Η πρόσφατη παρέμβαση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με την οποία καλεί την Ελλάδα να εγκαταλείψει τον «λάθος δρόμο» και προειδοποιεί πως η Τουρκία «θα κάνει ό,τι είναι απαραίτητο» για τα ελληνικά νησιά, αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο τρέχον γεωπολιτικό σκηνικό.
Δεν πρόκειται απλώς για ακόμη μία επιθετική δήλωση από την πλευρά της Άγκυρας. Έρχεται μόλις δύο ημέρες μετά την υπογραφή της στρατηγικής συμφωνίας Ελλάδας - Ισραήλ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα-μαμούθ, ύψους περίπου 3 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Όπως επισημαίνει στο iefimerida.gr ο δρ Δημήτρης Σταθακόπουλος, η Άγκυρα αντιλαμβάνεται έγκαιρα κάτι που ίσως δεν έχει γίνει ακόμη απολύτως κατανοητό στην ελληνική κοινή γνώμη. Η «Ασπίδα» δεν αποτελεί ένα ακόμη συμβατικό εξοπλιστικό πρόγραμμα προμήθειας υλικού. Αντιθέτως, συνιστά μια βαθιά αλλαγή φιλοσοφίας στην ελληνική στρατηγική άμυνα.
Η νέα πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική αεράμυνας
Η Ελλάδα δεν ξεκινά από το μηδέν, καθώς διαθέτει ήδη σημαντικές επιχειρησιακές δυνατότητες αεράμυνας. Το ποιοτικά καινούργιο στοιχείο έγκειται στην προσπάθεια να ενταχθούν αυτές οι υφιστάμενες δυνατότητες, μαζί με νέα υπερσύγχρονα συστήματα -όπως τα David’s Sling, SPYDER και BARAK MX-, προηγμένα ραντάρ και ένα ενιαίο σύστημα διοίκησης και ελέγχου, σε μια ολοκληρωμένη, πολυεπίπεδη και δικτυοκεντρική αρχιτεκτονική.
«Η διαφορά αυτή είναι καθαρά στρατηγική. Δεν αφορά απλώς την ικανότητα να καταρρίψεις ένα εχθρικό αεροσκάφος ή έναν πύραυλο. Αφορά την ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων να γνωρίζουν, να αξιολογούν, να αποφασίζουν και να αντιδρούν ταχύτερα, συνδυάζοντας διαφορετικά μέσα σε ένα ενιαίο, ψηφιοποιημένο επιχειρησιακό περιβάλλον. Με άλλα λόγια, στόχος δεν είναι απλώς η ανταπόδοση ενός πλήγματος (retaliation), αλλά η άρνηση στον επιτιθέμενο της δυνατότητας να επιτύχει το αποτέλεσμα που επιδιώκει (anti-access / area denial). Αυτό ακριβώς το στοιχείο μεταβάλλει ριζικά τους στρατηγικούς υπολογισμούς στην περιοχή», τονίζει ο δρ Παντείου Πανεπιστημίου και οθωμανολόγος - τουρκολόγος / νομικός.
Η απάντηση στην τουρκική αντίληψη ισχύος
Σύμφωνα με τον κ. Σταθακόπουλο, η Τουρκία έχει οικοδομήσει επί δεκαετίες μια αντίληψη ισχύος που στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην πάγια απειλή χρήσης στρατιωτικής βίας και στην αμφισβήτηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν απαντά στην Τουρκία με μια επιθετική ή αναθεωρητική λογική. Απαντά στη λογική της απειλής με τη λογική της καθαρής αποτροπής.
Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το κρίσιμο νομικό και πολιτικό ζήτημα της αντιπαράθεσης:
- Το Διεθνές Δίκαιο: Η Ελλάδα δεν χρειάζεται σε καμία περίπτωση την τουρκική συναίνεση για να οργανώσει την άμυνά της.
- Το Άρθρο 51 του ΟΗΕ: Το νόμιμο δικαίωμα της αυτοάμυνας αποτελεί θεμελιώδη αρχή του Διεθνούς Δικαίου και κατοχυρώνεται ρητά στο Άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
«Αυτό, προφανώς, δεν σημαίνει ότι οι διεθνείς Συνθήκες παύουν να έχουν τη σημασία τους. Σημαίνει, όμως, ότι η μονομερής και αυθαίρετη ερμηνεία τους από την Άγκυρα δεν μπορεί να μετατρέπεται αυτομάτως σε δικαίωμα ελέγχου ή βέτο επί της ελληνικής αμυντικής πολιτικής. Το κρίσιμο ζήτημα στην παρούσα φάση δεν είναι αν η Ελλάδα δικαιούται να αμύνεται -αυτό νομικά είναι δεδομένο και αδιαπραγμάτευτο-, αλλά το ποιος αποφασίζει τελικά για το επίπεδο της αμυντικής της ετοιμότητας: η ελληνική Πολιτεία ή η Άγκυρα», εξηγεί.
Η αποτροπή ως απαράβατη προϋπόθεση ειρήνης
Η απάντηση στο παραπάνω δίλημμα είναι αυτονόητη. Η Αθήνα οφείλει, ασφαλώς, να συνεχίσει τον διάλογο με τη γειτονική χώρα. Διάλογος, όμως, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει αποδοχή τετελεσμένων, ούτε μονομερή αυτοπεριορισμό υπό το κράτος απειλών. Η σταθερή ειρήνη δεν διασφαλίζεται ποτέ με την αποδυνάμωση της αποτροπής, αλλά, αντίθετα, με την αποτελεσματική εξισορρόπηση της ισχύος και την αποτροπή οποιουδήποτε λανθασμένου υπολογισμού από την άλλη πλευρά.
Ο κ. Σταθακόπουλος υπογραμμίζει ότι «το βαθύτερο μήνυμα της "Ασπίδας του Αχιλλέα", επομένως, δεν είναι ότι η Ελλάδα προετοιμάζεται για πόλεμο. Είναι ότι θωρακίζεται και προετοιμάζεται συστηματικά ώστε ο πόλεμος να μην αποτελεί, πλέον, μια ελκυστική επιλογή για την Τουρκία. Η αποτροπή δεν συνιστά μια πολεμοχαρή πολιτική· είναι η κατ' εξοχήν πολιτική που κάνει την εκδήλωση ενός πολέμου λιγότερο πιθανή».
Και καταλήγει: «Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, που βρίσκεται διαρκώς απέναντι σε μια αναθεωρητική δύναμη η οποία εξακολουθεί να διατυπώνει απειλές και να αμφισβητεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, η αμυντική ισχύς δεν αποτελεί πολυτέλεια. Είναι η ίδια η προϋπόθεση της ειρήνης. Και η Ελλάδα πρέπει, επιτέλους, να το πιστέψει και να το στηρίξει η ίδια. Με την κίνηση αυτή, η Αθήνα πραγματοποίησε ένα ουσιαστικό στρατηγικό άλμα και όχι απλώς μια ακόμη ευκαιριακή συμμαχία με το Ισραήλ».