Σε μια ιστορική μεταβολή της εθνικής αμυντικής στρατηγικής προχωρά η Ελλάδα, μετατρέποντας τον εθνικό εναέριο χώρο σε απροσπέλαστο «οχυρό».
Η υπογραφή της συμφωνίας Ελλάδας-Ισραήλ για τη δημιουργία της «Ασπίδας του Αχιλλέα» φέρνει στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο ένα υπερσύγχρονο, πολυεπίπεδο πλέγμα αντιαεροπορικής, αντιβαλλιστικής και αντι-drones προστασίας, συνολικού κόστους 3,6 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Με τη συμφωνία αυτή, η Αθήνα εγκαταλείπει το δόγμα που βασιζόταν αποκλειστικά στην ισχύ της Πολεμικής Αεροπορίας και μεταβαίνει στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος άρνησης πρόσβασης και περιοχής (Anti-Access / Area Denial).
Η αρχιτεκτονική του συστήματος - Τα τρία ισραηλινά «βέλη» της ελληνικής άμυνας
Όπως εξηγεί στο iefimerida.gr o αντιστράτηγος ε.α. και πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ), Ιωάννης Μπαλτζώης, στην καρδιά αυτής της νέας δομής βρίσκεται ένα ενιαίο δίκτυο προηγμένων αισθητήρων, ραντάρ πολλαπλής αποστολής και κέντρων διοίκησης.
Το σύστημα θα μπορεί να ανιχνεύει, να αξιολογεί σε πραγματικό χρόνο την απειλή και να επιλέγει αυτόματα το καταλληλότερο μέσο για την εξουδετέρωσή της.
Η «Ασπίδα» θα αναπτυχθεί σε τρεις κύριες ζώνες, ανάλογα με το βεληνεκές, χρησιμοποιώντας δοκιμασμένη σε πολεμικές συνθήκες ισραηλινή τεχνολογία:
- Μικρές αποστάσεις (έως 40 χλμ.): Το πυραυλικό σύστημα SPYDER της Rafael αναλαμβάνει την αντιμετώπιση εχθρικών αεροσκαφών, ελικοπτέρων και UAV.
- Μεσαίες αποστάσεις (έως 150 χλμ.): Το σύστημα BARAK MX της IAI θα δημιουργήσει ζώνες προστασίας γύρω από κρίσιμες εθνικές υποδομές και στρατιωτικές βάσεις.
- Μεγάλες αποστάσεις (έως 300 χλμ.): Το διάσημο DAVID’s SLING (Σφενδόνη του Δαβίδ) της Rafael θα αποτελέσει την αιχμή του δόρατος για την αναχαίτιση των πλέον απαιτητικών στόχων, όπως βαλλιστικών πυραύλων, ακόμη και σε εξωατμοσφαιρικό επίπεδο.
Παράλληλα, το σύστημα ενσωματώνει ειδικές τεχνολογίες εξουδετέρωσης μη επανδρωμένων αεροσκαφών, όπως το Drone Dome, ενώ θα διασυνδεθεί πλήρως με τις υπάρχουσες ελληνικές δυνατότητες (Patriot, S-300, F-16 Viper, Rafale, F-35 και τις φρεγάτες FDI Belharra).
Γιατί προκαλείται νευρικότητα στην Άγκυρα
Η υλοποίηση της «Ασπίδας του Αχιλλέα» έχει προκαλέσει έντονη νευρικότητα στην Τουρκία, καθώς ανατρέπει τα επιχειρησιακά πλεονεκτήματα στα οποία είχε επενδύσει τα τελευταία χρόνια η Άγκυρα, όπως τα drones (UAV/UCAV) και οι εγχώριοι πύραυλοι μακρινού πλήγματος.
