Με συγκίνηση αποχαιρέτησε τη Μαργαρίτα Παπανδρέου η οικογένειά της, τα τέσσερα παιδιά της και τα έξι εγγόνια της. Φίλοι και συνοδοιπόροι βρέθηκαν επίσης στο τελευταίο συγκινητικό «αντίο», για τον τελευταίο αποχαιρετισμό λίγο πριν η στάχτη της σκορπιστεί σήμερα στο Αιγαίο, τη θάλασσα που τόσο αγαπούσε.
Η πολιτική κηδεία έγινε χθες στο Α' Νεκροταφείο. Μια συγκινητική τελετή με λόγια καρδιάς για μια γυναίκα που συμπλήρωσε και ξεπέρασε έναν αιώνα ζωής, έχοντας ζήσει πραγματικά πολλές και... κινηματογραφικές ζωές.
Γεννήθηκε στις ΗΠΑ, γνώρισε τον μέλλοντα σύζυγό της στον προθάλαμο ενός οδοντιατρείου, μετακόμισε στην Ελλάδα, έζησε τη χούντα και την εξορία, έκανε μαζί του τέσσερα παιδιά και όλοι μαζί έζησαν στη Σουηδία και τον Καναδά πριν επιστρέψουν για πάντα στην Ελλάδα, όπου έγινε η πρώτη κυρία της χώρας. Έδωσε και κέρδισε σπουδαίους αγώνες για το γυναικείο κίνημα, συμβάλλοντας καθοριστικά για κάποια από τα δικαιώματα των γυναικών που θεωρούνται δεδομένα σήμερα και στάθηκε στο πλευρό των τεσσάρων παιδιών της, αλλά και των εγγονών της, που χθες αποχαιρέτησαν όχι μόνο μια ιστορική προσωπικότητα της σύγχρονης Ελλάδας αλλά και ένα εξαιρετικά οικείο δικό τους πρόσωπο: τη γιαγιά τους.
Τα εγγόνια της Μαργαρίτας Παπανδρέου
Η Μαργαρίτα Παπανδρέου απέκτησε με τον Ανδρέα Παπανδρέου τέσσερα παιδιά, τον Γιώργο, τον Νίκο, τον Αντρίκο και τη Σοφία, και έξι εγγόνια. Τον Ανδρέα και τη Μαργαρίτα Παπανδρέου, παιδιά του Γιώργου με την Άντα Παπανδρέου, τον Ανδρόνικο και τη Φαίδρα Παπανδρέου, παιδιά του Νίκου και της συζύγου του Αλεξίας Κληρονόμου, και τον Ανδρέα και τον Κωστή Κατσανέβα, παιδιά της Σοφίας Παπανδρέου με τον Θεόδωρο Κατσανέβα.
Η Μαργαρία Παπανδρέου η νεότερη
Η οικογένεια του Νίκου Παπανδρέου
Τα αδέλφια Κατσανέβα
Ο Γιώργος Παπανδρέου με τη σύντροφό του
Οι νύφες και οι εγγονές της Μαργαρίτας Παπανδρέου
Γιώργος και Αντρίκος Παπανδρέου
Γιώργος και Νίκος Παπανδρέου
Οι γιοι Παπανδρέου στον τάφο του Ανδρέα
Τελευταίος ασπασμός στη μητέρα τους
Ο αποχαιρετισμός της εγγονής της Μαργαρίτας Παπανδρέου
«Αγαπημένη μου γιαγιά, our yiayia,
Για τον κόσμο ήσουν η Μαργαρίτα Παπανδρέου, μια δυνατή γυναίκα που αγωνίστηκε για την ειρήνη μεταξύ των λαών και για τα δικαιώματα των γυναικών. Ένας αγώνας που παραμένει σήμερα επίκαιρος όσο ποτέ. Εκείνη που μου έλεγε πως εμείς οι γυναίκες πρέπει να αλληλοστηριζόμαστε, να μη σαμποτάρουμε η μία την άλλη.
Για μένα ήσουν η γιαγιά μου, δυναμική και ευαίσθητη.
