Πολλοί ζουν με την εντύπωση ότι ο νους τους έχει «χαλάσει», ότι η προσοχή τους είναι μικρότερη σε σχέση με παλιά και ότι η καθημερινότητα τους σπρώχνει σε μια κατάσταση μόνιμης διάσπασης. Κάτι τέτοιο ίσως και να μην ισχύει.
Στην εποχή της διαρκούς ειδοποίησης, των ανοιχτών καρτελών και του μόνιμου «τρέχω και δεν προλαβαίνω», η αίσθηση ότι δεν μπορούμε να συγκεντρωθούμε έχει γίνει σχεδόν καθολική εμπειρία. Πολλοί ζουν με την εντύπωση ότι ο νους τους έχει «χαλάσει», ότι η προσοχή τους είναι μικρότερη σε σχέση με παλιά και ότι η καθημερινότητα τους σπρώχνει σε μια κατάσταση μόνιμης διάσπασης.
Όμως μια νέα προσέγγιση, όπως παρουσιάζεται μέσα από το βιβλίο «Εστίαση: Άνοιγμα-Κλείσιμο», των Ολλανδών ειδικών Μαρκ Τιχελάαρ και Όσκαρ ντε Μπος, υποστηρίζει ότι η ιστορία είναι πιο σύνθετη και, κυρίως, λιγότερο καταδικαστική.
Το βασικό επιχείρημα είναι ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν είναι «κακός» στην εστίαση - αντιθέτως, κάνει αδιάκοπα μια εξαιρετικά αποτελεσματική δουλειά ιεράρχησης. Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν μπορούμε να εστιάσουμε, αλλά πως συχνά προσπαθούμε να το κάνουμε με τρόπο που συγκρούεται με τον τρόπο λειτουργίας του νου, και καταλήγουμε να πολεμάμε μια φυσική διαδικασία, αντί να τη διαχειριζόμαστε.
Γιατί νιώθουμε τόσο εύκολα «γεμάτοι»
Από την αρχή το άρθρο του BBC δίνει μια κλίμακα που εξηγεί γιατί νιώθουμε τόσο εύκολα «γεμάτοι». Λέγεται ότι έχουμε περίπου 50.000 σκέψεις την ημέρα - μεγάλες, μικρές, επείγουσες, ασήμαντες, από τα υπαρξιακά μέχρι το «μήπως άφησα τον φούρνο αναμμένο;». Κι αυτές είναι μόνον οι σκέψεις που καταγράφονται συνειδητά. Κάτω από την επιφάνεια, ο εγκέφαλος σαρώνει αδιάκοπα ένα πυκνό πεδίο ερεθισμάτων: θόρυβοι, αντικείμενα στο γραφείο, η απλή παρουσία του τηλεφώνου δίπλα μας. Κάθε δευτερόλεπτο περνούν από το εγκεφαλικό μας σύστημα περίπου 11.000.000 «κομμάτια» πληροφορίας. Από αυτά, μόνο το 0,0004% φτάνει στη συνείδηση και τότε είναι που ο εγκέφαλος εργάζεται σκληρά και αθόρυβα για να ξεχωρίσει τι αξίζει να περάσει «μπροστά» και τι πρέπει να μείνει πίσω.
Ο εγκέφαλός μας συμπεριφέρεται όπως είναι σχεδιασμένος
Μέσα σε ένα σύγχρονο περιβάλλον, που είναι σχεδιασμένο να τραβάει την προσοχή -οι ήχοι, οι οθόνες, τα μηνύματα, οι μικρές «εκρήξεις» πληροφορίας-, είναι αναμενόμενο να νιώθουμε διάσπαση. Το βιβλίο, ωστόσο, επιμένει ότι μεγάλο μέρος αυτού που αποκαλούμε «περισπασμό» είναι απλώς ο εγκέφαλος που κάνει αυτό για το οποίο είναι φτιαγμένος: να δίνει προτεραιότητα στο πιο «σημαντικό» σήμα της στιγμής. Ο Ντε Μπος το περιγράφει σαν ένα παιχνίδι επίρριψης ευθυνών: συνηθίζουμε να κατηγορούμε τη συγκέντρωση, να θεωρούμε ότι «δεν έχουμε», ενώ στην πραγματικότητα η προσοχή μας λειτουργεί μια χαρά - απλώς, στρέφεται προς αλλού.
