Στη Στουρνάρη, εκεί όπου για δεκαετίες χτυπά η καρδιά της φοιτητικής Αθήνας, υπήρχε ένα μαγαζί τόσο μικρό, που μετά βίας χωρούσε πάγκο και πελάτη μαζί.
Δώδεκα τετραγωνικά όλα κι όλα. Κι όμως, από εκεί ξεκίνησε μια ιστορία που θα άλλαζε τον χάρτη της ελληνικής τεχνολογίας.
Από ένα μαγαζάκι 12 τ.μ., με δανεικές 80.000 δραχμές, ο Γιώργος Γεράρδος έχτισε το Πλαίσιο και μια αυτοκρατορία τεχνολογίας
Ο Γιώργος Γεράρδος, ο ιδρυτής της Πλαίσιο, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στα 80 του χρόνια, δεν ήταν ο κλασικός επιχειρηματίας με τα μεγάλα λόγια και τα φώτα. Ήταν ο φοιτητής που έψαχνε φθηνά σχεδιαστήρια, ο μηχανικός που καταλάβαινε τα εργαλεία καλύτερα από τους προμηθευτές και ο έμπορος που πίστευε ότι «όσο μικρότερη η αλυσίδα τόσο καλύτερη η τιμή για τον πελάτη».
Η πρώτη του επιχειρηματική κίνηση δεν είχε τίποτα από στρατηγικά πλάνα και business plans. Είχε απλή λογική. Ως τριτοετής στο Πολυτεχνείο, είδε ότι τα ίδια είδη σχεδίου κόστιζαν αλλιώς στην Αθήνα κι αλλιώς στη Θεσσαλονίκη. Οι μεσάζοντες φούσκωναν τις τιμές. Παρήγγειλε, λοιπόν, έξι σχεδιαστήρια κατευθείαν από τη Γερμανία και τα πούλησε στους συμφοιτητές του. Κέρδισαν όλοι, κι εκείνος κάτι παραπάνω.
«Τότε συνειδητοποίησα τα οφέλη της μείωσης της εφοδιαστικής αλυσίδας» είπε χρόνια μετά. «Εισάγοντας απευθείας από τον κατασκευαστή και διαθέτοντας χωρίς μεσάζοντες στον καταναλωτή, καταφέρνουμε να είμαστε ανταγωνιστικοί στις τιμές» ανέφερε σε παλαιότερη συνέντευξή του.
Το 1969, με 80.000 δραχμές δανεικές από φίλους και συγγενείς, άνοιξε το πρώτο «Πλαίσιο» στη Στουρνάρη 24. Πουλούσε σχεδιαστήρια, λογαριθμικούς κανόνες, χάρακες. Αυτά ήταν τα «high tech» της εποχής. «Υπολογιστής ήταν ο λογαριθμικός κανόνας και plotter το σχεδιαστήριο» έλεγε γελώντας.
Το μεγάλο του πλεονέκτημα; Δεν ήταν απλώς έμπορος. Ήταν χρήστης. Ήξερε τι πουλούσε και σε ποιον. Έδινε συμβουλές, όχι απλώς προϊόντα. Οι πελάτες το εκτίμησαν. Η φήμη χτίστηκε γρήγορα από στόμα σε στόμα. Κι ύστερα ήρθαν τα δύσκολα. Δεν είχε τελειώσει τις σπουδές του, ούτε τη στρατιωτική θητεία του. Το 1976 διοικούσε την επιχείρησή του από το ΚΨΜ στον Έβρο. Στεκόταν με τις ώρες στην ουρά για ένα τηλεφώνημα και έδινε οδηγίες στο προσωπικό, με φαντάρους να περιμένουν πίσω του αγανακτισμένοι.
«Ήταν δύσκολο να περιμένεις ώρες για να μιλήσεις και να πρέπει να διοικήσεις με μια ουρά ανθρώπων πίσω σου» θυμόταν. Αλλά δεν σταμάτησε ποτέ. Όταν η πληροφορική άρχισε να εμφανίζεται δειλά-δειλά, εκείνος την είχε ήδη δει να έρχεται. Από τα calculators πέρασε στους Spectrum και στους Commodore, μετά στους IBM PC. Και κάπου εκεί γεννήθηκε το Turbo-X, το «ελληνικό» PC που έμελλε να γίνει το πιο ανθεκτικό brand της αγοράς. Πάνω από 1,5 εκατομμύριο υπολογιστές πωλήθηκαν σε τρεις δεκαετίες. «Πρακτικά, είναι το μόνο brand name Η/Υ της δεκαετίας του ’80 που έχει επιβιώσει μέχρι σήμερα» έλεγε, με περηφάνια, ακόμη και λίγα χρόνια πριν.
«Συνεχίζουμε να δίνουμε μισθούς του 2008»
Η Πλαίσιο δεν έγινε απλώς κατάστημα. Έγινε όμιλος. Αποθήκες, logistics, συναρμολόγηση, service, call centers. Όλα μέσα. Δεν πίστευε στο outsourcing. Πέρασε τρία κύματα σκληρού ανταγωνισμού. Τα 55 μαγαζιά της Στουρνάρη τη δεκαετία του ’80, τους «φιλόδοξους» του Χρηματιστηρίου στα ’90s, τις ξένες πολυεθνικές των 2000s. Οι περισσότεροι «ήρθαν, είδαν και απήλθαν». Εκείνος έμεινε.
Πέρασε και δύο φωτιές που κατέστρεψαν ολοσχερώς το ιστορικό κατάστημα. Το 1985 και το 2008. Το ξανάχτισε από την αρχή. Πέρασε την κρίση, τα capital controls, την πτώση της κατανάλωσης. Δεν έκλεισε ούτε ένα κατάστημα. Δεν απέλυσε ούτε έναν εργαζόμενο. Δεν περιέκοψε μισθούς. «Συνεχίζουμε να δίνουμε μισθούς του 2008» έλεγε τότε, κόντρα στο ρεύμα.
Έβλεπε το Πλαίσιο σαν οικογένεια
Όταν μπήκε στο Χρηματιστήριο το 1999, δεν το έκανε για να «κάψει» χρήμα. Άντλησε μόλις 1,3 εκατ. ευρώ. Τα επόμενα χρόνια μοίρασε δεκάδες εκατομμύρια σε μερίσματα. Ήταν της σχολής «αναπτύσσομαι οργανικά, δεν εξαγοράζω». Ακόμα και μετά τα 70 του χρόνια συνέχιζε να γυρίζει αποθήκες, να μιλάει με υπαλλήλους, να κοιτάζει νούμερα. Ψηλός, επιβλητικός, αλλά γήινος. Έβλεπε το Πλαίσιο σαν οικογένεια. Και στο τέλος παρέδωσε τα ηνία στον γιο του, Κώστα, κρατώντας τον ρόλο του μέντορα.
Μέχρι πρόσφατα σχεδίαζε το επόμενο βήμα, την είσοδο στις λευκές συσκευές, ένα νέο μεγάλο κατάστημα, επενδύσεις εκατομμυρίων σε logistics και υποδομές. Δεν σταμάτησε ποτέ να σκέφτεται το «αύριο». Ίσως γιατί από νέος είχε μάθει να μη φοβάται. «Μπορεί να πέσω», έλεγε, «αλλά θα ξανασηκωθώ». Από τα 12 τετραγωνικά της Στουρνάρη στα δεκάδες σύγχρονα καταστήματα, από τους λογαριθμικούς κανόνες στα e-shops και στα experience stores, η διαδρομή του Γιώργου Γεράρδου μοιάζει με ελληνική εκδοχή του αμερικανικού ονείρου.