Με ρωτούσες για τη δουλειά μου και αν είμαι ευτυχισμένη. Δεν ήσουν η κλασική γιαγιά. Ήσουν μια γιαγιά που μας παρακινούσε να αμφισβητούμε, να αναρωτιόμαστε, να σκεφτόμαστε, να εξελισσόμαστε. Και πάνω απ’ όλα, να χορεύουμε.
Η αγαπημένη σου γιορτή ήταν η Ημέρα των Ευχαριστιών.
Χαιρόσουν να μας έχεις όλους μαζί. Θυμάμαι τα μεγάλα τραπέζια, που κρατούσαν ώρες, με συζητήσεις για την πολιτική και τις κοινωνικές αδικίες, αλλά και με χιούμορ και γέλια. Και στο τέλος, χορός.
Αγαπούσες τη θάλασσα όσο τίποτα. Ελπίζω εκεί που πας να κολυμπάς, να την αγναντεύεις, να διαβάζεις και να γράφεις. Να ακούς τους αγαπημένους σου Elvis και Frank Sinatra, αλλά και την Billie Holiday - μια γυναίκα που, μέσα από τη φωνή της, τολμούσε να ακουστεί σε έναν κόσμο που συχνά ήθελε τις γυναίκες σιωπηλές.
Κι εγώ θα ακούω το "I’ll Be Seeing You" και θα σε θυμάμαι.
Σαν μια υπόσχεση πως θα σε ξαναβρίσκω σε όσα αγαπούσες.
Σ’ αγαπώ».
Κωστής Κατσανέβας: Η γιαγιά μου είχε το όνομα ενός λουλουδιού που δεν έχασε ποτέ τα πέταλά του
Έντονος συναισθηματικά ήταν και ο επικήδειος του γιου της Σοφίας Παπανδρέου, Κωστής Κατσανέβας.
«Τη γιαγιά μου την έλεγαν Μαργαρίτα. Είχε το όνομα ενός λουλουδιού. Ενός λουλουδιού που, στα δικά μου μάτια, δεν έχασε ποτέ τα πέταλά του», ανέφερε μεταξύ άλλων ο εγγονός της Μαργαρίτας Παπανδρέου, προσθέτοντας:
«Βλέπετε, ήμασταν μια οικογένεια σε ένα τραπέζι, όπως κάθε άλλη. Κοροϊδευόμασταν, λέγαμε τα προσωπικά μας, τις σχέσεις μας, τα άγχη μας, και τσακωνόμασταν. Ήταν ό,τι πιο όμορφο, ήταν δικό μας».
Τέλος, ο Κ. Κατσανέβας σημείωσε για τη γιαγιά του: «Ανάμεσα σε όλα όσα μου έμαθες, ίσως αυτό να είναι το πιο πολύτιμο: να μπορώ να στέκομαι απέναντί σου σήμερα και να λέω απλά: “Είμαι ο Κωστής”. Και να είναι αρκετό».
Αναλυτικά ο επικήδειος από τον Κ. Κατσανέβα:
«Θέλω να σας περιγράψω πώς είναι να μοιράζεσαι μια τόσο προσωπική στιγμή με όλη την Ελλάδα. Βρίσκεσαι σε επαγγελματική συνάντηση, φοράς το κουστούμι σου. Περιμένεις ένα τηλεφώνημα που ελπίζεις να μην έρθει ποτέ.
Μέχρι στιγμής όλα κυλάνε κανονικά. Χτυπάει το τηλέφωνο και βυθίζεται η καρδιά σου, σαν να σε χτύπησε βράχος ολόκληρος στο στέρνο. Το σηκώνεις και είναι η μητέρα σου. Δεν μπορεί να μιλήσει. Την ακούς μόνο να κλαίει, και καταλαβαίνεις. Της λες ψιθυριστά "σ’ αγαπώ".
Ως εδώ, όλα είναι όπως θα τα ζούσε ο καθένας. Έτσι είναι η ζωή, χάνουμε τους ανθρώπους μας. Ξέρεις όμως ότι σε λίγα λεπτά θα χτυπήσουν και τα δικά τους τηλέφωνα, με μια παρόμοια ειδοποίηση.