Αν ανοίξεις μια εφαρμογή με φωτογραφίες φίλων ή γατών, δεν είναι ότι δεν κατάφερες να εστιάσεις· εστίασες πλήρως στην παρόρμηση να το κάνεις. Η δυσκολία αρχίζει όταν κρίνουμε τον εγκέφαλό μας επειδή συμπεριφέρεται όπως είναι σχεδιασμένος: να «σκανάρει» και να μετακινεί την προσοχή του σε ό,τι μοιάζει πιο επίκαιρο, πιο απειλητικό ή πιο ελκυστικό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι μια κοινωνική περίσταση: μιλάς σε κάποιον σε ένα πάρτι, ακούς ένα πλήθος από φωνές γύρω σου, και ξαφνικά κάποιος αναφέρει το όνομά σου. Ακόμη κι αν δεν παρακολουθούσες ενεργά τις άλλες συζητήσεις, ο εγκέφαλος είχε ήδη επεξεργαστεί τα λόγια που έφτασαν στα αυτιά σου και αποφάσισε ότι «αυτό είναι σημαντικό». Άρα, η μετατόπιση της προσοχής δεν είναι αποτυχία. Είναι μηχανισμός επιβίωσης και κοινωνικής προσαρμογής.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πώς θα «σβήσουμε» τη φυσική τάση του νου να μεταπηδά, αλλά πώς θα περιορίσουμε τις «διαρροές» συγκέντρωσης που μας κοστίζουν στον στόχο που έχουμε εκείνη τη στιγμή.
Αν η δουλειά είναι βαρετή, μπορείς να την κάνεις πιο ενδιαφέρουσα. Αν ο χώρος είναι θορυβώδης, αλλάζεις περιβάλλον. Αν το μυαλό είναι φορτωμένο, γράφεις τις σκέψεις για να αδειάσει χώρος. Αν είσαι εξαντλημένος, δεν «πιέζεις», απλώς ξεκουράζεις.
Ένα από τα πιο διαδεδομένα λάθη
Ένα από τα πιο διαδεδομένα λάθη αφορά το τηλέφωνο. Πολλοί ξέρουν ότι πρέπει να κλείνουν ειδοποιήσεις για να μη διακόπτονται, όμως το κείμενο λέει ότι ακόμη και η απλή παρουσία της συσκευής, όταν είναι στο οπτικό πεδίο, «τρυπά» τη συγκέντρωση.
Στο άρθρο αναφέρεται μια μελέτη του 2017 από ερευνητές στο Πανεπιστήμιο του Τέξας, όπου οι συμμετέχοντες απέδωσαν καλύτερα σε σύνθετες γνωστικές εργασίες όταν το τηλέφωνό τους βρισκόταν σε άλλο δωμάτιο, σε σύγκριση με όταν ήταν πάνω στο γραφείο ή ακόμη και σε τσέπη ή τσάντα.
Η παρουσία του τηλεφώνου, σημειώνεται, μείωνε τη διαθέσιμη εργαζόμενη μνήμη και τη λεγόμενη «ρευστή» νοημοσύνη -στοιχεία που σχετίζονται με επίλυση προβλημάτων και κριτική σκέψη- ακόμη και σε ανθρώπους που θεωρούσαν ότι δεν έχουν ιδιαίτερο πρόβλημα εστίασης.
Η πρακτική συμβουλή είναι σαφής: για βαθιά, απαιτητική εργασία, το τηλέφωνο καλό είναι να φεύγει από το δωμάτιο ή να κλείνει εντελώς. Το ίδιο ισχύει και για την οπτική «αταξία» στο γραφείο και για τις δεκάδες ανοιχτές καρτέλες: όσο περισσότερα ορατά «ανοιχτά μέτωπα» τόσο πιο εύκολα ο νους σκορπίζεται.
Εστίαση δεν σημαίνει «έκσταση παραγωγικότητας»
Άλλος μύθος είναι ότι πρέπει να κυνηγάμε συνεχώς την κατάσταση απόλυτης απορρόφησης, εκείνη την ιδανική κατάσταση όπου χάνεται η αίσθηση του χρόνου και η δουλειά προχωρά αβίαστα. Η έννοια αυτή, που διατυπώθηκε το 1975 από τον ψυχολόγο Μιχάλι Τσικσεντμιχάλι, παρουσιάζεται ως ευχάριστη αλλά όχι ρεαλιστικός στόχος για την καθημερινότητα. Για να προκύψει, χρειάζεται λεπτή ισορροπία: το έργο πρέπει να είναι αρκετά δύσκολο ώστε να σε κρατά, αλλά και αρκετά εφικτό ώστε να μη σε σπάει. Και, κυρίως, θέλει χρόνο χωρίς διακοπές για να «μπει μπροστά» - περίπου 10 με 15 λεπτά.
