Για την εικόνα που έχει παγιωθεί από τον κόσμο προς το πρόσωπό του μίλησε ο Γρηγόρης Βαλτινός, διευκρινίζοντας πως έχει γίνει λάθος και παρεξήγηση.
- Ο Γρηγόρης Βαλτινός διευκρινίζει πως η εικόνα του σοβαρού καλλιτέχνη είναι παρεξήγηση, καθώς ποτέ δεν υπήρξε ζεν πρεμιέ. Αντιθέτως, από τη νεαρή ηλικία ήταν πάντα ο κλόουν της παρέας, με ροπή προς τις μεταμφιέσεις και το θέατρο.
- Αποκαλύπτει ότι δεν θεωρούσε πως είχε γοητεία στα νιάτα του, αλλά την απέκτησε αργότερα. Η δημοφιλία του προήλθε από την εξωστρέφεια και τη συνεχή ενασχόλησή του με σχολικές παραστάσεις, ποιήματα και την ανάγκη του για αποδοχή.
- Αντιμετωπίζει την υποκριτική σαν αναμέτρηση που του δίνει αυτοπεποίθηση, με γνώμονα τον επαγγελματισμό. Σε περίπτωση αποτυχίας, αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου την ευθύνη, καθώς ο ίδιος επιλέγει τα έργα στα οποία συμμετέχει και συχνά τα σκηνοθετεί.
- Μετά από 50 χρόνια στο θέατρο, τονίζει πως η ωριμότητα και η αφαίρεση είναι το παν στην υποκριτική. Υποστηρίζει ότι η σχέση με το κοινό χτίζεται σταδιακά, κάθε βράδυ, κερδίζοντας έναν-έναν τους θεατές.
Ο σπουδαίος ηθοποιός και σκηνοθέτης παραδέχθηκε πως έχει επικρατήσει όχι με τη θέλησή του η πεποίθηση ότι είναι μόνο σοβαρός και καθόλου χιουμορίστας καλλιτέχνης.
Εξηγώντας τον χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία του ανέφερε πως δεν υπήρξε ποτέ ζεν πρεμιέ, ωστόσο από μικρός ήταν μέσα στα γέλια και τις μεταμφιέσεις, έχοντας ταυτόχρονα ροπή προς το θέατρο.
Γρηγόρης Βαλτινός: «Εγώ ήμουν πάντα ρολίστας»
Όντας ο κεντρικός καλεσμένος της εκπομπής «Studio στις 3», ο Γρηγόρης Βαλτινός έκανε μια αναδρομή στη μακρόχρονη επαγγελματική του πορεία στο σανίδι.
Αρχικά, ο ηθοποιός αφηγήθηκε: «Εγώ ήμουν πάντα ρολίστας. Δεν ήμουν ποτέ ο ζεν πρεμιέ με το κορμί, τα μπλουζάκια, τα μπράτσα και τα τέτοια. Και εντάξει, με παρεξήγησε ο κόσμος. Νόμιζε ότι είμαι σοβαρός. Πάντα από πιτσιρικάς στην παρέα ήμουν η χαρά της ζωής, η χαρά της παρέας. Γέλια, κέφι, μεταμφιέσεις. Ο κλόουν της παρέας. Γιατί κάτι με τράβαγε προς τα εκεί, προς το θέατρο. Διοργάνωνα παραστάσεις, διοργάνωνα συναυλίες, κάναμε συγκρότημα και τραγούδαγα, το ψώνιο».
Δείτε το βίντεο
Συνεχίζοντας την περιγραφή του για τα νεανικά του χρόνια, αποκάλυψε: «Δεν ήξερα καν αν έχω γοητεία. Προφανώς δεν είχα. Την απέκτησα αργότερα. Τη σπούδασα, δεν ξέρω, δεν κατάλαβα. Επειδή ήμουν ξέρεις πάντα χωμένος -με έτρωγε η κασίδα μου- στις γιορτές, σχολικές, εθνικές, θρησκευτικές, οργάνωνα παραστάσεις, απαγγελίες, ποιήματα, στην τάξη διάβαζα τα κομμάτια τα νεοελληνικά, διάβαζα Παπαδιαμάντη, διάβαζα τους ποιητές κ.λπ., καταλαβαίνεις τώρα ένα τέτοιο άτομο έχει μεγαλύτερη δημοφιλία. Προϋπήρχε η εξωστρέφεια, η βύθιση στις ιδέες και στην επικοινωνία, η ανάγκη για αποδοχή. Αυτή δεν τελειώνει ποτέ, αλλά μειώνεται η αγωνία της».
«Να το κάνω καλά, ρε γαμώτο, έτσι, για τη φανέλα»
Μιλώντας για την υποκριτική, ο Γρηγόρης Βαλτινός εξήγησε ποια είναι η δική του οπτική: «Δεν αρκεί να τα θέλεις όλα για να είσαι καλός σε όλα. Αλλά αν έχεις κάποια από τα πράγματα που είπαμε πριν, αν έχεις ένα φιλότιμο, έναν επαγγελματισμό, θα κοιτάξεις αυτό που κάνεις. Εγώ πάντα το αντιμετωπίζω σαν ένα παιχνίδι, σαν μία αναμέτρηση η οποία θα με γεμίσει δύναμη, θα με γεμίσει αυτοπεποίθηση. Να το κάνω καλά, ρε γαμώτο, έτσι, για τη φανέλα».
Παράλληλα, όταν ρωτήθηκε για το πώς αντιμετωπίζει την αποτυχία, απάντησε: «Εγώ τη φορτώνομαι πάντα. Ο πρώτος που τη φορτώνεται είμαι εγώ, ίσως γιατί εδώ και πολλά χρόνια επιλέγω τα πράγματα, το έργο. Κάποιες φορές το σκηνοθετώ κιόλας μέσα στην απερισκεψία μου. Ευτυχώς, δεν έχω μετρήσει πολλές αποτυχίες».
«Η αφαίρεση είναι το παν στην υποκριτική»
Έχοντας συμπληρώσει 50 χρόνια στον χώρο του θεάτρου, ο ηθοποιός εξήγησε και την αγωνία της κάθε βραδιάς: «Θέλει πάρα πολλή δουλειά, πάρα πολλή προσοχή, πολλή σκέψη, πολλή ωριμότητα. Αυτό το πράγμα το σκέφτομαι πριν επιλέξω κάτι, μπορεί να το σκέφτομαι και δέκα χρόνια. Να το κάνω αυτό το έργο; Ήρθε η στιγμή του; Έχω να πω κάτι; Είμαι ώριμος υποκριτικά; Γιατί κι αυτό μετράει πάρα πολύ. Έχω φτάσει σε ένα σημείο αφαίρεσης και ωριμότητας; Η αφαίρεση είναι το παν στην υποκριτική.
Δοκιμάζεσαι κάθε μέρα. Κάθε μέρα νιώθεις ότι, αν χάσεις κάποιον θεατή, τους θεατές, τη μαγιά σου, τη μαζεύεις σπυρί σπυρί, θεατή θεατή, κάθε μέρα. Μπορεί να κερδίσεις έναν άνθρωπο από μία παράσταση και να πει “Πήγα, μου άρεσε το έργο, η επιλογή, η ερμηνεία. Α, θα πηγαίνω να τον παρακολουθώ αυτόν τον καλλιτέχνη, θα ακούω τα τραγούδια του, θα ακούω τους δίσκους του, θα βλέπω τις παραστάσεις του”. Αυτό λοιπόν, το μαζεύεις κάθε βράδυ. Βράδυ βράδυ, πενήντα χρόνια».