Και πράγματι, πριν προλάβεις να καθαρίσεις το μυαλό σου για να πεις δύο κενά λόγια, χτυπάνε τα κινητά γύρω σου. Η δική τους εμπειρία όμως είναι αρκετά διαφορετική. Δεν σηκώνουν το τηλέφωνο για να ακούσουν τη λατρεμένη τους μητέρα να κλαίει. Δεν ζαλίζονται από τον χαμό δικού τους ανθρώπου.
Πήρατε όλοι την ίδια ειδοποίηση, μοιραστήκατε την ίδια πληροφορία, για το ίδιο πρόσωπο, ουσιαστικά ταυτόχρονα… αλλά σε εκείνο το δωμάτιο εσύ πονάς.
Μόλις σου δίνεται η ευκαιρία, σηκώνεσαι να φύγεις. Συλλυπητήρια. Ευχαριστώ. Μέχρι να φτάσεις στο αυτοκίνητο σε σταματάνε πέντε φορές. Κάποιους τους γνωρίζεις, άλλους όχι. Καλοπροαίρετα, θέλουν να σε συλλυπηθούν. Εσύ όμως δεν αντέχεις, σπαρταράει η καρδούλα σου να φτάσεις στον άνθρωπό σου.
Εκείνες τις στιγμές δεν θέλεις να τις μοιραστείς με κανέναν, σίγουρα όχι με αγνώστους. Είναι δικές σου, είναι προσωπικές κι όμως πρέπει να το παίξεις δυνατός γιατί όλοι ξέρουν.
Είναι στιγμές που θα θυμάσαι σε όλη σου τη ζωή, και μέσα τους βρίσκονται άγνωστα πρόσωπα, ανάμεσα σε εσένα και τον αποχαιρετισμό του ανθρώπου σου.
Το κινητό χτυπάει ασταμάτητα. Ανοίγεις το ραδιόφωνο και έχει αφιέρωμα στον θανόντα, στον άνθρωπό σου.
Δεν έχεις προλάβει να επεξεργαστείς τι ήταν και τι σημαίνει ο άνθρωπός σου, κι εκείνοι απαγγέλλουν με σιγουριά. Ήταν αυτό, ήταν εκείνο.
Ένας λέει: "Γιατί μιλάμε για έναν άνθρωπο 103 ετών, ενώ χάνονται μικρά παιδιά;" Σκέφτεσαι, ναι, σταματήστε τότε. Γελάς λίγο. Κλείνεις το ραδιόφωνο.
Αυτή ήταν η δική μου εμπειρία εχθές.
Όλη την υπόλοιπη ημέρα άκουγα ποια ήταν η Μαργαρίτα. Ναι, ήταν ακτιβίστρια και μαχήτρια για τα δικαιώματα των γυναικών. Ναι, αν δεν ήταν εκείνη, η γυναίκα θα παρέμενε πολίτης δεύτερης κατηγορίας για πολλά χρόνια ακόμα.
Ήταν μεγάλη. Ήταν ψηλή. Είχε πάθος και δεν την χώραγε οποιοδήποτε δωμάτιο στο οποίο βρισκόταν.
Θα αφήσω τους πολιτικούς να σας πουν για τον συμβολισμό και την πολιτική της διάσταση. Ό,τι κ αν σας πουν, ήταν πολλά περισσότερο. Ήταν μητέρα. Ήταν άνθρωπος, σαν κι εμένα, σαν κι εσάς. Ήταν η γιαγιά μου.
Η γιαγιά μου η Μαργαρίτα ήταν η διοργανώτρια και ο συνδετικός κρίκος της οικογένειας. Το σημείο αναφοράς όλων μας. Οργάνωνε τα οικογενειακά μας δείπνα λες και ήταν τοπική οργάνωση της ΕΓΕ. Καθόμασταν στο τραπέζι, έλεγε "έχω μια ανακοίνωση", σηκωνόταν και αυτοσαρκαζόταν.
