Ένα «νέο είδος» συνεργατικών πολυχώρων αρχίζει να τροφοδοτεί μια απρόσμενη ανάκαμψη, αυτή τη φορά όχι μόνο χάρη σε startups και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και με τη συμμετοχή μεγάλων πολυεθνικών.
Μια δεκαετία μετά την πρώτη, εκρηκτική άνοδο -και λίγα χρόνια μετά τη βίαιη «προσγείωση» που έφερε η πανδημία και η κρίση των ακινήτων-, η αγορά των shared offices δείχνει ξανά σημάδια ζωής. Όπως καταγράφει η The Wall Street Journal, ένα «νέο είδος» co-working [σ.σ: συνεργατικών] πολυχώρων αρχίζει να τροφοδοτεί μια απρόσμενη ανάκαμψη, αυτή τη φορά όχι μόνο χάρη σε startups και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και με τη συμμετοχή μεγάλων πολυεθνικών.
Η διαφορά σε σχέση με το παρελθόν είναι ουσιαστική. Στα μέσα της δεκαετίας του 2010 το co-working εξελίχθηκε σε σύμβολο μιας πιο ευέλικτης, «startup-friendly» οικονομίας. Η κορύφωση ήρθε το 2018, όταν η WeWork είχε καταφέρει να καταλαμβάνει περισσότερα τετραγωνικά γραφείων στο Μανχάταν από οποιαδήποτε άλλη εταιρεία. Λίγο αργότερα, όμως, το επιχειρηματικό μοντέλο αποδείχθηκε εύθραυστο: υπερβολικές επενδύσεις, ακριβές μισθώσεις μακράς διάρκειας και μια ξαφνική στροφή προς την τηλεργασία άφησαν δεκάδες χώρους άδειους.
Η επιστροφή βασίζεται σε διαφορετικές βάσεις
Η επιστροφή που παρατηρείται σήμερα βασίζεται σε διαφορετικές βάσεις. Αντί για μαζική επέκταση και «one size fits all» χώρους, οι νέες εγκαταστάσεις δίνουν έμφαση στην ποιότητα, στη λειτουργικότητα και στην προσαρμογή στις ανάγκες μεγαλύτερων εταιρικών πελατών.
Φαρμακευτικοί κολοσσοί όπως η Pfizer και τεχνολογικοί γίγαντες όπως η Amazon χρησιμοποιούν πλέον co-working γραφεία για ομάδες έργου, προσωρινές εγκαταστάσεις ή υβριδικά σχήματα εργασίας, συμβάλλοντας καθοριστικά στη ζήτηση για ευέλικτους χώρους.
Σύμφωνα με στελέχη της αγοράς εμπορικών ακινήτων, οι εταιρείες αυτές αναζητούν τρόπους να μειώσουν τις δεσμεύσεις τους σε μακροχρόνια μισθωτήρια, χωρίς να επιστρέψουν πλήρως στο μοντέλο της απομακρυσμένης εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι μια «ενδιάμεση λύση»: χώροι που προσφέρουν επαγγελματικές υποδομές υψηλού επιπέδου, αλλά με συμβόλαια μηνών αντί για ετών και με τη δυνατότητα γρήγορης επέκτασης ή συρρίκνωσης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας προσέγγισης είναι το Hansa, ένα co-working συγκρότημα περίπου 3.000 τετραγωνικών μέτρων στο Buffalo των ΗΠΑ. Αντί για τα κλασικά rows-σειρές από γραφεία, ο χώρος θυμίζει περισσότερο σύγχρονο πολιτιστικό κέντρο: πολυεπίπεδο αίθριο, κοινόχρηστες ζώνες με φυτεύσεις, ευέλικτες αίθουσες συσκέψεων και ιδιωτικά γραφεία που μπορούν να προσαρμοστούν σε διαφορετικές ομάδες. Τέτοιου είδους εγκαταστάσεις στοχεύουν όχι μόνο στη λειτουργικότητα αλλά και στην εμπειρία του χρήστη, κάτι που θεωρείται πλέον κρίσιμο για την επιστροφή εργαζομένων στο φυσικό γραφείο.
