Μια νέα μελέτη υποστηρίζει ότι το αν γεννήθηκε κανείς πρώτος ή δεύτερος, ίσως συνδέεται με περισσότερες από 150 διαφορετικές ιατρικές καταστάσεις.
- Μια νέα, τεράστιας κλίμακας μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Σικάγου, βασισμένη σε 10 εκατομμύρια αδέλφια, συνδέει τη σειρά γέννησης με πάνω από 150 ιατρικές καταστάσεις, μετατοπίζοντας τη συζήτηση από την ψυχολογία στην υγεία.
- Σε αντίθεση με παλαιότερες έρευνες που εστίαζαν στην προσωπικότητα, η νέα μελέτη εξετάζει αποκλειστικά την πιθανότητα εμφάνισης ασθενειών. Χρησιμοποίησε αυστηρή μεθοδολογία συγκρίνοντας αδέλφια με παρόμοια χαρακτηριστικά για ακριβέστερα αποτελέσματα.
- Οι ερευνητές διερευνούν θεωρίες όπως ο «φιλικός εχθρός» για αλλεργίες και η μητρική ανοσολογική αντίδραση για αυτισμό. Επισημαίνουν επίσης πιθανές επιρροές από κοινωνικές συμπεριφορές και προκαταλήψεις στον τρόπο διάγνωσης διαταραχών.
- Η μελέτη δείχνει ότι η σειρά γέννησης επηρεάζει τον ανθρώπινο οργανισμό βαθύτερα από ό,τι πιστευόταν, μέσω της βιολογίας της εγκυμοσύνης και των περιβαλλοντικών συνθηκών. Ωστόσο, οι διαφορές είναι μικρές και μη ντετερμινιστικές.
Για περισσότερο από έναν αιώνα, η σειρά γέννησης μέσα σε μια οικογένεια αντιμετωπιζόταν σχεδόν σαν λαϊκή ψυχολογία. Ο πρωτότοκος θεωρούνταν υπεύθυνος και αγχωμένος, το μικρότερο παιδί πιο επαναστατικό ή κακομαθημένο, ενώ γύρω από τα μοναχοπαίδια δημιουργήθηκε μια ολόκληρη βιομηχανία στερεοτύπων.
Συνδέεται με περισσότερες από 150 ιατρικές καταστάσεις
Οι επιστήμονες προσπάθησαν πολλές φορές να αποδείξουν ότι η θέση ενός παιδιού μέσα στην οικογένεια μπορεί να επηρεάσει την προσωπικότητα, τη νοημοσύνη ή τη συμπεριφορά του, όμως οι περισσότερες έρευνες κατέληγαν σε αμφιλεγόμενα ή αδύναμα συμπεράσματα. Τώρα όμως μια νέα μελέτη τεράστιας κλίμακας έρχεται να μεταφέρει τη συζήτηση από την ψυχολογία στην υγεία, υποστηρίζοντας ότι το αν γεννήθηκε κανείς πρώτος ή δεύτερος ίσως συνδέεται με περισσότερες από 150 διαφορετικές ιατρικές καταστάσεις.
Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε από επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Σικάγου και βασίστηκε σε δεδομένα άνω των 10 εκατομμυρίων αδελφών, θεωρείται η μεγαλύτερη που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι τα πρωτότοκα παιδιά εμφανίζουν συχνότερα καταστάσεις όπως αυτισμό, Σύνδρομο Τουρέτ, αγχώδεις διαταραχές, αλλεργίες και ακμή, ενώ τα μικρότερα αδέλφια παρουσιάζουν αυξημένες πιθανότητες για ημικρανίες, κατάχρηση ουσιών, γαστρίτιδα ή έρπη ζωστήρα.
Οι ερευνητές ανέλυσαν 418 διαφορετικές ιατρικές παθήσεις και εντόπισαν συσχέτιση της σειράς γέννησης με τις 150 από αυτές. Από αυτές, οι 79 εμφανίζονταν συχνότερα στα πρωτότοκα και οι 71 στα δεύτερα παιδιά. Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα 5,1 εκατομμυρίων οικογενειών, ενώ οι επιστήμονες συνέκριναν επίσης 1,6 εκατομμύρια ζεύγη αδελφών, προσπαθώντας να ελέγξουν όσο το δυνατόν περισσότερο εξωτερικούς παράγοντες που θα μπορούσαν να αλλοιώσουν τα αποτελέσματα.