Όπως επισημαίνει ο κ. Μπαλτζώης, η Ελλάδα αποκτά πλέον μια ισχυρή «στρατηγική ανθεκτικότητα»: «Η ελληνική πλευρά θέλει και θα μπορεί να απορροφήσει την τουρκική επιθετικότητα, χωρίς να καταρρεύσει η επιχειρησιακή της ικανότητα. Αυτό σημαίνει ότι αυξάνει σημαντικά την αποτροπή μέσω άρνησης (deterrence by denial). Του λες: "Ακόμη κι αν επιτεθείς, να μην είσαι βέβαιος ότι θα πετύχεις τους στόχους σου", κάτι εξαιρετικά σημαντικό στη στρατηγική σκέψη».
Το σπάσιμο της διμερούς απομόνωσης
Το μεγαλύτερο γεωπολιτικό πρόβλημα για την Άγκυρα, ωστόσο, εντοπίζεται στο γεγονός ότι η Ελλάδα δεν είναι πλέον μόνη της. Η στενή στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, που περιλαμβάνει μεταφορά τεχνολογίας και τεχνογνωσίας προς την ελληνική αμυντική βιομηχανία, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα περιφερειακών συμμαχιών (Ελλάδα-Ισραήλ-Κύπρος-Αίγυπτος-Γαλλία-ΗΠΑ). Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΕΛΙΣΜΕ, αυτό μειώνει δραματικά τη δυνατότητα της Τουρκίας να ασκεί πίεση μέσω της απλής στρατιωτικής υπεροχής.
«Η Τουρκία δεν φοβάται ότι η Ελλάδα θα της επιτεθεί με την "Ασπίδα του Αχιλλέα", η οποία είναι καθαρά αμυντικό όπλο. Αυτό που την ενοχλεί περισσότερο είναι ότι η Ελλάδα γίνεται δυσκολότερος στόχος για την υλοποίηση των αναθεωρητικών της βλέψεων. Η Άγκυρα βλέπει να μειώνεται σταδιακά η δυνατότητα να ασκήσει πίεση στην Ελλάδα μέσω της απλής στρατιωτικής υπεροχής ή της απειλής χρήσης της. Αυτό είναι ο πυρήνας της τουρκικής ενόχλησης: Η αλλαγή της εξίσωσης αποτροπής στην Ανατολική Μεσόγειο», καταλήγει ο Ιωάννης Μπαλτζώης.
Η δικτυοκεντρική άμυνα και ο κυβερνοπόλεμος
Για τον αντιπτέραρχο (Ι) ε.α. Κωνσταντίνο Ιατρίδη, Επίτιμο Διοικητή ΔΑΥ, Επίτιμο Πρόεδρο Ένωσης Αποστράτων Αξιωματικών Αεροπορίας και αμυντικό αναλυτή, η μεγάλη αξία της «Ασπίδας» βρίσκεται στην ενοποίηση.
«Τα σύγχρονα ελληνικά μαχητικά, οι φρεγάτες, τα επίγεια συστήματα αεράμυνας και τα ραντάρ αποκτούν πολλαπλάσια επιχειρησιακή αξία όταν μπορούν να μοιράζονται δεδομένα και να λειτουργούν μέσα σε μια κοινή εικόνα μάχης. Αυτή είναι η ουσιαστική μετάβαση στη δικτυοκεντρική άμυνα», σημειώνει στο iefimerida.gr.
Όπως λέει, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν είναι απλώς ένα ακόμη εξοπλιστικό πρόγραμμα. Αν υλοποιηθεί με τον τρόπο που έχει σχεδιαστεί, θα σηματοδοτήσει μια ουσιαστική αλλαγή φιλοσοφίας στην ελληνική άμυνα. Τη μετάβαση από την κατοχή ισχυρών, αλλά σε μεγάλο βαθμό μεμονωμένων οπλικών συστημάτων, στη δημιουργία ενός ενιαίου και πολυεπίπεδου δικτύου άμυνας.
Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η ελληνική γεωγραφία, με εκατοντάδες νησιά, μεγάλο μήκος συνόρων και πολλαπλές πιθανές κατευθύνσεις απειλής, δημιουργεί ένα εξαιρετικά απαιτητικό επιχειρησιακό περιβάλλον.
