Πρόκειται για μια ψυχολογική κατάσταση, υποκατηγορία της δυσμορφικής διαταραχής του σώματος, όπου το νεαρό άτομο αποκτά στρεβλή αυτοεικόνα με επίκεντρο αποκλειστικά τη μυϊκή μάζα και την εμφάνιση.
Οι γονείς σήμερα έχουν μάθει να αναγνωρίζουν τους πιο γνωστούς κινδύνους που συνδέονται με την εικόνα σώματος, όπως η νευρική ανορεξία, όμως ειδικοί προειδοποιούν ότι ένα λιγότερο ορατό, αλλά αυξανόμενο φαινόμενο απλώνεται κυρίως στα αγόρια και στους νεαρούς άνδρες: η μυϊκή δυσμορφία, που συχνά αποκαλείται στη δημόσια συζήτηση «bigorexia», δηλαδή «μεγαλορεξία».
Πρόκειται για μια ψυχολογική κατάσταση, υποκατηγορία της δυσμορφικής διαταραχής του σώματος, όπου το άτομο αποκτά στρεβλή αυτοεικόνα με επίκεντρο αποκλειστικά τη μυϊκή μάζα και την εμφάνιση. Όπως περιγράφει η πιστοποιημένη θεραπεύτρια διατροφικών διαταραχών Κάρα Μπέκερ, η διαταραχή αυτή οδηγεί σε μια επίμονη πεποίθηση ότι το σώμα «δεν είναι αρκετά δυνατό», «δεν είναι αρκετά μεγάλο», ακόμη κι όταν αντικειμενικά το άτομο έχει ήδη ιδιαίτερα γυμνασμένο σώμα, έως και σωματοδομή αθλητή ή επαγγελματία μπόντι-μπίλντερ.
Λανθασμένη αντίληψη που δεν μένει στο επίπεδο της σκέψης
Η κλινική ψυχολόγος Έιμι Γκούντινγκ εξηγεί ότι πολλοί άνθρωποι με μυϊκή δυσμορφία βλέπουν τον εαυτό τους ως μικρότερο ή λιγότερο μυώδη από ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Αυτή η λανθασμένη αντίληψη δεν μένει στο επίπεδο της σκέψης: τροφοδοτεί εμμονικές συμπεριφορές, όπως υπερβολική άσκηση, άκαμπτα προγράμματα προπόνησης χωρίς επαρκή ξεκούραση και έντονη ενασχόληση με τη διατροφή με στόχο ένα σώμα όσο το δυνατόν «στεγνό». Σε αρκετές περιπτώσεις η προσπάθεια για «πιο μεγάλο σώμα» μετατρέπεται σε παράδοξο κυνήγι «λιγότερου λίπους», με αποτέλεσμα έναν φαύλο κύκλο περιορισμών, ενοχών και καταναγκασμών. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η μυϊκή δυσμορφία μπορεί να εμφανιστεί σε οποιονδήποτε, ωστόσο είναι συχνότερη στους άνδρες. Παράλληλα, έρευνες δείχνουν ότι εντείνεται, ιδίως στις νεαρές ηλικίες, σε μια περίοδο όπου η ανδρική εικόνα σώματος προβάλλεται πιο επιθετικά από ποτέ.
Ενδεικτικά, μελέτη του 2019 κατέγραψε ότι περίπου το 22% των εφήβων αγοριών υιοθετεί διατροφικές συμπεριφορές διαταραγμένου τύπου με στόχο την αύξηση μυϊκής μάζας ή βάρους. Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρεται ότι η χρήση συμπληρωμάτων, οι αυστηρές αλλαγές στη διατροφή και ακόμη και η χρήση αναβολικών ουσιών εμφανίζονται ως πρακτικές που δεν είναι σπάνιες σε νεαρούς άνδρες. Ο παιδίατρος Τζέισον Ναγκάτα, που ειδικεύεται στις διατροφικές διαταραχές σε αγόρια και άνδρες και συμμετείχε στη συγκεκριμένη έρευνα, τονίζει ότι οι διατροφικές διαταραχές στα αγόρια συχνά δεν αναγνωρίζονται και δεν διαγιγνώσκονται έγκαιρα, ακριβώς επειδή δεν ταιριάζουν στο στερεότυπο του «λεπτού σώματος» ως μοναδικού δείκτη κινδύνου. Ο ίδιος σημειώνει ότι καναδική μελέτη κατέγραψε θεαματική αύξηση στις νοσηλείες αγοριών και ανδρών για διατροφικές διαταραχές από το 2002 και μετά, ένα εύρημα που, ακόμη κι αν δεν αφορά αποκλειστικά τη μυϊκή δυσμορφία, δείχνει πως το πεδίο της ανδρικής ψυχικής υγείας και σώματος αλλάζει, χωρίς πάντα να το αντιλαμβανόμαστε.
