Μια σπάνια και ελάχιστα κατανοητή πάθηση, γνωστή ως σύνδρομο αυτοζυθοποίησης ή auto-brewery syndrome (ABS), κατά την οποία ο ίδιος ο οργανισμός παράγει αλκοόλ σε επίπεδα ικανά να προκαλέσουν μέθη.
Η μέθη χωρίς κατανάλωση αλκοόλ ακούγεται σαν αστικός μύθος, ωστόσο για έναν μικρό αριθμό ανθρώπων αποτελεί καθημερινή πραγματικότητα με σοβαρές ιατρικές και κοινωνικές συνέπειες. Η εξήγηση βρίσκεται σε μια σπάνια και ελάχιστα κατανοητή πάθηση, γνωστή ως σύνδρομο αυτοζυθοποίησης ή auto-brewery syndrome (ABS), κατά την οποία ο ίδιος ο οργανισμός παράγει αλκοόλ σε επίπεδα ικανά να προκαλέσουν μέθη.
Στους ανθρώπους με ABS, μικροοργανισμοί του εντέρου διασπούν τους υδατάνθρακες και τους μετατρέπουν σε αιθανόλη, δηλαδή την ίδια χημική ουσία που περιέχεται στο κρασί, την μπίρα και τα υπόλοιπα αλκοολούχα ποτά. Σε υγιείς ανθρώπους, αυτή η διαδικασία συμβαίνει σε απειροελάχιστο βαθμό και δεν έχει καμία επίδραση. Στην περίπτωση του ABS, όμως, η παραγωγή αιθανόλης είναι τόσο αυξημένη ώστε περνά στην κυκλοφορία του αίματος και προκαλεί συμπτώματα μέθης, χωρίς να έχει προηγηθεί ούτε γουλιά αλκοόλ.
Λιγότερες από 100 περιπτώσεις παγκοσμίως
Παρότι έχουν καταγραφεί λιγότερες από 100 περιπτώσεις παγκοσμίως, οι ερευνητές εκτιμούν ότι το σύνδρομο είναι υποδιαγνωσμένο. Ένας από τους λόγους είναι το έντονο κοινωνικό στίγμα. Άτομα με ABS συχνά κατηγορούνται ότι πίνουν κρυφά ή αποκρύπτουν τις συνήθειές τους, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν δυσπιστία από γιατρούς, οικογένεια και αρχές. Η διάγνωση, εξάλλου, είναι σύνθετη και απαιτεί αυστηρή επιτήρηση ώστε να αποκλειστεί η κατανάλωση αλκοόλ, καθώς και συνεχή παρακολούθηση των επιπέδων αλκοόλ στο αίμα. Τέτοιες εξετάσεις δεν είναι πάντα εύκολα προσβάσιμες και συχνά δεν καλύπτονται από ασφαλιστικά συστήματα.
Η ρίζα του προβλήματος
Όπως έχει επισημάνει η Elizabeth Hohmann, γιατρός στο Mass General Brigham, το σύνδρομο αυτοζυθοποίησης παραμένει παρεξηγημένο, με ελάχιστες διαθέσιμες διαγνωστικές μεθόδους και περιορισμένες θεραπευτικές επιλογές. Οι συνέπειες για όσους ζουν με αυτό μπορεί να είναι σοβαρές: από συλλήψεις για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ και οικογενειακές συγκρούσεις, έως γνωστική έκπτωση, ηπατικές βλάβες και συμπτώματα στερητικού συνδρόμου.
Οι επιστήμονες υποψιάζονται ότι η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται σε ανισορροπίες του μικροβιώματος του εντέρου. Το ABS φαίνεται να σχετίζεται με γαστρεντερικές παθήσεις όπως η νόσος του Crohn ή το σύνδρομο βραχέος εντέρου, καταστάσεις που μεταβάλλουν το οικοσύστημα των μικροοργανισμών στο πεπτικό σύστημα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αναλύσεις έχουν εντοπίσει αυξημένα επίπεδα βακτηρίων που παράγουν αιθανόλη, όπως η Klebsiella pneumoniae, και ασθενείς παρουσίασαν βελτίωση μετά από θεραπεία με αντιβιοτικά. Παρ’ όλα αυτά, οι ακριβείς μηχανισμοί παραμένουν ασαφείς.
