Δεν είναι ανασφαλή, ούτε ντροπαλά· ούτε «υπερκοινωνικά» παιδιά. Απλώς κινούνται ανάμεσα στους δύο πόλους με τρόπο που δεν βολεύει καμία κλασική κατηγορία.
Στον κόσμο των ετικετών, όπου τα παιδιά χαρακτηρίζονται νωρίς ως «κοινωνικά», «ήσυχα», «ντροπαλά», «ηγέτες», «εσωστρεφή» ή «εκρηκτικά», εμφανίζεται μια νέα λέξη που μοιάζει να γεφυρώνει ένα κενό: otrovert. Ο όρος, δανεισμένος από το ισπανικό otro – δηλαδή «άλλος» – περιγράφει τα παιδιά που δεν ανακουφίζονται ούτε μέσα στην απόλυτη κοινωνικότητα ούτε στην απομόνωση.
Είναι τα παιδιά που μπορούν να γελάσουν δυνατά σε γενέθλια γεμάτα κόσμο και λίγη ώρα μετά να εξαφανιστούν για λίγη ησυχία. Παιδιά που έχουν ενέργεια για φίλους, ομάδες, παιχνίδι, αλλά νιώθουν επίσης ακαταμάχητη ανάγκη να αποσυρθούν. Δεν είναι ανασφαλή, ούτε ντροπαλά· ούτε «υπερκοινωνικά». Απλώς κινούνται ανάμεσα στους δύο πόλους με τρόπο που δεν βολεύει καμία κλασική κατηγορία.
Καλύπτει μια περιοχή που ποτέ δεν ήταν πραγματικά κενή
Σε μια εποχή που η ψυχολογία των παιδιών συχνά περιγράφεται μέσα από διπολικά σχήματα – introvert ή extrovert – ο όρος otrovert έρχεται να καλύψει μια περιοχή που ποτέ δεν ήταν πραγματικά κενή, μόνο αόρατη. Δεν πρόκειται για «ενδιάμεσο» τύπο, όπως ο ambivert, που μπορεί να αντλήσει ενέργεια τόσο από παρέες όσο και από μοναξιά.
Το otrovert παιδί, όπως εξηγούν ειδικοί, δεν αισθάνεται πραγματικά ότι ανήκει σε κανένα από τα δύο. Μπορεί να λειτουργεί άψογα σε κοινωνικά περιβάλλοντα, να έχει ενσυναίσθηση και ικανότητα σύνδεσης, αλλά η αίσθηση του «ανήκειν» παραμένει πιο θολή, πιο λεπτή, λιγότερο δεδομένη. Δεν αισθάνεται κέντρο, αλλά δεν αισθάνεται ούτε περιθώριο – βρίσκεται κάπου στα ενδιάμεσα στρώματα, χωρίς να νιώθει μόνιμη ρίζα.
Οι ειδικοί που παρακολουθούν τον όρο τονίζουν ότι αυτά τα παιδιά δεν έχουν μειωμένη κοινωνική δεξιότητα. Αντίθετα, συχνά διαθέτουν πιο ανεπτυγμένη συναισθηματική αντίληψη και υψηλή ενσυναίσθηση, κάτι που τα κάνει ικανά να διαβάζουν τα δωμάτια, να νιώθουν πότε τα άλλα παιδιά θέλουν να παίξουν και πότε κάποιος έχει ανάγκη από παύση. Αυτό όμως δημιουργεί εσωτερική πίεση: όσο πιο λεπτή είναι η κεραία, τόσο πιο γρήγορα κουράζεται. Οι πολύβουες τάξεις, τα ομαδικά πάρτι, οι διαδοχικές εκδηλώσεις εξαντλούν ένα otrovert παιδί όχι γιατί «δεν τα πάει καλά με τους άλλους», αλλά γιατί χρειάζεται να ανασυγκροτείται χωρίς μάρτυρες.