Με τέτοια προϋπόθεση, είναι σχεδόν αδύνατο να επιτευχθεί μέσα από εργασίες τύπου ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ή μικρών διεκπεραιώσεων. Επιπλέον, υπονοείται ότι έχουμε χάσει την αντοχή της μονοεστίασης, επειδή έχουμε συνηθίσει να πηδάμε από ερέθισμα σε ερέθισμα. Η πρόταση εδώ είναι να χαμηλώσουμε τον πήχη: εστίαση δεν σημαίνει απαραίτητα «έκσταση παραγωγικότητας», αλλά μερικά δευτερόλεπτα συνεχούς προσήλωσης, που χτίζουν αργά μια πιο σταθερή ικανότητα.
Το μεγαλύτερο «κλέψιμο» προσοχής, σύμφωνα με το κείμενο, είναι η εναλλαγή εργασιών. Μπορεί να προκαλείται απ’ έξω, από ερωτήσεις συναδέλφων ή από έναν ήχο, αλλά συχνά ξεκινά από μέσα: μια σκέψη εμφανίζεται και εμείς την ακολουθούμε σχεδόν αυτόματα. Το «θα στείλω μόνο ένα γρήγορο μήνυμα» ή «θα τσεκάρω μόνο για ένα λεπτό» αποδεικνύεται ακριβό, γιατί κάθε αλλαγή αφήνει ένα μέρος του νου «κολλημένο» σε αυτό που κάναμε πριν, μοιράζοντας την προσοχή και επιβραδύνοντας την απόδοση.
Αναφέρεται, μάλιστα, ότι το απλό άνοιγμα της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ή του τηλεφώνου μπορεί να προκαλέσει προσωρινή πτώση νοητικής επίδοσης που διαρκεί τουλάχιστον ένα λεπτό, και περισσότερο όταν οι εργασίες είναι πιο σύνθετες.
Η αντιμετώπιση είναι οργανωτική: να περιορίζουμε όσο γίνεται τις διακοπές, να μην ανοίγουμε την αλληλογραφία πριν ή κατά τη διάρκεια συναντήσεων, να κλείνουμε την αλληλογραφία όταν κάνουμε απαιτητική δουλειά και να μην ξεκινάμε εργασίες που δεν υπάρχει χρόνος να ολοκληρωθούν.
Αν έχουμε έλεγχο του προγράμματος, μπορούμε να οργανώνουμε τις μέρες κατά «είδος»: συναντήσεις συγκεκριμένες ημέρες ή ώρες, βαθιά δουλειά άλλες, δημιουργική εργασία σε άλλη ζώνη. Ο Ντε Μπος περιγράφει το δικό του μοντέλο: συναντήσεις Δευτέρα και Τετάρτη πρωί, βαθιά δουλειά Τρίτη και Πέμπτη, δημιουργική εργασία Παρασκευή. Το σκεπτικό είναι ότι έτσι μπαίνεις πιο εύκολα σε ρυθμό και, με τον χρόνο, τα «νευρωνικά μονοπάτια» ενισχύονται. Ακόμη και μια μικρή τεχνική αυτοελέγχου προτείνεται: όταν νιώθεις την παρόρμηση να τσεκάρεις τηλέφωνο ή αλληλογραφία, περίμενε πέντε λεπτά, σαν άσκηση εκπαίδευσης της αντοχής προσοχής.
Η ανατροπή μιας πολύ διαδεδομένης ιδέας
Ενδιαφέρον έχει και η ανατροπή της ιδέας ότι για να δουλέψεις χρειάζεσαι απόλυτη ησυχία. Το κείμενο υποστηρίζει ότι κάποιες φορές το πρόβλημα είναι το αντίστροφο: δεν έχουμε αρκετά ερεθίσματα, άρα ο νους βαριέται και αρχίζει να περιπλανιέται.
