ευρώπη», υπογραμμίζει ο Φαραντούρης, ζητώντας «αποστολή παρατηρητών και πάγωμα κονδυλίων και αναπτυξιακής βοήθειας προς το καθεστώς Τζολάνι».
Το βασικό ερώτημα για τη Συρία
Σύμφωνα με πηγές που παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, το βασικό ερώτημα πλέον δεν είναι αν υπάρχει πίεση προς τις μειονότητες, αλλά «πόσο γρήγορα και με ποιον τρόπο θα ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία μετασχηματισμού της συριακής κοινωνίας».
Και όπως επισημαίνουν, «όσο αυτή η διαδικασία εξελίσσεται αθόρυβα, χωρίς εικόνες μαζικής βίας, τόσο μειώνονται και τα αντανακλαστικά της διεθνούς κοινότητας» — γεγονός που εντείνει τις ανησυχίες για το μέλλον των ελληνορθόδοξων πληθυσμών στη Συρία.