Ο θείος ο Ανδρέας, το μεγαλύτερο πειραχτήρι που έχετε γνωρίσει, την πείραζε με έναν τρόπο τόσο δικό τους, τόσο αληθινό και πεθαίναμε όλοι στα γέλια.
Μιλούσαμε για την επικαιρότητα και τα πολιτικά, και είχε τέτοια κρίση. Ξέρετε, πολύς κόσμος νομίζει ότι επειδή έχει πολιτική γνώμη έχει και πολιτική κρίση. Από τη γιαγιά έμαθα ότι τα δύο διαφέρουν.
Και την ίδια κρίση την είχε για εμάς. Δεν χρειαζόταν να της πεις τίποτα. Σε κοίταζε και ήξερε ποιος ήταν ερωτευμένος, ποιος αγχωμένος, ποιος ήθελε τι…
Βλέπετε, ήμασταν μια οικογένεια σε ένα τραπέζι, όπως κάθε άλλη. Κοροϊδευόμασταν, λέγαμε τα προσωπικά μας, τις σχέσεις μας, τα άγχη μας, και τσακωνόμασταν. Ήταν ό,τι πιο όμορφο, ήταν δικό μας.
Σήμερα αναρωτιέμαι ποιος θα μας οργανώνει τα οικογενειακά τραπέζια. Σε κάθε άλλο σπίτι, όταν αδειάζει αυτή η καρέκλα, το μαθαίνουν οι συγγενείς και η γειτονιά. Στο δικό μας, το έμαθε όλη η Ελλάδα, μέσα σε λίγα λεπτά, με μια ειδοποίηση στο κινητό.
Αυτό σημαίνει να μοιράζεσαι τη γιαγιά σου με μια ολόκληρη χώρα. Δεν παραπονιέμαι. Τη μοιραζόμασταν μαζί σας από πάντα.
Και το ότι είστε σήμερα τόσοι εδώ μας δείχνει πόσους άγγιξε. Ένα κομμάτι της όμως δεν χώρεσε ποτέ σε ειδοποίηση ούτε σε αφιέρωμα ούτε στα λεγόμενα των πολιτικών.
Αυτό το κομμάτι το κρατάω για μένα. Και πάει κάπως έτσι…
Τη γιαγιά μου την έλεγαν Μαργαρίτα. Είχε το όνομα ενός λουλουδιού. Ενός λουλουδιού που, στα δικά μου μάτια, δεν έχασε ποτέ τα πέταλά του.
Μόνο σήμερα… φεύγοντας… μοιάζει να μας χαρίζει μερικά…
Μικρές θύμησες…
Μεγάλες στιγμές…
Γλυκές αναμνήσεις…
Χαμόγελα…
Κουβέντες που μένουν…
Και εκείνο το βλέμμα της…
Εκείνο το βλέμμα που με κοίταζε πάντα λέγοντας περισσότερα απ’ όσα μπορούσαν οι λέξεις…
Τη γιαγιά μου την έλεγαν Μαργαρίτα. Και μοιραζόμασταν μυστικά.
Κάποτε, μικρός, τη ρώτησα: "Εσύ δεν έχεις δεύτερο όνομα; Όλοι έχουν". Και μου απάντησε: "Το όνομά μου είναι Μαργαρίτα. Και το δικό σου είναι Κωστής. Και είναι αρκετό".
Τότε δεν κατάλαβα πόσα μου είχε πει. Σήμερα καταλαβαίνω.
Πόση δύναμη χωράει σε ένα όνομα.
Πόση αξιοπρέπεια…
Πόση ελευθερία…
Πόση περηφάνια…
Γιαγιά μου, Μαργαρίτα!
Ανάμεσα σε όλα όσα μου έμαθες, ίσως αυτό να είναι το πιο πολύτιμο: να μπορώ να στέκομαι απέναντί σου σήμερα και να λέω απλά: "Είμαι ο Κωστής". Και να είναι αρκετό.
Farewell my dear Margarita…».