Η μυϊκή δυσμορφία, εξηγεί η Γκούντινγκ, έχει μια επιπλέον παγίδα: συχνά «κρύβεται» πίσω από συμπεριφορές που όχι μόνο είναι κοινωνικά αποδεκτές, αλλά και επιβραβεύονται μέσα σε γυμναστήρια, ομάδες, αθλητικές κοινότητες. Η υπερβολική προσήλωση στην προπόνηση, η αυστηρή μέτρηση πρωτεΐνης, η διαρκής αναζήτηση πιο σκληρού προγράμματος μπορεί να αντιμετωπίζονται ως «πειθαρχία» ή «αφοσίωση», ενώ στην πραγματικότητα λειτουργούν ως σύμπτωμα. Η άγνοια γύρω από τη διαταραχή μπορεί να οδηγήσει στο να μην εντοπίζεται έγκαιρα σε παιδιά και εφήβους που δυσκολεύονται, ενώ οι ίδιοι, λόγω ντροπής, μυστικότητας ή επειδή το περιβάλλον τους κανονικοποιεί τη συμπεριφορά, αποφεύγουν να ζητήσουν βοήθεια.
Στο ερώτημα γιατί το φαινόμενο εντείνεται, οι ειδικοί μιλούν για πολυπαραγοντική αιτιολογία. Η Μπέκερ αναφέρει βιολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικοπολιτισμικούς παράγοντες: οικογενειακό ιστορικό ψυχικών δυσκολιών, ιδίως εκείνων που σχετίζονται με εικόνα σώματος ή άγχος, μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα εμφάνισης. Άτομα με χαμηλή αυτοεκτίμηση, τελειοθηρική στάση ή τάσεις ιδεοψυχαναγκασμού φαίνεται να είναι πιο ευάλωτα. Στον κατάλογο κινδύνων προστίθενται το τραύμα και ο εκφοβισμός, καθώς οι επιθέσεις για το σώμα, η απόρριψη και η ντροπή μπορούν να λειτουργήσουν ως σπίθα για μια εμμονική προσπάθεια «διόρθωσης» μέσω μυϊκής αύξησης. Παράλληλα, ο Ναγκάτα επισημαίνει ότι οι σωματοδόμοι και όσοι σηκώνουν βάρη έχουν υψηλότερο κίνδυνο από τον γενικό πληθυσμό, ενώ οι ανταγωνιστικοί αθλητές είναι πιο ευάλωτοι από τους μη ανταγωνιστικούς. Ιδιαίτερα εκτεθειμένοι είναι όσοι σηκώνουν βάρη με κύριο κίνητρο την αλλαγή εμφάνισης και όχι την απόδοση.
Ωστόσο, οι συνομιλητές συγκλίνουν στο ότι ο πιο ισχυρός επιταχυντής είναι η εξάπλωση των κοινωνικών δικτύων. Ο Ναγκάτα σημειώνει ότι οι νέοι δεν καταναλώνουν απλώς «ιδανικά σώματα» από τα μέσα, αλλά νιώθουν και πίεση να παράγουν οι ίδιοι περιεχόμενο, να εκθέτουν το σώμα τους, να το αξιολογούν μέσα από αντιδράσεις και συγκρίσεις. Οι ανδρικοί κορμοί βρίσκονται στο προσκήνιο περισσότερο από ποτέ, ιδίως μέσω λογαριασμών επιδραστικών προσώπων, όπου η συνεχής σύγκριση με εξιδανικευμένα σώματα μπορεί να καλλιεργήσει δυσαρέσκεια και να πυροδοτήσει μυϊκή δυσμορφία.