Παράλληλα, η φύση της απειλής έχει αλλάξει. Η Τουρκία επενδύει συστηματικά σε μη επανδρωμένα αεροσκάφη, πυραυλικά συστήματα, αισθητήρες, ηλεκτρονικό πόλεμο και εγχώρια αμυντική τεχνολογία. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει κάθε απειλή μεμονωμένα.
Το ζητούμενο είναι ένα σύστημα στο οποίο ο αισθητήρας εντοπίζει, το δίκτυο μεταδίδει, το κέντρο διοίκησης αξιολογεί και το καταλληλότερο διαθέσιμο όπλο αντιδρά. Με άλλα λόγια: αισθητήρας - πληροφορία - διοίκηση και έλεγχος - απόφαση - όπλο.
«Όσο μικρότερος είναι ο χρόνος αυτής της αλυσίδας τόσο μεγαλύτερη είναι η επιχειρησιακή αξία ολόκληρης της αρχιτεκτονικής. Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο απέναντι στα drones. Η μαζική χρήση σχετικά φθηνών μη επανδρωμένων συστημάτων δημιουργεί το πρόβλημα του κορεσμού. Μια αεράμυνα δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε ακριβά βλήματα για την αντιμετώπιση πολυάριθμων στόχων. Η απάντηση επομένως δεν είναι μόνο περισσότεροι πύραυλοι. Είναι περισσότερα επίπεδα άμυνας και περισσότερες επιλογές. Διαφορετικοί αισθητήρες, συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, αντιαεροπορικά όπλα διαφορετικού βεληνεκούς και μέσα αντιμετώπισης μη επανδρωμένων συστημάτων. Στόχος είναι η κάθε απειλή να αντιμετωπίζεται με το κατάλληλο και οικονομικά βιώσιμο μέσο»», εξηγεί ο κ. Ιατρίδης.
Πίσω από τα όπλα, όμως, κρύβεται ένας εξίσου κρίσιμος, αλλά λιγότερο ορατός παράγοντας. «Υπάρχει και ένας λιγότερο ορατός παράγοντας. Η ανθεκτικότητα του ίδιου του δικτύου. Επικοινωνίες, κυβερνοάμυνα, ηλεκτρονικός πόλεμος και προστασία από παρεμβολές είναι εξίσου σημαντικά με τα ίδια τα όπλα. Ένα δίκτυο που μπορεί να τυφλωθεί ή να απομονωθεί σε μια κρίσιμη στιγμή χάνει μεγάλο μέρος της αξίας του», επισημαίνει.
Ο ρόλος της εγχώριας βιομηχανίας
Την ίδια στιγμή, καθοριστικό ρόλο στην υλοποίηση του προγράμματος καλείται να διαδραματίσει η ελληνική αμυντική βιομηχανία. Εάν η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν περιοριστεί στην αγορά έτοιμων συστημάτων, αλλά οδηγήσει στην ανάπτυξη εγχώριων δυνατοτήτων σε λογισμικό, αισθητήρες, drones, ηλεκτρονικό πόλεμο, κυβερνοάμυνα και τεχνητή νοημοσύνη, τότε θα αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό εξοπλιστικό πρόγραμμα - μια κατεύθυνση στην οποία ήδη εργάζεται συστηματικά το υπουργείο Εθνικής Άμυνας.
Σύμφωνα με τον αντιπτέραρχο (Ι) ε.α., η τελική επιτυχία αυτής της στρατηγικής στροφής δεν θα κριθεί από ποσοτικούς όρους:
«Η επιτυχία της δεν θα μετρηθεί τελικά από τον αριθμό των συστημάτων που θα αποκτηθούν. Θα μετρηθεί από το εάν, στην κρίσιμη στιγμή, η Ελλάδα θα μπορεί να δει πρώτη, να αντιληφθεί γρηγορότερα, να αποφασίσει ταχύτερα και να αντιδράσει αποτελεσματικά. Εκεί βρίσκεται η ουσία της νέας αποτροπής. Η Ελλάδα, λοιπόν, αλλάζει τρόπο αντίληψης της άμυνας. Δεν επενδύει πλέον μόνο σε περισσότερα και ισχυρότερα όπλα, αλλά στη μεταξύ τους διασύνδεση, στην ταχύτητα της πληροφορίας και στην ικανότητα να λειτουργούν όλα ως ένα ενιαίο σύστημα μάχης. Από τις πλατφόρμες περνάμε στο δίκτυο. Από τα μεμονωμένα όπλα στην ολοκληρωμένη άμυνα. Και αυτή μπορεί να είναι η σημαντικότερη αλλαγή για την ελληνική αποτροπή των επόμενων δεκαετιών».