Η συζήτηση γύρω από τη σειρά γέννησης έχει ιστορία δεκαετιών. Παλαιότερες μελέτες συχνά κατηγορούνταν ότι επέλεγαν επιλεκτικά δεδομένα ή δεν λάμβαναν υπόψη κρίσιμους παράγοντες όπως το κοινωνικό περιβάλλον, η διαφορά ηλικίας ανάμεσα στα αδέλφια ή ο τρόπος με τον οποίο οι γονείς αντιμετωπίζουν διαφορετικά το πρώτο και το δεύτερο παιδί.
Το 2015 μια μεγάλη έρευνα του Πανεπιστημίου της Λειψίας είχε καταλήξει ότι η σειρά γέννησης έχει σχεδόν μηδαμινή επίδραση στην προσωπικότητα και μόνο μια πολύ μικρή σχέση με τον δείκτη νοημοσύνης, περίπου 1 έως 2,5 μονάδες IQ διαφοράς μεταξύ μεγαλύτερων και μικρότερων αδελφών.
Η νέα μελέτη ακολούθησε διαφορετική προσέγγιση. Αντί να εξετάσει χαρακτηριστικά προσωπικότητας, εστίασε αποκλειστικά στην πιθανότητα εμφάνισης ασθενειών και ψυχικών διαταραχών. Ο Μπέντζαμιν Κρέιμερ και η ομάδα του προσπάθησαν να μειώσουν τις λεγόμενες «συγχυτικές μεταβλητές» συγκρίνοντας παιδιά ίδιας ηλικίας, ίδιου φύλου και παρόμοιου οικογενειακού περιβάλλοντος.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι πρωτότοκοι παρουσιάζουν ισχυρότερη συσχέτιση με νευροαναπτυξιακές διαταραχές, όπως ο αυτισμός και το Σύνδρομο Τουρέτ. Εμφανίζουν, επίσης, συχνότερα αλλεργίες, αλλεργική ρινίτιδα και αγχώδεις διαταραχές. Από την άλλη πλευρά, τα δεύτερα παιδιά φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα για προβλήματα όπως γαστρίτιδα, παθήσεις της χολής, ημικρανίες, αλλά και υψηλότερο κίνδυνο κατάχρησης ουσιών.
Η Τζούλια Ρόρερ, από το Πανεπιστήμιο της Λειψίας, μία από τις σημαντικότερες ερευνήτριες του πεδίου, χαρακτήρισε τη μελέτη «ιδιαίτερα προσεγμένη και αυστηρή επιστημονικά», αν και προειδοποιεί ότι οι διαφορές παραμένουν σχετικά μικρές. Όπως σημειώνει, οι πρωτότοκοι παρουσιάζουν, για παράδειγμα, μόλις 3,6% αυξημένο σχετικό κίνδυνο για κατάθλιψη. «Δεν μπορούμε να κάνουμε... ντετερμινιστικές δηλώσεις», εξηγεί. «Θα παρατηρούμε πάντα κάθε άνθρωπο μόνο στη μία θέση γέννησης που έτυχε να έχει. Δεν θα μάθουμε ποτέ πώς θα εξελισσόταν η ζωή του σε διαφορετική θέση μέσα στην οικογένεια».
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της μελέτης
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της μελέτης αφορά τις αλλεργίες και τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να συνδέονται με το οικογενειακό περιβάλλον. Οι ερευνητές επικαλούνται τη θεωρία του «φιλικού εχθρού», σύμφωνα με την οποία τα μικρότερα αδέλφια εκτίθενται νωρίτερα σε περισσότερα μικρόβια μέσω των μεγαλύτερων παιδιών της οικογένειας, με αποτέλεσμα το ανοσοποιητικό τους σύστημα να αναπτύσσει μεγαλύτερη ανοχή.
Σύμφωνα με τα δεδομένα, όσο μεγαλύτερη ήταν η ηλικιακή διαφορά ανάμεσα στα αδέλφια, τόσο μειωνόταν η πιθανότητα μόνο το πρώτο παιδί να εμφανίζει αλλεργίες ή αλλεργική ρινίτιδα. Με άλλα λόγια, η πρώιμη έκθεση σε μικροβιακά περιβάλλοντα ίσως λειτουργεί προστατευτικά για τα μικρότερα παιδιά.