Ο καθηγητής ψυχολογίας Τζόζεφ Τρούνζο προσθέτει ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο: πολλοί έφηβοι δεν αντιλαμβάνονται πως ορισμένοι διάσημοι και επιδραστικοί άνθρωποι «ζουν» οικονομικά από την εικόνα του σώματός τους, άρα επενδύουν σε προσωπικούς γυμναστές, επαγγελματική διατροφή, ακόμη και σε ακραίες πρακτικές για κινηματογραφικούς ρόλους. Αναφέρει, ως παράδειγμα, τον Χιου Τζάκμαν, ο οποίος έχει προπονηθεί επί ώρες καθημερινά και έχει ακολουθήσει αυστηρά, επιτηρούμενα πρωτόκολλα αφυδάτωσης για να μεταμορφώσει το σώμα του για ρόλους. «Τα περισσότερα παιδιά 15 ετών» δεν σκέφτονται αυτές τις παραμέτρους όταν βλέπουν μια εικόνα εντυπωσιακής γράμμωσης, και έτσι η σύγκριση γίνεται άνιση και διαβρωτική.
Στην εξίσωση μπαίνουν ακόμη οι γωνίες λήψης, οι πόζες, ο φωτισμός, οι διορθώσεις, τα φίλτρα: ο Τρούνζο επισημαίνει ότι οι επιδραστικοί άνθρωποι μπορεί να τραβήξουν χιλιάδες φωτογραφίες και να επιλέξουν μόνο την «τέλεια», κατασκευάζοντας μια εικόνα που δεν αντιστοιχεί στη συνηθισμένη ζωή. Το αποτέλεσμα, λέει, είναι ότι εκτιθέμεθα διαρκώς σε εξωραϊσμένες εκδοχές του ανθρώπινου σώματος σε ρυθμό πρωτοφανή, κάτι που στα χέρια ενός εντυπωσιαζόμενου εφήβου μπορεί να αποδειχθεί «συνταγή ψυχολογικής καταστροφής».
Οι ειδικοί τονίζουν ότι και οι ενότητες σχολίων επιτείνουν το πρόβλημα, καθώς εκθέτουν νέους σε σκληρές κριτικές για σώματα, ενισχύοντας ανασφάλεια και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Για όσους ήδη παλεύουν με μυϊκή δυσμορφία, η έκθεση σε εικόνες και μηνύματα μπορεί να εντείνει βλαπτικές σκέψεις για την ανάγκη αλλαγής του σώματος. Η Γκούντινγκ περιγράφει πώς κάποιος μπορεί να αρχίσει να προπονείται περισσότερο, να φοβάται την αύξηση λίπους, να κυνηγά διαρκώς «βελτίωση», έως ότου η άσκηση γίνει υπερβολική και εμμονική, καταλαμβάνοντας χρόνο, σχέσεις και λειτουργικότητα.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα είναι τι μπορούν να κάνουν οι γονείς. Ο Τρούνζο προτείνει περιορισμό της χρήσης κοινωνικών δικτύων «όσο γίνεται», χωρίς αυταπάτες ότι μπορούν να εξαφανιστούν πλήρως από τη ζωή ενός παιδιού. Η ουσία, λέει, είναι η συζήτηση: να μιλούν με τα παιδιά για όσα βλέπουν, να ακούν πώς τα ερμηνεύουν, να ξεκαθαρίζουν την πραγματικότητα πίσω από τις εικόνες και να βεβαιώνονται ότι το παιδί δεν «αγοράζει» το κατασκευασμένο αφήγημα. Παράλληλα προτείνει να τονίζονται αξίες που δεν εξαρτώνται από την εμφάνιση: καλοσύνη, δημιουργικότητα, χιούμορ, αξιοπρέπεια. Η Μπέκερ μιλά για τη σημασία ενός ασφαλούς χώρου όπου το παιδί μπορεί να μιλήσει χωρίς φόβο κριτικής, αλλά και για το παράδειγμα των ίδιων των ενηλίκων: το πώς μιλούν για το σώμα τους, τι μηνύματα δίνουν για το φαγητό και την άσκηση, τι είδους αυτοαξιολόγηση κάνουν μπροστά στα παιδιά. Η Γκούντινγκ προτρέπει τους γονείς να αμφισβητούν ενεργά το αφήγημα του «τέλειου σώματος» και της κοινωνικής αποδοχής, να αναδεικνύουν και να επαινούν τη σωματική ποικιλία και να μιλούν για την άσκηση με όρους ισορροπίας: σωστή ενέργεια, αναπλήρωση, ξεκούραση, μέτρο.