Μια βαθύτερη αλλαγή στη συμπεριφορά των επιχειρήσεων
Η μετατόπιση αυτή αντανακλά και μια βαθύτερη αλλαγή στη συμπεριφορά των επιχειρήσεων μετά το σοκ της COVID-19. Πολλές εταιρείες συνειδητοποίησαν ότι δεν χρειάζονται τεράστιες, μόνιμες έδρες για όλους τους εργαζομένους τους, αλλά ούτε μπορούν να βασιστούν αποκλειστικά στην τηλεργασία χωρίς απώλειες σε συνεργασία και εταιρική κουλτούρα. Το co-working, σε πιο ώριμη και «εταιρική» εκδοχή, έρχεται να καλύψει αυτό το κενό.
Ταυτόχρονα, οι ιδιοκτήτες ακινήτων βλέπουν στους shared χώρους μια διέξοδο από τη γενικευμένη κρίση των γραφείων. Με τα ποσοστά κενών χώρων να παραμένουν υψηλά σε πολλές μεγάλες πόλεις, οι ευέλικτες μισθώσεις προσφέρουν έναν τρόπο να επαναδραστηριοποιηθούν κτίρια που διαφορετικά θα έμεναν αναξιοποίητα. Αντί να κυνηγούν έναν και μοναδικό μεγάλο μισθωτή, οι developers προτιμούν πλέον μοντέλα με πολλαπλούς χρήστες και διαφοροποιημένα έσοδα.
Βέβαια, η αγορά δεν έχει ξεχάσει εύκολα τα μαθήματα της προηγούμενης δεκαετίας. Οι νέοι παίκτες κινούνται πιο συγκρατημένα, αποφεύγοντας την υπερβολική μόχλευση και επενδύοντας σε τοπικές αγορές με σταθερή ζήτηση. Παράλληλα, δίνουν μεγαλύτερη έμφαση σε υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας -από τεχνολογικές υποδομές και concierge services μέχρι εκδηλώσεις δικτύωσης- ώστε να διαφοροποιηθούν από τα απλά «ενοικιαζόμενα γραφεία».
Για τους εργαζόμενους, η αναβίωση του co-working σημαίνει περισσότερες επιλογές ανάμεσα στο σπίτι και το παραδοσιακό corporate office. Για τις επιχειρήσεις, μεταφράζεται σε μεγαλύτερη ευελιξία κόστους και ταχύτερη προσαρμογή σε μεταβαλλόμενες ανάγκες. Και για την αγορά ακινήτων, αποτελεί μια από τις λίγες φωτεινές εξαιρέσεις σε έναν κλάδο που εξακολουθεί να παλεύει με την αβεβαιότητα.
Το αν αυτή η «δεύτερη ζωή» του co-working θα αποδειχθεί βιώσιμη μένει να φανεί. Προς το παρόν, πάντως, η επιστροφή μεγάλων εταιρικών πελατών και η στροφή σε πιο προσεκτικά σχεδιασμένους χώρους δείχνουν ότι το μοντέλο έχει εξελιχθεί. Όχι πια ως όψιμη «μόδα» της startup εποχής, αλλά ως πρακτικό εργαλείο μιας υβριδικής οικονομίας που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ευελιξία και τη φυσική παρουσία.
- Όλες οι ειδήσεις
- «Έλληνας δίνει πληροφορίες στην Κίνα»: Το μήνυμα που εστάλη στην ΕΥΠ και ξεκίνησε η έρευνα για τον σμήναρχο-κατάσκοπο
- Αυτός είναι ο 54χρονος Έλληνας που συνελήφθη για το σαμποτάζ σε γερμανική κορβέρα -Η μέθοδος με το χαλίκι
- Σοκ στη Γερμανία μετά τον ξυλοδαρμό μέχρι θανάτου του Τούρκου ελεγκτή από τον 26χρονο Ελληνα