Γεωστρατηγικές προεκτάσεις, «Ατζέντα 2030» και ο άξονας με την Κύπρο
Από την πλευρά του, ο διεθνολόγος-γεωστρατηγικός αναλυτής και ειδικός σε θέματα παγκόσμιας ασφάλειας, Δρ Αθανάσιος Ε. Δρούγος, δηλώνει στο iefimerida.gr ότι η αμυντική συμφωνία για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» υπογράφεται σε μια χρονική στιγμή που η γεωπολιτική κατάσταση είναι ρευστότατη.
Οι υβριδικές απειλές και οι κινήσεις της Ρωσίας σε βάρος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ πληθαίνουν, την ώρα που η Τουρκία προωθεί επεκτατικά σχέδια από τον Καύκασο μέχρι τη Λιβύη και το Κέρας της Αφρικής. Παράλληλα, η πρόσφατη στρατηγική τριμερής αμυντική συμφωνία της Τουρκίας με το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία δημιουργεί νέα δεδομένα, τα οποία θα περιπλακούν ακόμα περισσότερο στην Ανατολική Μεσόγειο αν σε αυτήν ενταχθεί και η Αίγυπτος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα δαπανά επί του παρόντος σχεδόν το 3,5% του ΑΕΠ της για την άμυνα - από τα υψηλότερα ποσοστά στο ΝΑΤΟ, πίσω μόνο από την Πολωνία και τα Βαλτικά κράτη.
«Ο Νίκος Δένδιας παρουσίασε την "Ασπίδα του Αχιλλέα" ως κεντρικό στοιχείο της στρατιωτικής αναμόρφωσης "Ατζέντα 2030" της χώρας, υποστηρίζοντας ότι τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, οι βαλλιστικοί πύραυλοι, ο κυβερνοπόλεμος και άλλες αναδυόμενες τεχνολογίες έχουν μεταμορφώσει τις απαιτήσεις της εθνικής άμυνας. Αυτό φαίνεται από τις σύγχρονες συγκρούσεις, που έχουν ήδη αλλάξει τις παραμέτρους της στρατιωτικής άμυνας και αποτροπής, εμφανέστατες στο ουκρανορωσικό μέτωπο και την πολεμική αντιπαράθεση στα Στενά του Ορμούζ», σημειώνει ο
Δρ Αθανάσιος Ε. Δρούγος.
Τα τεχνικά χαρακτηριστικά των ισραηλινών συστημάτων
Σύμφωνα με τον ίδιο, η αρχιτεκτονική του συστήματος βασίζεται σε τρία διακριτά επίπεδα, υποστηριζόμενα από προηγμένα ραντάρ ενεργής ηλεκτρονικής σάρωσης (AESA) της εταιρείας ELTA, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν ταυτόχρονα εκατοντάδες στόχους, ακόμη και αντικείμενα με πολύ μικρό ηλεκτρομαγνητικό ίχνος.
Το David’s Sling της Rafael θα παρέχει την προστασία μεγάλου βεληνεκούς και ύψους, όντας σχεδιασμένο για την αναχαίτιση βαλλιστικών πυραύλων, πυραύλων κρουζ και άλλων βαρέων απειλών. Η Ελλάδα γίνεται μόλις ο δεύτερος ξένος πελάτης του μετά τη Φινλανδία, η οποία αντιμετωπίζει ρωσικούς πυραύλους από την Αγία Πετρούπολη, το Αρχαγκέλσκ και τον Αρκτικό Βορρά. Το σύστημα έχει χρησιμοποιηθεί πρόσφατα επιχειρησιακά από το Ισραήλ εναντίον ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων.