Στις σχολικές αυλές, τα otrovert παιδιά δεν είναι απαραίτητα στην άκρη. Συχνά ανήκουν σε μικρές ομάδες, σε σταθερές φιλίες δύο ή τριών ατόμων. Προτιμούν συζητήσεις, όχι συνωστισμό. Ένα sleepover με πολλά παιδιά μπορεί να μοιάζει κόλαση, ενώ μια ήσυχη ταινία στον καναπέ με τον έναν αγαπημένο φίλο αποτελεί παράδεισο. Στο σπίτι, αυτά τα παιδιά συχνά χρειάζονται την «αποσύνδεση» πριν μπορέσουν να μιλήσουν για την ημέρα τους. Οι γονείς μπορεί να το παρεξηγήσουν ως αδιαφορία ή απόσυρση, όμως για τα otrovert παιδιά η σιωπή δεν είναι φυγή· είναι επαναφόρτιση.
Το πιο σημαντικό ίσως για τους φροντιστές είναι να μην μπερδέψουν την ανάγκη απομόνωσης με μοναξιά. Το otrovert παιδί δεν είναι μόνο επειδή θέλει χρόνο μόνο του. Δεν απορρίπτει την κοινωνικότητα, απλώς χρειάζεται διάδρομο επιστροφής στον εαυτό του, χώρο χωρίς εξηγήσεις. Όταν του δίνεται αυτός ο χώρος, επιστρέφει πιο ήρεμο, πιο επικοινωνιακό, γεμάτο πληροφορία για το πώς βίωσε την ημέρα. Όταν όμως αυτός ο χώρος του στερείται από πίεση – «πήγαινε να παίξεις με τα άλλα παιδιά, μη μένεις μόνος» – τότε το παιδί δεν μαθαίνει να κοινωνικοποιείται, αλλά να κρύβεται.
Η παγίδα για τους γονείς και τα σχολεία
Η παγίδα για τους γονείς και τα σχολεία είναι ο υπερ-προγραμματισμός. Το otrovert παιδί δεν ωφελείται από συνεχή δραστηριότητα. Αντίθετα, χρειάζεται 1:1 χρόνο, συνομιλίες χωρίς θόρυβο, διαδικασίες που δεν απαιτούν διαρκή εξωστρέφεια. Στις βόλτες, στο αυτοκίνητο, στο μαγείρεμα, εκεί όπου δεν υπάρχει σκηνή και κοινό, αυτά τα παιδιά ανθίζουν. Πολλοί ειδικοί προτείνουν οι γονείς να μην αποτιμούν την κοινωνικότητα ποσοτικά – αριθμός φίλων, συχνότητα εξόδων – αλλά ποιοτικά: σταθερότητα, εμπιστοσύνη, άνεση.
Ο κόσμος, λένε οι ψυχολόγοι, ανταμείβει περισσότερο τους εκφραστικούς, γρήγορους, κοινωνικά «εύκολους». Όμως τα otrovert παιδιά δεν είναι ούτε αργά ούτε δύσκολα· είναι απλώς πολυρυθμικά. Δεν τους λείπει ο ενθουσιασμός, αλλά η αντοχή. Δεν τους λείπει η επαφή, αλλά ο χρόνος να τη χωνέψουν. Το καθήκον των ενηλίκων δεν είναι να τα σπρώξουν στο κέντρο της παρέας, αλλά να τα βοηθήσουν να καταλάβουν πως δεν χρειάζεται να επιλέξουν στρατόπεδο.
Τα otrovert παιδιά μάς υπενθυμίζουν ότι η ανάπτυξη δεν είναι γραμμική και ότι η μοναχικότητα δεν είναι αντίπαλος της κοινωνικότητας. Ότι μπορεί να είσαι «άλλος» χωρίς να είσαι μόνος. Και ότι ο χώρος ανάμεσα στο μαζί και στο μόνος δεν είναι χαμένη περιοχή, αλλά τόπος κανονικής, πολύπλευρης, ανθρώπινης ύπαρξης.