Μια νέα μελέτη επιχειρεί να ρίξει περισσότερο φως στο μυστήριο. Η ερευνητική ομάδα της Hohmann ανέλυσε τη σύσταση των μικροβίων του εντέρου σε 22 άτομα με ABS, συγκρίνοντάς τα με 21 άτομα από το οικογενειακό τους περιβάλλον, καθώς και με 22 υγιείς εθελοντές. Στόχος ήταν να διερευνηθεί κατά πόσο το περιβάλλον και η διατροφή παίζουν ρόλο στην εκδήλωση της πάθησης. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Nature Microbiology.
Οι αναλύσεις κοπράνων και οι εξετάσεις αίματος έδειξαν ότι, κατά τη διάρκεια εξάρσεων, τα άτομα με ABS είχαν διάμεσες συγκεντρώσεις αιθανόλης σχεδόν τριπλάσιες σε σύγκριση με τους συγκατοίκους τους. Το εύρημα αυτό υποδεικνύει ότι το ABS θα μπορούσε στο μέλλον να διαγνωστεί μέσω μιας απλής εξέτασης κοπράνων, η οποία θα ήταν πολύ πιο εύκολη και προσβάσιμη από τις μέχρι σήμερα απαιτούμενες μεθόδους.
Η μελέτη αποκάλυψε επίσης ότι τα άτομα με ABS παρουσίαζαν αυξημένες ποσότητες βακτηρίων όπως η Escherichia coli και η Klebsiella pneumoniae, μικροοργανισμών που είναι γνωστό ότι μετατρέπουν τα σάκχαρα σε αλκοόλ. Προηγούμενες έρευνες είχαν εστιάσει κυρίως σε μύκητες ως πιθανούς υπαίτιους, ωστόσο τα νέα δεδομένα δείχνουν ότι το φάσμα των εμπλεκόμενων μικροβίων είναι πιο σύνθετο. Οι επιστήμονες παρατήρησαν ακόμη ότι, κατά τις εξάρσεις, ορισμένοι ασθενείς εμφάνιζαν αυξημένα επίπεδα ενζύμων που συμμετέχουν στη ζύμωση. Αυτό οδηγεί στην υπόθεση ότι οι θεραπείες που στοχεύουν συγκεκριμένα αυτά τα ένζυμα ίσως αποδειχθούν πιο αποτελεσματικές από εκείνες που επικεντρώνονται σε μεμονωμένα είδη βακτηρίων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ένα μεμονωμένο περιστατικό που περιλήφθηκε στη μελέτη. Ένας ασθενής με ABS υποβλήθηκε σε μεταμόσχευση κοπράνων από υγιή δότη, με στόχο την αποκατάσταση της ισορροπίας του μικροβιώματος. Κατά τη διάρκεια της ύφεσης, η σύσταση των μικροοργανισμών στο έντερό του άλλαξε δραστικά, μοιάζοντας με εκείνη του δότη. Μετά από δεύτερη μεταμόσχευση, ο ασθενής παρέμεινε χωρίς συμπτώματα για περισσότερο από 16 μήνες. Με βάση αυτό το αποτέλεσμα, η ομάδα της Hohmann εργάζεται πλέον σε κλινική δοκιμή φάσης 1, η οποία θα εξετάσει την αποτελεσματικότητα της μεθόδου σε οκτώ άτομα με ABS.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι, παρά τη σπανιότητά του, το σύνδρομο αυτοζυθοποίησης αποτελεί υπαρκτή και σοβαρή κατάσταση που απαιτεί μεγαλύτερη αναγνώριση. Η προοπτική απλούστερης διάγνωσης και στοχευμένων θεραπειών δημιουργεί ελπίδα για όσους ζουν με μια πάθηση που μέχρι σήμερα συχνά αμφισβητείται. Όπως σημειώνει η Hohmann, τα νέα ευρήματα ενδέχεται να ανοίξουν τον δρόμο για καλύτερη ποιότητα ζωής σε ανθρώπους που μεθούν χωρίς να πίνουν – και που για χρόνια παλεύουν να πείσουν τους γύρω τους ότι λένε την αλήθεια.