Οι ψυχολόγοι είναι πεπεισμένοι: Το να κρατάμε τις παλιές αποδείξεις δεν αποτελεί ένδειξη ψυχαναγκαστικής συσσώρευσης, αλλά αποκαλύπτει πολλά για τον χαρακτήρα μας.
Ψάχνοντας κανείς στην τσάντα του μπορεί να βρει τσαλακωμένες αποδείξεις ή κιτρινισμένα χαρτάκια από ταμεία. Οι περισσότεροι από εμάς κάποια στιγμή, όταν κάνουμε τακτοποίηση, αποφασίζουμε να τα πετάξουμε.
Υπάρχουν όμως και εκείνοι που δυσκολεύονται να τα αποχωριστούν. Σύμφωνα με τους ψυχολόγους, αυτό δεν έχει να κάνει με κάποιου είδους ιδιοτροπία ή σημάδι συσσώρευσης αντικειμένων.
Η μελέτη για τη σχέση ανάμεσα στα καθημερινά αντικείμενα και τη μνήμη
Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2025 στο περιοδικό «Behavioural and Cognitive Psychotherapy» και αναδημοσιεύθηκε από το «Psychologies», εξέτασε τη σχέση ανάμεσα στα αντικείμενα της καθημερινότητας και τη μνήμη.
Η έρευνα, με επικεφαλής τη Lauren Milgram και τους συνεργάτες της, ξεκινά από μια διαπίστωση: «Τα άτομα που πάσχουν από διαταραχή συσσώρευσης εκδηλώνουν αυξημένη προσκόλληση στα αντικείμενα, όμως γνωρίζουμε ελάχιστα για τις πιθανές αιτίες αυτής της προσκόλλησης και των συμπεριφορών διατήρησης αντικειμένων που συνδέονται με αυτήν».
Για να διερευνήσουν το ζήτημα, οι επιστήμονες εξέτασαν 443 συμμετέχοντες, οι οποίοι επιλέχθηκαν από τον γενικό πληθυσμό. Καθένας κλήθηκε να περιγράψει αναμνήσεις που συνδέονταν με τρεις διαφορετικές κατηγορίες: «το πολυτιμότερο αντικείμενό του, ένα συνηθισμένο αντικείμενο και πρόσφατες διακοπές», με την τελευταία κατηγορία να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς χωρίς τη σύνδεση με κάποιο αντικείμενο.
Το «φαινόμενο του Προυστ»
Οι ερευνητές βασίστηκαν σε αυτό που αποκαλείται «φαινόμενο του Προυστ». Όπως εξηγούν, «η αυξημένη προσκόλληση στα αντικείμενα, χαρακτηριστικό της διαταραχής συσσώρευσης, θα μπορούσε να εξηγείται εν μέρει από την εμπειρία ζωντανών αναμνήσεων που συνδέονται με τα αντικείμενα - όπως στην περίπτωση του Προυστ». Ένα μπισκότο μαντλέν, μια μυρωδιά ή ακόμη και ένα απλό κομμάτι χαρτί μπορεί έτσι να ανοίξει ξανά ένα ολόκληρο κεφάλαιο από το παρελθόν μας.
Τα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικά. «Τα συμπτώματα συσσώρευσης δεν συνδέονταν με τη ζωντάνια των αναμνήσεων που σχετίζονταν με πολύτιμα αντικείμενα» σημειώνουν οι συγγραφείς, «αλλά συνδέονταν με μεγαλύτερη ζωντάνια των αναμνήσεων που σχετίζονταν με συνηθισμένα αντικείμενα».
Τι διαπίστωσε η έρευνα
Σε αντίθεση, λοιπόν, με όσα πιστεύαμε μέχρι σήμερα, δεν είναι τα πολύτιμα αντικείμενα εκείνα που διαμορφώνουν περισσότερο τη μνήμη μας.
Η μελέτη αναδεικνύει κυρίως μια άμεση σχέση ανάμεσα στη ζωντάνια μιας ανάμνησης και την επιθυμία να κρατήσουμε το αντικείμενο που τη συνδέει.
Σύμφωνα με τους συγγραφείς, «η μεγαλύτερη ζωντάνια των αναμνήσεων που συνδέονται με αντικείμενα σχετιζόταν με εντονότερη επιθυμία διατήρησης τόσο των πολύτιμων όσο και των συνηθισμένων αντικειμένων· ωστόσο, η σχέση αυτή ήταν ισχυρότερη στην περίπτωση των συνηθισμένων αντικειμένων σε σύγκριση με τα πολύτιμα».
Αξιοσημείωτο είναι ότι ο μηχανισμός αυτός λειτουργεί ανεξάρτητα από την ύπαρξη κάποιας διαταραχής: «Η σχέση μεταξύ της ζωντάνιας των αναμνήσεων και της επιθυμίας διατήρησης των αντικειμένων δεν επηρεαζόταν από τα συμπτώματα συσσώρευσης».
Ο λόγος που κρατάμε παλιές αποδείξεις
Μια απόδειξη από ένα ταμείο μπορεί, για παράδειγμα, να μας θυμίσει ένα μέρος, μια γνωριμία ή ένα συναίσθημα, μετατρέποντάς την σε ένα πραγματικό στήριγμα της μνήμης.
Αυτό εξηγεί γιατί μπορεί να αισθανόμαστε προσκολλημένοι σε φαινομενικά ασήμαντα αντικείμενα της καθημερινότητας, ακόμη και σε αποδείξεις, όταν αυτές μας θυμίζουν μια ευχάριστη εμπειρία, μια σημαντική αγορά που συνδέεται με μια συγκεκριμένη περίοδο ή ένα προσωπικό σχέδιο, ή ακόμη μια οικογενειακή στιγμή που έχει μείνει στη μνήμη μας με θετικό τρόπο, όπως, για παράδειγμα, μια έξοδος σε ένα εστιατόριο.
Οι ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι «η εμπειρία των αναμνήσεων αυτών, ιδιαίτερα εκείνων που συνδέονται με συνηθισμένα αντικείμενα, θα μπορούσε να διαδραματίζει ρόλο στην προσκόλληση στα αντικείμενα».