Η θεραπεύτρια Τσέρι Μίλερ περιγράφει μια πρακτική καθημερινή προσέγγιση: όταν εμφανίζονται εικόνες «γυμνασμένων διάσημων» στο οπτικό πεδίο του παιδιού, οι γονείς μπορούν να δώσουν πλαίσιο, για παράδειγμα διαβάζοντας μαζί τι έχει πει ο ίδιος ο διάσημος για τα ακραία μέτρα που ακολούθησε. Είναι μια αφορμή για να ειπωθεί καθαρά: «Δεν είναι φυσιολογικό, δεν είναι ρεαλιστικό, δεν είναι στόχος που πρέπει να κυνηγήσουμε». Η ίδια μιλά για «σεβασμό στο σώμα», μια ιδέα που μετατοπίζει το κέντρο βάρους από το πώς φαίνεται το σώμα στο τι προσφέρει: να πίνουμε νερό, να κοιμόμαστε επαρκώς, να τρώμε ποικιλία, να αποφεύγουμε τα άκρα, να βλέπουμε τα σώματα ως πολύτιμα επειδή μας επιτρέπουν να ζούμε. Μέσα σε αυτή την οπτική, η ποικιλία σωμάτων γίνεται κάτι φυσικό και θετικό: «η ζωή θα ήταν βαρετή αν μοιάζαμε όλοι», σημειώνει, παραπέμποντας και στην ποικιλία που βλέπουμε στη φύση.
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι αν οι γονείς υποψιάζονται εκφοβισμό ή πειράγματα για την εμφάνιση, πρέπει να παρέμβουν. Η έγκαιρη παρέμβαση είναι κρίσιμη για να μη ριζώσει η διαταραχή. Η Γκούντινγκ λέει ότι αν ο γονέας εντοπίσει συμπεριφορές που προκαλούν ανησυχία, χρειάζεται να ξεκινήσει συζήτηση για τον τρόπο σκέψης πίσω από την άσκηση: τι φοβάται το παιδί, τι νιώθει αν χάσει προπόνηση, τι πιστεύει ότι θα συμβεί αν «μικρύνει». Ο Ναγκάτα περιγράφει ενδεικτικά σημάδια κινδύνου: όταν η ενασχόληση με βάρος, φαγητό, άσκηση ή εμφάνιση γίνεται τόσο έντονη που επιδεινώνει την ποιότητα ζωής και βλάπτει κοινωνική, σχολική ή καθημερινή λειτουργικότητα. «Ορισμένα αγόρια περνούν όλες τις ώρες που είναι ξύπνια γυμναζόμενα και νιώθουν ενοχές αν δεν είναι στο γυμναστήριο», λέει, ενώ άλλα σταματούν να τρώνε με την οικογένεια ή τους φίλους τους λόγω άκαμπτων κανόνων για τη διατροφή.
Αν υπάρχει υποψία ότι ένα παιδί αρχίζει να παλεύει με μυϊκή δυσμορφία, το μήνυμα των ειδικών είναι σαφές: δεν είναι μόνο του και υπάρχουν διαθέσιμες λύσεις, αλλά χρειάζεται επαγγελματική βοήθεια. Ο Ναγκάτα προτείνει ως πρώτο βήμα την επικοινωνία με παιδίατρο πρωτοβάθμιας φροντίδας και τονίζει ότι η υποστήριξη είναι αποτελεσματικότερη όταν γίνεται από διεπιστημονική ομάδα που περιλαμβάνει ψυχική υγεία, ιατρική παρακολούθηση και διατροφική καθοδήγηση. Η έγκαιρη αντιμετώπιση, υπενθυμίζει ο Τρούνζο, βελτιώνει τις πιθανότητες ουσιαστικής αποκατάστασης, ενώ αν το πρόβλημα μείνει ανεξέλεγκτο, οι συνέπειες μπορεί να είναι καθοριστικές για τη ζωή ενός νέου.