Αν μια εργασία είναι εύκολη, αργή ή μονότονη, οτιδήποτε άλλο γίνεται πιο ελκυστικό. Η λύση, λέει ο Ντε Μπος, μπορεί να είναι να ανεβάσεις τη δυσκολία με τρόπους «τεχνικούς»: αν προσπαθείς να διαβάσεις ένα πυκνό κείμενο και γύρω σου γίνεται συζήτηση, δοκίμασε να διαβάσεις πιο γρήγορα ώστε να μπλοκάρεις το εξωτερικό ερέθισμα με εντονότερη εσωτερική προσπάθεια. Ή άκου μουσική που γνωρίζεις καλά, ώστε να μην απορροφά νέο ενδιαφέρον, αλλά να δίνει ένα σταθερό υπόβαθρο που «κρατά» τον εγκέφαλο σε εγρήγορση. Η λογική είναι να «ξεγελάσεις» τον νου, κάνοντας την εργασία πιο συναρπαστική με την αύξηση του ρυθμού ή της πρόκλησης.
Η κλασική συμβουλή των «εύκολων νικών» στη λίστα εργασιών επίσης τίθεται υπό αμφισβήτηση. Μπορεί να βοηθά κάποιους, ιδιαίτερα ανθρώπους με διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητα που δυσκολεύονται να ιεραρχήσουν, γιατί δημιουργεί ένα κύμα ευχαρίστησης και κίνησης. Όμως συχνά, λέγεται, οι μικρές νίκες εξαντλούν τα περιορισμένα αποθέματα εστίασης. Εδώ ο Ντε Μπος στηρίζει τη μέθοδο «φάε τον βάτραχο», δηλαδή κάνε πρώτα την πιο σημαντική και δύσκολη εργασία. Ο λόγος είναι βιολογικός: ο εγκέφαλος κουράζεται με τη διάρκεια της ημέρας, με συνέπεια να γινόμαστε πιο παρορμητικοί και λιγότερο αποτελεσματικοί.
Αναφέρεται επίσης μια μελέτη του 2022 από το Ινστιτούτο Εγκεφάλου του Παρισιού, σύμφωνα με την οποία, σε απαιτητική εργασία, συσσωρεύεται σταδιακά γλουταμινικό σε περιοχή του προμετωπιαίου φλοιού, γεγονός που δυσκολεύει τη λειτουργία. Η συσσώρευση αυτή, λέει ο Ντε Μπος, δεν «καθαρίζει» εύκολα με σύντομα διαλείμματα· θέλει καλό νυχτερινό ύπνο. Άρα, κάθε μέρα έχουμε ένα «πεπερασμένο» ποσό πραγματικής εστίασης, και είναι λογικό να το επενδύουμε πρώτα εκεί όπου έχει μεγαλύτερη αξία, γιατί δεν ξέρουμε πόσο θα μας μείνει για το δεύτερο μισό της ημέρας.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η ιδέα ότι δεν αρκεί να κάνουμε διαλείμματα· πρέπει να σκεφτούμε τι κάνουμε μέσα σε αυτά.
Το σκρολάρισμα σε κοινωνικά δίκτυα, η ανάγνωση ή άλλες «ευχάριστες» δραστηριότητες μπορεί να είναι λιγότερο απαιτητικές από τη δουλειά, αλλά εξακολουθούν να τροφοδοτούν τον νου με νέα πληροφορία.
«Ο εγκέφαλος δεν επαναφορτίζει εκείνη τη στιγμή», λέει ο Ντε Μπος. Χωρίς τακτικές στιγμές όπου ο εγκέφαλος «κάνει σχεδόν τίποτα», η συσσώρευση μπορεί να οδηγήσει σε στρες, διαταραχές ύπνου και ενδεχόμενη επαγγελματική εξουθένωση.
Οι πιο αποκαταστατικές διακοπές είναι εκείνες που απαιτούν ελάχιστα: βόλτα χωρίς ακουστικά, τακτοποίηση, ακόμη και το να κοιτάς έξω από το παράθυρο. Αυτές οι δραστηριότητες ενεργοποιούν το λεγόμενο «δίκτυο προεπιλεγμένης λειτουργίας» του εγκεφάλου, δίνοντάς του χώρο να ανασυνταχθεί και να «καθαρίσει» τις μνήμες της ημέρας. Ακόμη και το να ξαναδείς μια γνώριμη σειρά μπορεί να είναι καλύτερο από το να αρχίσεις κάτι νέο και απαιτητικό, ενώ τα κοινωνικά δίκτυα παρουσιάζονται ως η πιο εμπλεκόμενη επιλογή.
