Εκείνο το οποίο ανησυχεί ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη είναι η διπλάσια καύσιμη ύλη που έχει δημιουργηθεί, απόρροια του υγρού χειμώνα.
«Καμπανάκι κινδύνου» για την κατακόρυφη αύξηση της καύσιμης ύλης κρούει ο Αλέξανδρος Δημητρακόπουλος, Κοσμήτορας της Σχολής Γεωπονίας, Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ.
Ο κ. Δημητρακόπουλος εκφράζει την ανησυχία του για την πιθανότητα εκδήλωσης καταστροφικών πυρκαγιών φέτος το καλοκαίρι.
Το αναβαθμισμένο «σούπερ Ελ Νίνιο» φαίνεται πως επιστρέφει, με επιπτώσεις που διαφέρουν ανά περιοχή: από πλημμύρες, ξηρασίες έως και ακραία φαινόμενα.
Σύμφωνα με τον κ. Δημητρακόπουλο, είναι νωρίς να σχηματιστεί η άποψη ότι η Ελλάδα θα βρεθεί στο επίκεντρο του φαινομένου. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο ανησυχεί για τη Θεσσαλονίκη είναι η διπλάσια καύσιμη ύλη που έχει δημιουργηθεί, απόρροια του υγρού χειμώνα.
«Αυξάνεται ο κίνδυνος και η ένταση πυρκαγιάς»
«Είχαμε έναν υγρό χειμώνα που μεγάλωσε πάρα πολύ τη χορτολιβαδική βλάστηση, η οποία τώρα ξεράθηκε με αποτέλεσμα να υπάρχει άφθονη καύσιμη ύλη», εξηγεί ο Κοσμήτορας.
Όπως διευκρινίζει «αυξάνεται ο κίνδυνος για την εκδήλωση πυρκαγιάς, αλλά και η έντασή της», ενώ επισημαίνει πως οι δήμοι έχουν καθυστερήσει στη διαδικασία καθαρισμού της καύσιμης ύλης.
«Θα πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί και, ήδη, οι δήμοι έχουν αργήσει στο να καθαρίσουν την ξερή καύσιμη ύλη στους κοινόχρηστους χώρους», αναφέρει.
Εξαιτίας του υψηλού κόστους παραγωγής στον πρωτογενή τομέα, πληθαίνουν οι αγρότες που λόγω αδυναμίας εγκαταλείπουν «αθόρυβα» τα χωράφια τους. Δεν σπέρνουν, δεν εργάζονται στις εκτάσεις τους κι έτσι αυξάνεται ο κίνδυνος πυρκαγιάς από ξερά χόρτα του καλοκαιριού, τα οποία αποτελούν εύφλεκτη ύλη, ιδιαίτερα κοντά σε δρόμους ή οικισμούς.
«Το ίδιο συμβαίνει και στις αγροτικές εκτάσεις πέριξ της Θεσσαλονίκης. Είναι πάρα πολλά χωράφια που παραμένουν ακαθάριστα. Θα πρέπει αυτοί που έχουν χωράφια σπαρμένα με σιτηρά να τα θερίσουν αμέσως.
Οι δήμοι κυρίως – οι Περιφερειακοί δήμοι – με πρώτη προτεραιότητα τους ακάλυπτους χώρους θα πρέπει να προχωρήσουν σε εντατική αποκομιδή της ξερής καύσιμης ύλης», καταλήγει ο κ. Δημητρακόπουλος.