Υπάρχουν άνθρωποι που δεν υψώνουν ποτέ τη φωνή, δεν συγκρούονται ανοιχτά και συνήθως εμφανίζονται ως ευγενικοί, ήρεμοι και συνεργάσιμοι.
Κι όμως, σύμφωνα με ειδικούς της ψυχολογίας, πίσω από αυτή τη συμπεριφορά μπορεί να κρύβεται ένα ιδιαίτερα τοξικό μοτίβο: η υποβόσκουσα έκφραση απόρριψης και περιφρόνησης.
Δεν πρόκειται απαραίτητα για ανθρώπους που σχεδιάζουν συνειδητά πώς θα χειραγωγήσουν τους άλλους ή πώς θα τους κάνουν να αισθανθούν, το λιγότερο, άβολα.
Συχνά, εξηγούν οι ειδικοί, πρόκειται για άτομα που προτιμούν να αποφεύγουν την ανοικτή αντιπαράθεση και εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους έμμεσα. Έτσι, ο θυμός δεν εκφράζεται με ένα ξεκάθαρο «διαφωνώ μαζί σου», αλλά μέσα από ειρωνείες, σαρκασμό, υπαινιγμούς, βλέμματα, κουτσομπολιά, δήθεν αθώα σχόλια ή περιπαικτικές «φιλοφρονήσεις», που τελικά αφήνουν τον άλλον να αισθάνεται άσχημα με τον εαυτό του και να χάνει την αυτοεκτίμησή του.
Η διαφορά ανάμεσα στον θυμό και την περιφρόνηση
Οι ψυχολόγοι διαχωρίζουν τον θυμό από την περιφρόνηση. Ο θυμός αφορά συνήθως μια συμπεριφορά: «έκανες κάτι που με ενόχλησε». Η περιφρόνηση, αντίθετα, μεταφέρει ένα βαθύτερο και πιο μακροχρόνιο μήνυμα: «θεωρώ ότι είσαι κατώτερος».
Μπορεί να εμφανιστεί μέσα από ένα ειρωνικό χαμόγελο, ένα απαξιωτικό σχόλιο, ένα «αστείο» εις βάρος κάποιου ή μια δήθεν έκφραση ανησυχίας, όπως «απλώς φοβάμαι ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί».
Ο γνωστός ερευνητής σχέσεων, John Gottman, έχει συνδέσει την περιφρόνηση με σοβαρά προβλήματα στις προσωπικές σχέσεις, θεωρώντας την έναν από τους ισχυρότερους δείκτες ότι μια σχέση βρίσκεται σε κίνδυνο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι φιλοφρονήσεις που περιλαμβάνουν μια κρυφή προσβολή. Φράσεις όπως «τα πήγες πολύ καλά, ειδικά για κάποιον με τόσο λίγη εμπειρία» ή «σου πάει αυτό το ρούχο, δεν το περίμενα» μπορούν να παρουσιαστούν ως θετικά σχόλια, αλλά αφήνουν πίσω τους μια ξεκάθαρη αίσθηση υποτίμησης.
Έρευνες δείχνουν μάλιστα ότι όσοι χρησιμοποιούν τέτοιες φιλοφρονήσεις πιστεύουν συχνά ότι θα φανούν ταυτόχρονα συμπαθείς και ανώτεροι. Στην πράξη, όμως, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ακριβώς το αντίθετο και ο συνομιλητής τους να αντιλαμβάνεται την ύπαρξη κόμπλεξ κατωτερότητας.
Τρία σημάδια ότι δεν πρόκειται απλώς για μια κακή στιγμή
Οι ειδικοί προτείνουν να παρατηρεί κανείς κυρίως το μοτίβο συμπεριφοράς. Ένα πρώτο σημάδι είναι εάν τα ειρωνικά σχόλια γίνονται παρουσία τρίτων. Η πραγματική ενόχληση και η αντιπαράθεση, κατά βάση, επιδιώκει λύση, ενώ η περιφρόνηση πολλές φορές χρειάζεται κοινό για να χτίσει αντίληψη προσώπων.
Δεύτερο στοιχείο είναι η αντίδραση όταν κάποιος επισημάνει το σχόλιο. Ένας άνθρωπος που απλώς είχε μια κακή στιγμή μπορεί να ζητήσει συγγνώμη. Αντίθετα, εκείνος που λειτουργεί συστηματικά με αυτόν τον τρόπο μπορεί να απαντήσει ότι ο άλλος «είναι υπερβολικά ευαίσθητος».
Τρίτο σημάδι είναι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη συμπεριφορά που έχει κάποιος δημόσια και στον τρόπο που φέρεται όταν δεν υπάρχουν άλλοι παρόντες.
Σύμφωνα με ψυχολόγους, η έμμεση επιθετικότητα συχνά συνδέεται με φόβο απέναντι στη σύγκρουση. Κάποιοι άνθρωποι έχουν μάθει ότι το να εκφράζουν ανοιχτά τον θυμό ή τη δυσαρέσκειά τους μπορεί να έχει συνέπειες.
Παράλληλα, με αυτόν τον τρόπο μπορούν να διατηρούν την εικόνα του «καλού» και «ήρεμου» ανθρώπου, αφήνοντας τον άλλον να αναρωτιέται εάν πράγματι συνέβη κάτι ή εάν απλώς το φαντάστηκε.
Η πιο αποτελεσματική αντίδραση, σύμφωνα με τους ειδικούς, είναι συνήθως η άμεση αλλά ψύχραιμη ερώτηση: «Τι ακριβώς εννοούσες;». Μια τέτοια αντίδραση μεταφέρει τη συζήτηση από τον υπαινιγμό στο ξεκάθαρο πεδίο, εκεί δηλαδή όπου η έμμεση επιθετικότητα δυσκολεύεται περισσότερο να λειτουργήσει.
Όταν το μοτίβο συνεχίζεται παρά τις συζητήσεις, η καλύτερη λύση μπορεί να μην είναι να κερδίσει κανείς στη διαφωνία, αλλά απλώς να περιορίσει την επαφή του με τον συγκεκριμένο άνθρωπο.