Δέκα χρόνια μετά την πρεμιέρα του Stranger Things, η σειρά εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Netflix.
Σύμφωνα όμως με άρθρο του Cathal Gunning στο ScreenRant, η σειρά δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει την ποιότητα της πρώτης της σεζόν.
Όταν το Stranger Things έκανε πρεμιέρα τον Ιούλιο του 2016, το Stranger Things βοήθησε το Netflix να καθιερωθεί ως κυρίαρχη δύναμη του streaming, δημιουργώντας στη συνέχεια ένα τεράστιο franchise με κόμικ spin-off και εμπορικά προϊόντα.
Σύμφωνα με τον Gunning, η πρώτη σεζόν αποδείχθηκε τόσο δημοφιλής ακριβώς επειδή η σειρά των οκτώ επεισοδίων της, ήταν μια τέλεια, αυτοτελής ιστορία. Αρχικά είχε σχεδιαστεί ως αυτόνομη μίνι σειρά και επικεντρωνόταν στη διαφυγή της Eleven από το εργαστήριο του Hawkins, στην εξαφάνιση του Will στο Upside Down και στις προσπάθειες των φίλων τους να τους σώσουν. Σημαντικό ρόλο στην επιτυχία της έπαιξαν και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, όπως ο Jonathan και η Barb, που εμπλούτιζαν τον κόσμο της ιστορίας.
Αν και η σειρά αντλούσε έμπνευση από τις ταινίες της Amblin του Στίβεν Σπίλμπεργκ, το άρθρο υποστηρίζει ότι η μεγαλύτερη επιρροή προερχόταν από τα έργα του Στίβεν Κινγκ. Η πρώτη σεζόν δεν δίσταζε να παρουσιάσει τον βίαιο σχολικό εκφοβισμό, την ομοφοβία και τις κακές πλευρές της δεκαετίας του 1980.
Τα προβλήματα με τις επόμενες σεζόν του Stranger Things
Η προσέγγιση αυτή άρχισε να αλλάζει από τη δεύτερη σεζόν. Αν και θεωρείται η καλύτερη δυνατή συνέχεια της πρώτης, έμοιαζε σε μεγάλο βαθμό να επαναλαμβάνει την ίδια συνταγή. Παράλληλα, περιόρισε σκόπιμα τις πιο σκοτεινές πλευρές της κουλτούρας της δεκαετίας του ’80, προτιμώντας μια πιο ανάλαφρη και λιγότερο ηθικά γκρίζα απεικόνιση. Παράλληλα, χαρακτήρες όπως ο Steve και ο Hopper απέκτησαν πιο συμβατικούς ρόλους, ενώ η εξέλιξη της ιστορίας, όπως τονίζει ο Gunning αντιμετώπισε προβλήματα ρυθμού καθώς η επανένωση του Eleven και του Mike κράτησε μια αιωνιότητα.
Η τρίτη σεζόν είναι για τον Gunning η πιο αδύναμη. Παρά την ερμηνεία του Dacre Montgomery ως Billy, ο Gunning χαρακτηρίζει την τρίτη σεζόν «υπερβολική, καρτουνίστικη και απροκάλυπτα ανόητη». Τονίζει ότι «εξελίχθηκε σε έναν αυτοσαρκαστικό ύμνο στην ποπ κουλτούρα της δεκαετίας του ’80, με μονοδιάστατους Σοβιετικούς κακούς βγαλμένους από στερεότυπα, μυστικά εργαστήρια κρυμμένα κάτω από το εμπορικό κέντρο και μια γιγαντιαία άμορφη μάζα που καταβρόχθιζε τους μισούς κατοίκους του Hawkins».
Η τέταρτη σεζόν σηματοδότησε μια επιστροφή σε πιο ώριμη αφήγηση, ωστόσο είχε και αυτή προβλήματα στην εξέλιξη της πλοκής και στον ρυθμό, τα οποία Gunning αποδίδει στο «άσκοπο» ταξίδι των πρωταγωνιστών σε όλη την Αμερική για το μεγαλύτερο μέρος της σειράς.
Για την πέμπτη και τελευταία σεζόν, το άρθρο υποστηρίζει ότι μετατράπηκε σε μια παραγωγή που βασιζόταν κυρίως στα εντυπωσιακά οπτικά εφέ, στη συνεχή δράση και σε «μία δαιδαλώδη πλοκή γύρω από σκουληκότρυπες που συνδέουν διαφορετικές διαστάσεις» που θύμιζε περισσότερο υπερπαραγωγή της Marvel. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι βασικοί χαρακτήρες δεν είχαν ουσιαστικά περιθώρια εξέλιξης.
Συγκρίνοντας το φινάλε της πρώτης και της πέμπτης σεζόν, ο συντάκτης υποστηρίζει ότι το αρχικό τέλος ήταν πιο συνεπές ως προς τον τόνο και συγκινητικό. Η αβέβαιη μοίρα της Eleven δημιουργούσε πραγματικό συναισθηματικό αντίκτυπο, ενώ στο οριστικό φινάλε σχεδόν όλοι οι βασικοί χαρακτήρες επιβιώνουν.
«Τελικά, με λιγότερα διακυβεύματα, χωρίς ίχνος από την αιχμηρή κριτική που ασκούσε αρχικά η σειρά στη νοσταλγία για τη δεκαετία του ’80 και με ένα λιγότερο πρωτότυπο και ξεχωριστό όραμα, το φινάλε του «Stranger Things» απέδειξε ότι η σειρά θα έπρεπε εξαρχής να είχε παραμείνει μια μίνι σειρά μίας σεζόν», καταλήγει ο Gunning.