Ανάλογη εικόνα εμφανίστηκε και στην περίπτωση της κατάχρησης ουσιών. Οι δεύτεροι σε σειρά γέννησης έδειχναν αυξημένο κίνδυνο, αλλά αυτό το φαινόμενο εξασθενούσε όσο μεγάλωνε η διαφορά ηλικίας μεταξύ των αδελφών. Οι ερευνητές συνδέουν το εύρημα με θεωρίες που υποστηρίζουν ότι τα μικρότερα παιδιά αναπτύσσουν πιο ριψοκίνδυνη συμπεριφορά. Ωστόσο, η Ρόρερ επισημαίνει πως μεγάλο μέρος αυτών των θεωριών παραμένει αμφισβητούμενο και ίσως η εξήγηση να σχετίζεται περισσότερο με κοινωνικούς παράγοντες ή διαφορετικές επαγγελματικές διαδρομές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πιθανή σύνδεση ανάμεσα στον αυτισμό και στην πρώτη εγκυμοσύνη. Ορισμένες προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι το ανοσοποιητικό σύστημα της μητέρας μπορεί να αντιδρά διαφορετικά κατά την πρώτη κύηση, επηρεάζοντας ενδεχομένως την ανάπτυξη του εγκεφάλου του εμβρύου.
Οι επιστήμονες αναγνωρίζουν, πάντως, ότι τα δεδομένα μπορεί να επηρεάζονται και από κοινωνικές συμπεριφορές των οικογενειών. Για παράδειγμα, υπάρχουν περιπτώσεις όπου γονείς που αποκτούν ένα παιδί με αυτισμό αποφασίζουν να μην κάνουν δεύτερο παιδί, κάτι που μπορεί να δημιουργεί στατιστικές στρεβλώσεις.
Η Ρόρερ προτείνει και μια άλλη πιθανή ερμηνεία, που αφορά τον τρόπο διάγνωσης νευροαναπτυξιακών διαταραχών. Όπως εξηγεί, διαγνώσεις όπως ο αυτισμός ή η ΔΕΠΥ συχνά επηρεάζονται και από το γνωστικό επίπεδο του παιδιού. «Η ίδια συμπεριφορά μπορεί να διαγνωστεί διαφορετικά ανάλογα με το επίπεδο νοημοσύνης», λέει. Επειδή τα πρωτότοκα τείνουν να εμφανίζουν ελαφρώς υψηλότερους δείκτες IQ, ίσως είναι πιθανότερο να λαμβάνουν διάγνωση αυτισμού αντί κάποιας άλλης διαταραχής.
Η μελέτη ανοίγει επίσης ξανά τη συζήτηση γύρω από τις βιολογικές επιδράσεις της κύησης. Ο Ρέι Μπλάνσαρντ, από το Πανεπιστήμιο του Τορόντο, γνωστός για την έρευνά του γύρω από τη σειρά γέννησης και τον σεξουαλικό προσανατολισμό, υποστηρίζει πως παράγοντες όπως το φύλο των αδελφών ίσως παίζουν καθοριστικό ρόλο. Προηγούμενες έρευνές του είχαν δείξει ότι η ύπαρξη μεγαλύτερων αδελφών αγοριών αυξάνει ελαφρώς την πιθανότητα ο μικρότερος γιος να είναι ομοφυλόφιλος, πιθανώς λόγω ανοσολογικών αντιδράσεων της μητέρας σε επαναλαμβανόμενες ανδρικές κυήσεις.
Όλα αυτά δείχνουν πως η σειρά γέννησης ίσως επηρεάζει πολύ περισσότερα πράγματα απ’ όσα θεωρούσαν μέχρι σήμερα οι επιστήμονες. Όχι όμως με τον απλοϊκό τρόπο που περιγράφουν τα οικογενειακά στερεότυπα ή τα lifestyle τεστ προσωπικότητας.
Η νέα έρευνα δεν λέει ότι ο πρωτότοκος θα γίνει απαραίτητα αγχώδης ή ότι το μικρότερο παιδί θα αποκτήσει ημικρανίες. Υποδεικνύει όμως ότι η βιολογία της εγκυμοσύνης, η πρώιμη έκθεση σε μικρόβια, οι οικογενειακές δυναμικές και οι κοινωνικές συνθήκες ίσως αφήνουν πιο βαθύ αποτύπωμα στον ανθρώπινο οργανισμό απ’ όσο πιστεύαμε μέχρι σήμερα.