Η έντονη κυκλοφορία του ιού του Δυτικού Νείλου που καταγράφεται στη χώρα μας ανοίγει τη συζήτηση για τη χρήση rapid test.
Τα νοσήματα που μεταδίδονται με κουνούπια δεν είναι πλέον ένα πρόβλημα που αφορά μόνο ορισμένες περιοχές του κόσμου. Η κλιματική αλλαγή, η αύξηση της θερμοκρασίας, οι μετακινήσεις πληθυσμών και η επέκταση των διαβιβαστών δημιουργούν νέες συνθήκες και για την Ευρώπη.
Άλλωστε, η ίδια η περίπτωση του ιού του Δυτικού Νείλου δείχνει πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάξει η επιδημιολογική εικόνα μιας χώρας.
Σε αυτή τη χρονική συγκυρία ξεκινά το ευρωπαϊκό ερευνητικό πρόγραμμα SURVIVE-VBD (SURVeillance and multI-pathogen point-of-care diagnostics with AI-driVEn Vector-Borne Disease prediction), στο οποίο συμμετέχει και Πανεπιστήμιο Αθηνών, με την ερευνητική ομάδα της καθηγήτριας Μαρίας Γαζούλη, από το Εργαστήριο Βιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το έργο χρηματοδοτείται από το πρόγραμμα EU4Health, ξεκινά την 1η Οκτωβρίου 2026 και θα έχει διάρκεια για τρία χρόνια.
Έρευνες για τον ιό του Δυτικού Νείλου
Το πρόγραμμα αφορά τέσσερις σημαντικές ιογενείς λοιμώξεις που μεταδίδονται με κουνούπια: τον ιό του Δυτικού Νείλου, τον δάγκειο πυρετό, τον Zika και τον chikungunya.
Σύμφωνα με όσα εξηγεί σήμερα στο iefimerida η ίδια η Μαρία Γαζούλη, «στόχος είναι να αναπτυχθεί ένα νέο διαγνωστικό σύστημα που θα μπορεί να χρησιμοποιείται κοντά στον ασθενή και να δίνει αποτέλεσμα σε λιγότερο από μία ώρα, χρησιμοποιώντας μικρή ποσότητα αίματος. Η τεχνολογία βασίζεται σε βιοαισθητήρες γραφενίου και θα συνδυάζει την άμεση ανίχνευση του ιού με τον έλεγχο της ανοσολογικής απόκρισης».
Ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό μέρος του προγράμματος αφορά την επιδημιολογική επιτήρηση.
Η Μαρία Γαζούλη αναφέρει ότι «τα αποτελέσματα των εξετάσεων θα μπορούν να συνδυάζονται με δεδομένα για το περιβάλλον, το κλίμα, την παρουσία των διαβιβαστών και την εξέλιξη των κρουσμάτων. Με τη χρήση υπολογιστικών μοντέλων και τεχνητής νοημοσύνης, στόχος είναι να δημιουργηθεί ένα σύστημα που θα βοηθά στην έγκαιρη αναγνώριση περιοχών αυξημένου κινδύνου και πιθανών εξάρσεων».
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ερευνητική ομάδα της καθηγήτριας, Μαρίας Γαζούλη, θα έχει σημαντική συμμετοχή στην ανάπτυξη και την κλινική αξιολόγηση της νέας διαγνωστικής πλατφόρμας.
«Η ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών θα συμβάλει στον σχεδιασμό του βιοαισθητήρα και της πολυκεντρικής κλινικής μελέτης, τη διαμόρφωση του πρωτοκόλλου, τις διαδικασίες της ηθικής και της κανονιστικής έγκρισης, τη συλλογή και την αξιολόγηση των κλινικών δειγμάτων και την ανάλυση των αποτελεσμάτων. Συνολικά, προβλέπεται να αξιολογηθούν 400 καλά χαρακτηρισμένα κλινικά δείγματα σε Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Ολλανδία, Εσθονία και Βραζιλία», μας εξηγεί η καθηγήτρια.
«Η έρευνα σήμερα δεν αρκεί να αναζητά μόνο καλύτερες διαγνωστικές μεθόδους. Χρειάζεται να συνδέει τη διάγνωση με την επιτήρηση και την έγκαιρη αναγνώριση του κινδύνου», λέει η Μαρία Γαζούλη στο iefimerida και συμπληρώνει:
«Η συμμετοχή του Πανεπιστημίου Αθηνών στο SURVIVE-VBD είναι μια ευκαιρία να συμβάλουμε ουσιαστικά σε αυτή την προσπάθεια και, ταυτόχρονα, να αποκτήσουμε δεδομένα και εμπειρία που έχουν άμεση σημασία για τη χώρα μας. Γιατί στην περίπτωση του ιού του Δυτικού Νείλου, όσο νωρίτερα γνωρίζουμε τι συμβαίνει τόσο καλύτερα μπορούμε να προετοιμαστούμε και να προστατεύσουμε τη δημόσια υγεία».