Παρά το γεγονός πως έχουν περάσει τουλάχιστον έξι χρόνια από την έξοδο της ελληνικής οικονομίας από την πολυετή κρίση, παρά τη σειρά θετικών πρωτοβουλιών στις οποίες έχει προχωρήσει η κυβέρνηση, περισσότερα από 90 δισεκ. ευρώ κόκκινα δάνεια παραμένουν στα συρτάρια των εταιρειών διαχείρισης, των περίφημων servicers.
Εκατοντάδες χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, επαγγελματίες και νοικοκυριά εξακολουθούν να είναι δεσμώτες της κρίσης με τα στοιχεία να δείχνουν πως ακόμα και σήμερα σχεδόν ένας στους δύο ενεργούς Αριθμούς Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ) έχει οφειλές στις εταιρείες διαχείρισης των κόκκινων δανείων.
Οι διοικήσεις των τελευταίων δε φαίνεται να βιάζονται καθόλου να προχωρήσουν στην εξυγίανση αυτών των τεράστιων χαρτοφυλακίων που απέκτησαν επικαλούμενες διάφορες δικαιολογίες, από την ελληνική νομοθεσία μέχρι δομικά προβλήματα της οικονομίας. Την ίδια στιγμή, όμως, καταγράφονται παραδείγματα επενδυτικών εταιρειών που απέκτησαν τμήματα αυτών των κόκκινων δανείων (χαρτοφυλάκια κόκκινων δανείων τουριστικών επιχειρήσεων, για παράδειγμα) από τους servicers τα οποία σήμερα εξυπηρετούνται κανονικά σχεδόν κατά 90%!
Το κόστος της καθυστέρησης το πληρώνει βέβαια η ελληνική οικονομία αφού χιλιάδες επιχειρήσεις εξακολουθούν να μην έχουν πρόσβαση σε δανεισμό, δυσκολεύονται να προχωρήσουν σε νέες επενδύσεις και να αναπτυχθούν ακόμα και όταν οι κλάδοι που δραστηριοποιούνται γνωρίζουν καλύτερες ημέρες. Το ίδιο συμβαίνει και με χιλιάδες ακίνητα που παραμένουν στα συρτάρια των εταιρειών διαχείρισης των κόκκινων δανείων επιβαρύνονται περαιτέρω την κατάσταση με τη στεγαστική κρίση που έχει οδηγήσει στα ύψη τις τιμές των ενοικίων.
Με τη σημερινή ταχύτητα ρυθμίσεων κόκκινων δανείων από τους servicers θα χρειαστούν περισσότερα από δέκα χρόνια για «πρασινίσουν» οι οφειλές εταιρειών ή επαγγελματιών που θα μπορούσαν, με τη σημερινή θετική πορεία της οικονομίας, να επενδύσουν και να αναπτυχθούν. Ταυτόχρονα, αυτοί οι χαμηλοί ρυθμοί μπορούν να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα στον προϋπολογισμό από τις περίπου 20 τιτλοποιήσεις του προγράμματος «Ηρακλής», ενός μηχανισμού που προώθησε η κυβέρνηση για να βοηθήσει τις τράπεζες να «καθαρίσουν» από τα κόκκινα δάνεια.
Μέσω του «Ηρακλής» οι τράπεζες ομαδοποίησαν τα δάνεια που δεν εξυπηρετούνται και μεταφέρθηκαν σε ειδικά επενδυτικά σχήματα (SPV), τα οποία εξέδωσαν ομόλογα. Τα ομόλογα αυτά πωλήθηκαν σε επενδυτές. Το κλειδί του «Ηρακλή» είναι, όμως, η κρατική εγγύηση: Το ελληνικό δημόσιο εγγυάται το «ασφαλές» κομμάτι των ομολόγων (senior notes), μειώνοντας το ρίσκο για τους αγοραστές. Με αυτόν τον τρόπο, οι τράπεζες απαλλάχθηκαν από το βάρος των καθυστερούμενων οφειλών, απέκτησαν ρευστότητα και μπορούν πλέον να χρηματοδοτήσουν ξανά την οικονομία, ενώ τη διαχείριση των δανείων έχουν αναλάβει οι servicers. Όμως εάν οι εισπράξεις από τη ρύθμιση κόκκινων δανείων δεν επαρκούν για την αποπληρωμή των τόκων και του κεφαλαίου των ομολόγων υψηλής εξασφάλισης (senior notes), το ελληνικό δημόσιο θα κληθεί να καλύψει τη διαφορά. Αυτό σημαίνει ότι το κόστος μεταφέρεται στον προϋπολογισμό, αυξάνοντας το δημόσιο χρέος.
Οι αργοί ρυθμοί «πρασινίσματος» προκάλεσαν προ εβδομάδων κινητοποίηση της κυβέρνησης και της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) καθώς ο χρόνος περνά χωρίς σοβαρά αποτελέσματα στην εξυγίανση των χαρτοφυλακίων κόκκινων δανείων. Εν τω μεταξύ οι διοικήσεις των servicers εισπράττουν πολύ μεγάλες προμήθειες από τη διαχείριση αυτών των χαρτοφυλακίων κόκκινων δανείων που υπολογίζονται σε περίπου μισό δισεκατομμύριο ευρώ το χρόνο. Γι’ αυτό και ορισμένοι υποστηρίζουν πως δεν έχουν κανένα κίνητρο να βιαστούν με αποτέλεσμα να την πληρώνει η ελληνική οικονομία. Οι ίδιοι θεωρούν πως μέσα στο 2026 πρέπει να αναληφθούν πρωτοβουλίες για να πολλαπλασιαστούν οι ρυθμοί ρύθμισης των κόκκινων δανείων προς όφελος χιλιάδων επιχειρήσεων και νοικοκυριών.