Η «ωροθέτηση» ως πανάκεια
Στον χώρο της παραγωγικότητας, η «ωροθέτηση» -ο προγραμματισμός της ημέρας λεπτό προς λεπτό- προβάλλεται συχνά ως πανάκεια. Το κείμενο κρατά ισορροπία: αν δουλεύει για κάποιον, έχει καλώς, αλλά δεν είναι για όλους, γιατί βασίζεται στην αδύναμη ικανότητά μας να προβλέπουμε πόσο θα κρατήσει μια εργασία. Συνήθως, είτε υποτιμούμε και μένουμε πίσω, είτε μια απλή δουλειά φουσκώνει για να γεμίσει τον χρόνο που της δώσαμε. Ο Ντε Μπος το συνοψίζει ως μια γνωστή αντίφαση: υπερεκτιμούμε τι μπορούμε να κάνουμε σε μια μέρα και υποτιμούμε τι μπορούμε να κάνουμε σε μια ώρα. Μια εναλλακτική είναι η τεχνική των 25λεπτων «σπριντ», που βοηθά στην εκκίνηση δύσκολων ή βαρετών εργασιών. Όμως, η βαθύτερη πρόταση είναι ότι μερικές φορές το μυστικό είναι να επιχειρούμε λιγότερα, γιατί η προσοχή μας είναι περιορισμένη και δεν χωρά άπειρα έργα.
Ακόμη και η μόνιμη δυσαρέσκεια για τις συναντήσεις αντιμετωπίζεται με πιο αντισυμβατικό τρόπο. Η τάση να τις κάνουμε όλο και πιο σύντομες ή να τις αντικαθιστούμε με μηνύματα δεν βοηθά τη συγκέντρωση, σύμφωνα με το κείμενο. Χρειάζονται τουλάχιστον 10 λεπτά για να «μπεις» πραγματικά σε μια δραστηριότητα, άρα πολλές συναντήσεις τελειώνουν την ώρα που αρχίζουν να λειτουργούν, και μετά χρειάζονται κι άλλες. Από την άλλη, η διαχείριση ηλεκτρονικής αλληλογραφίας είναι ακόμη μεγαλύτερη αιμορραγία προσοχής. Ο Ντε Μπος λέει πως αν κάτι είναι σημαντικό, προτιμά μια καλή, μεγαλύτερη συνάντηση για να τελειώνει, ενώ πιστεύει ότι «υπερεπικοινωνούμε»: η τεχνολογία μας έδωσε τη δυνατότητα να ξεφορτώνουμε κάθε σκέψη μας στους άλλους, με κόστος όχι μόνο τον χρόνο μας αλλά και τον δικό τους. Η σύσταση είναι να γίνουμε πιο προσεκτικοί: χρειάζεται όντως να στείλουμε αυτή τη «γρήγορη ερώτηση» ή μπορούμε να περιμένουμε μήπως λυθεί ή να τη λύσουμε μόνοι; Αν έχουμε πολλά στο μυαλό, να τα σημειώσουμε για αργότερα, αντί να χρησιμοποιούμε τους συναδέλφους ως «εργαλείο καταγραφής».
Στο τέλος, η απαισιοδοξία για την «παντοδυναμία» των τεχνολογικών κολοσσών και τη συρρίκνωση της προσοχής αντιμετωπίζεται με μια δόση αισιοδοξίας. Η καθημερινότητα είναι γεμάτη περισπασμούς, αλλά έχουμε περισσότερη δύναμη να αντισταθούμε απ’ όσο νομίζουμε, λέει ο Ντε Μπος.
Το θέμα είναι να πάρουμε αποφάσεις για το πώς θέλουμε να μοιάζει η εργασία και η ζωή μας: αν μειώσουμε το σκρολάρισμα, τι θα κάνουμε με τον χρόνο που θα κερδίσουμε; Ποιες ρουτίνες και ποιοι κανόνες μπορούν να περιορίσουν τις μικρές καθημερινές διακοπές και την κόπωση των συνεχών αποφάσεων; Και ίσως, τελικά, οι δυσκολίες μας με την εστίαση να προέρχονται από το ότι απαιτούμε υπερβολικά πολλά από τον εαυτό μας.
«Αγχωνόμαστε πολύ ότι δεν είμαστε παραγωγικοί» λέει, όμως ο εγκέφαλος χρειάζεται διαλείμματα και χρόνο αποκατάστασης, όπως και το σώμα.
Κάποιες φορές, η καλύτερη επιλογή δεν είναι άλλη μια τεχνική, αλλά το να κοιτάξεις για λίγο στο κενό και να αφήσεις τον νου να περιπλανηθεί.