Το BARAK MX της IAI θα αντιμετωπίζει μαχητικά αεροσκάφη, ελικόπτερα, drones και πυραύλους κρουζ, παρέχοντας προστασία ευρύτερης περιοχής σε κρίσιμες υποδομές, όπως αεροπορικές βάσεις, λιμάνια και στρατηγικές εγκαταστάσεις.
Το κινητό σύστημα SPYDER αναλαμβάνει την άμυνα περιοχής έναντι χαμηλά ιπτάμενων στόχων, drones και περιφερόμενων πυρομαχικών μικρού και μεσαίου βεληνεκούς.
Παράλληλα, μέσω συμπληρωματικής συμφωνίας, ύψους 26 εκατ. ευρώ, η Ελλάδα αποκτά συστήματα Drone Dome της Rafael. Αυτά συνδυάζουν ραντάρ, ηλεκτροοπτικούς αισθητήρες και μέσα ηλεκτρονικού πολέμου για τον εντοπισμό και την εξουδετέρωση εχθρικών drones γύρω από στρατιωτικές εγκαταστάσεις, καθώς η χώρα καλείται να δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στην προστασία κρίσιμων υποδομών.
Το μάθημα των ιρανικών επιθέσεων
Η επιχειρησιακή αξία αυτών των συστημάτων αποδείχθηκε πρόσφατα στο πεδίο των επιχειρήσεων της Μέσης Ανατολής.
Όπως υπογραμμίζει ο Έλληνας ειδικός: «Η αρχή ότι "καμία αεράμυνα δεν είναι 100% ανυπέρβλητη" παραλίγο να τεθεί υπό αμφισβήτηση, καθώς κατά τη διάρκεια των πρόσφατων ιρανικών επιθέσεων οι επιτυχείς αναχαιτίσεις απειλών ήταν συντριπτικά περισσότερες από τις αποτυχίες. Αυτήν ακριβώς την ικανότητα επιδιώκει να αποκτήσει και η Ελλάδα, ενώ η Κύπρος έχει ήδη εξοπλιστεί με το προηγμένο ισραηλινό αντιαεροπορικό και αντιπυραυλικό σύστημα BARAK MX».
Η διασύνδεση με την Κύπρο
Η εξέλιξη αυτή ανοίγει σημαντικές προεκτάσεις για τον άξονα Αθήνας-Λευκωσίας. Καθώς οι δύο χώρες αντιμετωπίζουν πολυδιάστατους και κοινούς κινδύνους στην Ανατολική Μεσόγειο λόγω των εξελίξεων σε Συρία, Υεμένη, Λιβύη, Αφρικανικό Κέρας και στον Κόλπο, η ανάγκη για διαλειτουργικότητα των συστημάτων είναι επιτακτική.
Αν και η «Ασπίδα» δεν θα καλύπτει γεωγραφικά την Κύπρο, σε τεχνικό επίπεδο υπάρχει η δυνατότητα διασύνδεσης. Μέσα από την ανταλλαγή δεδομένων από αισθητήρες και συστήματα επιτήρησης, Αθήνα και Λευκωσία θα μπορούν να δημιουργήσουν μια μεγάλη κοινή επιχειρησιακή εικόνα για την αεροπορική δραστηριότητα σε μεγάλο βάθος, ακόμη και πέραν της περιοχής άμεσης ευθύνης τους.
«Αυτή η νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας, σε συνδυασμό με τη στρατιωτική εμβάθυνση των σχέσεων μέσω της παρουσίας ελληνικής φρεγάτας και τεσσάρων μαχητικών αεροσκαφών F-16 στην Πάφο, δημιουργεί νέα δεδομένα επιχειρησιακής επιτήρησης και ελέγχου στην Ανατολική Μεσόγειο», καταλήγει ο Θανάσης Δρούγος.